Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΣΤΗΛΕΣ ΓΝΩΜΕΣ Κάναμε τον Julian Barnes να κλάψει (του Βαγγέλη Προβιά)

Κάναμε τον Julian Barnes να κλάψει (του Βαγγέλη Προβιά)

0
44

του Βαγγέλη Προβιά (*)

Στο τέλος της συνομιλίας τους, εχθές, 15 Οκτωβρίου, στο Μέγαρο, ο Ηλίας Μαγκλίνης του ζήτησε να μας διαβάσει κάτι. Εκείνος, διάλεξε τις 3-4 τελικές παραγράφους από τις Αναχωρήσεις, το τελευταίο του μυθιστόρημα. Διάβαζε ήρεμα, με πειθώ και αγάπη. Όταν τελείωσε, σήκωσε το κεφάλι να μας κοιτάξει, κάπως με έκφραση σαν να αναρωτιέται «ήμουν καλός; ήταν ωραία;»… Ξεσπάσαμε όλοι, γοητευμένοι, σε ένα ζεστό, δυνατό χειροκρότημα – όταν ο γλυκός συγγραφέας είδε πως δεν σταματούσαμε, κοκκίνησε, έφερε το αριστερό χέρι στα μάτια και σαν να χάιδεψε απαλά το πρόσωπό του, ή ίσως και να έκρυψε λίγα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά του.

Οι Αναχωρήσεις δεν είναι το τελευταίο βιβλίο του Barnes με την έννοια του πιο πρόσφατου – ο συγγραφέας έχει πει ότι δεν θα γράψει άλλο μυθοπλασία, δεν έχει κάτι άλλο να πει, έχει παίξει όλες τις μελωδίες του. Γιατί; τον ρώτησε ο συνομιλητής του. Γέλασε πριν απαντήσει: Δεν θέλει να πεθάνει έχοντας ένα βιβλίο ανολοκλήρωτο, να υπάρχει κίνδυνος να χρειαστεί «να το τελειώσει ένας άλλος μπάσταρδος». Δεν θέλει να χάσει το πάρτι της έκδοσής του. Ενώ τώρα, ανακοινώνοντας πως αυτό είναι το τελευταίο του μυθιστόρημα, και στο πάρτι πήγε, και δεν αφήνει ανολοκλήρωτο ένα έργο!

Αλλά η ουσία είναι πως πιστεύει ότι έχει γράψει για όλα τα θέματα που τον συναρπάζουν. Όταν ρωτήθηκε πώς είναι η ζωή χωρίς το γράψιμο, αποσαφήνισε: Οι λέξεις στις Αναχωρήσεις δεν είναι οι τελευταίες μου λέξεις, γράφω κριτικές και δοκίμια, γράφω ημερολόγιο! Συνεχίζω να απολαμβάνω την συγκίνηση της γραφής. Άλλωστε, δεν μπορεί να κάνει αλλιώς: μας αφηγήθηκε πώς πριν από λίγο καιρό ξύπνησε στην μέση της νύχτας με μια όμορφη φράση στο μυαλό του. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, έσπευσε να την σημειώσει.

Αποκάλυψε πως στις Αναχωρήσεις, κατά την συγγραφή των οποίων πήρε την απόφαση να κλείσει τον κύκλο της μυθοπλασίας, συγγραφική πρόθεσή του ήταν να εξερευνήσει τον έρωτα, την αγάπη και δύο συνθήκες της σύγχρονης εποχής: πρώτον την επίγνωση που έχουμε όλοι, πολύ περισσότερο από παλαιότερα, ότι η αγάπη είναι στ’ αλήθεια εφικτή, ότι είναι μια δυνατότητα στη ζωή μας. Δεύτερον, ήθελε να γράψει για την τάση για «επανασύνδεση», το rekindling, το φαινόμενο όπου άνθρωποι που στην νιότη τους, για κοινωνικούς λόγους, λόγου χάρη την αποδοκιμασία από τους γονείς, χωρίζουν και χρόνια μετά, χάρις και στο internet, ξαναβρίσκονται και επανασυνδέονται. Και μάλιστα, σύμφωνα με την έρευνα του Barnes, έχουν την τάση να κάνουν τα ίδια λάθη που έκαναν και την πρώτη φορά: εξακολουθούν να είναι ή κτητικοί ή απόμακροι.

Έπειτα, η κουβέντα πέρασε στην μνήμη. Και ο Ian McEwan πριν από δύο εβδομάδες μίλησε για αυτήν την συγγραφική εμμονή, κάτι αναμενόμενο. Ακόμα και αν αυτό που «ανακαλεί» ο συγγραφέας είναι κάτι που το επινόησε σχεδόν ταυτόχρονα με την αποτύπωσή του στο χαρτί, η συγγραφή ένα παιχνίδι με την μνήμη είναι, πόσο μάλλον στα εν μέρει αυτοβιογραφικά έργα, όπως οι Αναχωρήσεις. Ο Barnes, όπως ακριβώς και ο φίλος και «συνομιλητής» του ο Ian McEwan, διαβάζει πολύ επιστήμη, μελετά, ερευνά. Γνώριζε τα σχετικά πρόσφατα, ανατρεπτικά ευρήματα της ψυχολογίας που επιβεβαίωσαν κάτι που κάποτε ο ίδιος το υποψιαζόταν, που το «έβλεπε» καθώς έγραφε, ότι δηλαδή η μνήμη δεν είναι ένα σταθερό αποθετήριο γεγονότων και δεν είναι αξιόπιστη.

Αντίθετα, κάθε φορά που ανακαλούμε μια ανάμνηση, συμβαίνει μια σωματική αλλαγή πάνω μας, στον εγκέφαλό μας, η οποία έχει σαν αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να μεταβάλλεται η ανάμνηση της ανάμνησης. Με άλλα λόγια, δεν πρέπει να πιστεύουμε πως η μνήμη μας αποτελεί σταθερή «αλήθεια». Πρόκειται για μια λειτουργία της φαντασίας, στην πραγματικότητα. Το μυαλό αποφασίζει τι κρατάμε και τι όχι, με βάση μια πληθώρα από μεταβλητές (τις συνθήκες και τις περιστάσεις, την κατάστασή μας, σωματική και ψυχική, το παρελθόν μας, τους στόχους μας, τα γονίδια μας, και πολλά, πολλά, πολλά ακόμα). Παρομοίωσε αυτή την λειτουργία του μυαλού με τους πράκτορες σε ένα κατασκοπικό μυθιστόρημα του Τζον Λε Καρέ, που εστιάζουν σε συγκεκριμένα ερεθίσματα και δρουν με συγκεκριμένους στόχους.

Και ίσως εκεί η μυθοπλασία, τα μυθιστορήματα, τα βιβλία, να μπορούν να παίξουν έναν σημαντικό ρόλο. Αντικειμενικοποιούν – λένε «σε πιστεύω αδελφή μου», στην δική μας προσωπική, υποκειμενική και περιορισμένη, ευμετάβλητη μνήμη, μέσω ενδεχομένως της αναγνώρισης από τους αναγνώστες των έργων της μνήμης μας.

Σε ό,τι αφορά την τέχνη και την τεχνική της γραφής, ο Barnes είχε μια εξαιρετική απλότητα – την απλότητα του ανθρώπου που αγαπά αυτό που κάνει περισσότερο από τον απόηχό του. Περιέγραψε το γράψιμο ως έναν συμβιβασμό ανάμεσα στην ροή, το πάθος, την ορμή του δημιουργού και στην διατήρηση του ελέγχου: Θέλεις και να καλλιεργήσεις τις ιδέες σου και να περπατήσεις πάνω σε ένα συγγραφικό πλάνο, προς μια συγγραφική πρόθεση, αλλά οφείλεις να είσαι ανοιχτός και σε νέες ιδέες, σε νέα μονοπάτια. Όπως είπε με μια θαυμάσια μεταφορά, δεν μπορείς να γράψεις ένα μυθιστόρημα με ψηφίδες, με μικρά, απόλυτα προσχεδιασμένα βήματα. Ακόμα, συμφωνεί με το αξίωμα του Ναμπόκοφ πως τους χαρακτήρες σου πρέπει να τους μαστιγώνεις – δεν υπάρχει το κλισέ πως ο χαρακτήρας τσαμπουκαλεύει τον συγγραφέα!

Αυτό όμως που όντως τον τσαμπουκαλεύει μπορεί να είναι μια ιδέα: του έχει συμβεί να ξεκινά να γράψει μια συγκεκριμένη ιδέα, αλλά να «εμφανίζεται» μια άλλη ιδέα και να του φωνάζει στο αυτί ΕΜΕΝΑ ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΤΩΡΑ, ΕΜΕΝΑ! …και την έγραψε.

Ήταν πολύ ενδιαφέρουσα η σύγκριση που έκανε ανάμεσα στην δημοσιογραφία και την μυθοπλασία (υπήρξε δημοσιογράφος προτού αφοσιωθεί στο γράψιμο): Στην πρώτη πρέπει να είσαι σαφής και άμεσα κατανοητός, είναι το θεμελιώδες ζητούμενο. Στην δεύτερη «αδημονείς να γίνεις κατανοητός με την δεύτερη ανάγνωση!». Αυτό, το να σε διαβάζει κάποιος δεύτερη φορά αμέσως μόλις τελειώσει την πρώτη, το θεωρεί την ύψιστη τιμή για έναν συγγραφέα.

Από την εποχή που ήταν δημοσιογράφος θυμάται ακόμη μια απορία – γιατί οι δημοσιογράφοι γενικεύουν τόσο πολύ; Η ουσία της ζωής είναι η προσωπική εμπειρία, του καθενός από εμάς. Θεωρεί λάθος την τάση για γενίκευση, ειδικά στην καθημερινή ζωή μας, και πιστεύει πως ένα από τα δώρα της μυθοπλασίας είναι πως σε απελευθερώνει από την παγίδα του να γενικεύεις, στερεοτυπικά, άκριτα.

Γενικά, φαίνεται πως δεν του πολυάρεσε η δημοσιογραφική του περίοδος – είχε, είπε, πρόβλημα να μιλά με ομάδες ανθρώπων, προτιμά να μιλά με έναν ή δύο αντί για δέκα… να όμως που με το γράψιμό του μιλά με εκατομμύρια, δίχως την παραμικρή δυσφορία.

Η «αναγεννησιακή» επιθυμία να ερευνά εντελώς διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα και έπειτα να χρησιμοποιεί  αυτό το υλικό ως μυθοπλαστική πρώτη ύλη – η βασική συγγραφική πρόθεση της διατύπωσης ερωτημάτων παρά πορισμάτων και βεβαιοτήτων – και βέβαια η έμφαση στην διαδικασία του γραψίματος, στο να αφιερώνεις ώρες στην «δουλειά» σου – είναι κοινά σημεία στους δύο Βρετανούς, τον Barnes και τον McEwan.

Όσον αφορά τα διαβάσματά του, ο Barnes μας είπε πως όσο μεγαλώνει έχει την τάση να ξαναδιαβάζει παλαιότερα διαβάσματά. Συγκινήθηκε όταν έπιασε ξανά την Μαντάμ Μποβαρί και είδε τις σαρκαστικές, επικριτικές αλλά και τρυφερές σημειώσεις που είχε κάνει ως φοιτητής στα περιθώρια των σελίδων.

Δεν δίστασε να ρίξει shade στον Τολστόι – είπε πως στο Πόλεμος και Ειρήνη, αλλά και σε άλλα έργα του, στα κεφάλαια που ο Ρώσος διατύπωνε τις απόψεις του για την Ιστορία υπήρχαν κάμποσες μπαρούφες – ωστόσο αυτό δεν μειώνει την σπουδαιότητα των έργων του (στον Τολστόι αναφέρθηκε και ο Ian McEwan!).

Ο Barnes έχει ειδική σχέση με την ρωσική λογοτεχνία και ιστορία. Μας μίλησε για το πώς έγραψε τον Αχό της Εποχής που έχει ήρωα τον Σοστακόβιτς: ο αδελφός του (ο Jonathan Barnes, φιλόσοφος με ειδίκευση στον Αριστοτέλη, με τον οποίο κουβέντιαζαν πολύ περί μνήμης) κάποτε του είχε χαρίσει έναν δίσκο του («ή μήπως μου τον είχε πουλήσει;» αναρωτήθηκε γελώντας). Αυτό τον οδήγησε στην κλασική μουσική και στο ενδιαφέρον για τους συνθέτες της. Στον Αχό όμως δεν ήθελε να κάνει βιογραφία μα να εξερευνήσει την έννοια του θάρρους: «Έχεις δύο επιλογές: Μπορείς να είσαι θαρραλέος και να σε πυροβολήσουν, να σε σκοτώσουν – μπορείς όμως και να συμβιβαστείς, να είσαι δειλός, και αυτό ίσως είναι πολύ πιο δύσκολο, διότι μετά την πρώτη φορά πρέπει να είσαι δειλός σε δεκάδες περιστάσεις, καθημερινά στη ζωή σου». Μας αφηγήθηκε ότι κάποτε, στην Βοστώνη, σε μια εκδήλωση για το βιβλίο, ανάμεσα στους θεατές ήταν πολλοί Ρώσοι αυτοεξόριστοι, οι οποίοι του έλεγαν, με δάκρυα στα μάτια, ότι οι Αμερικανοί αδυνατούσαν να τους κατανοήσουν, επέμεναν να τους ρωτάνε, με αφέλεια, με απλουστευτική ανοησία, «μα γιατί δεν αντιστεκόσασταν;».

Φυσικά, ερωτήθηκε για το πολύπλοκο, καυτό ζήτημα της εποχής, τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα. Προς μεγάλη μου ανακούφιση, και σε αντίθεση με τον συνάδελφό του που απολαύσαμε πριν από δύο εβδομάδες, δεν τον ενδιαφέρει το θέμα. Για την ακρίβεια, τον κουράζει. Δεν θεωρεί ότι απειλεί την ιδιότητά του – αφηγήθηκε πώς πριν από κάμποσο καιρό μια δημοσιογράφος τού έδειξε μια παράγραφο που σκάρωσε η Τεχνητή Νοημοσύνη με εντολή «γράψε μια αρχική παράγραφο α λα Julian Barnes». Την βρήκε άθλια, φρικτή, κάτι μεταξύ παρωδίας και λογοκλοπής, δεν την πήρε καθόλου σοβαρά.

Στις ερωτήσεις του κοινού, ήταν σύντομος, σαφής, καθόλου επιτηδευμένος: Τον ρώτησαν την άποψή του για το μεταφραστικό έργο και τις προκλήσεις του και είπε μια ωραία ιστορία για τον Ολλανδό μεταφραστή του, τον οποίο κάποτε ρώτησαν πώς μεταφράζει τον Barnes, και εκείνος απάντησε «τον διαβάζω, τον καταλαβαίνω, και μετά αυτό το μεταφέρω στα ολλανδικά»…

Από τα βιβλία του, τα αγαπημένα του είναι Ο Παπαγάλος του Φλωμπέρ («η πρώτη μεγάλη επιτυχία μου, με έκανε, από αποκλειστικά Βρετανό, διεθνή συγγραφέα»), το Ένα Κάποιο Τέλος («μου χάρισε το Booker!»), ο Αχός της Εποχής και… «οι Αναχωρήσεις, ναι! Θα έλεγα πως δεν είναι καθόλου κακό μυθιστόρημα!».

Ο φίλος συγγραφέας Γιάννης Καρκανεβάτος τον ρώτησε τι θεωρεί το πιο δύσκολο στην διαδικασία της γραφής. Απάντησε χωρίς δισταγμό: «Το να αναγνωρίσεις πως μια ιδέα είναι ιδέα για βιβλίο και όχι ιδέα για την ιδέα η οποία δεν γίνεται να υλοποιηθεί». Μάλιστα, μας «πρόσφερε» και μια τέτοια, ανέφικτη ιδέα – είχε σκεφτεί να γράψει μια ιστορία για έναν καμαρότο στον Τιτανικό, από αυτούς που μάζευαν τις ξαπλώστρες στο κατάστρωμα για τους πλούσιους.

Τέλος, μας είπε πως δεν στενοχωρήθηκε καθόλου με το τέλος της μυθοπλαστικής του δραστηριότητας… η αλήθεια είναι όμως πως εμάς μας πίκρανε λίγο όταν ανέφερε ότι εδώ και 18 μήνες δεν έχει ούτε μια ιδέα – έστω και ιδέα για την ιδέα…

Και έπειτα, ήρθε η ώρα να μας αποχαιρετήσει… ο Ηλίας Μαγκλίνης τον ρώτησε αν θέλει να μας διαβάσει κάτι, και εκείνος είπε πως, ως αποχαιρετισμό, θα μας διαβάσει το τέλος του βιβλίου με το οποίο αποχαιρέτησε οριστικά τους αναγνώστες του. Το έκανε, έπειτα έβαλε τα κλάματα με το χειροκρότημά μας, και θαρρώ πως πολλοί από τους θεατές συγκρατηθήκαμε για να μην δακρύσουμε και εμείς.

***

Δεν κατάλαβα πώς πέρασε μιάμιση ώρα – και ας κρατούσα σημειώσεις, και ας ήμουν συγκεντρωμένος να απορροφήσω, να βιώσω την περίσταση. Ποιος ξέρει, ίσως να ισχύει τελικά η εξίσωση «αυτός που σαγηνεύει με τα γραπτά του, σαγηνεύει και με την συμπεριφορά του».

Όταν στο τέλος σηκώθηκε για να αποχωρήσει από τη σκηνή, ήταν εμφανής στο βηματισμό και στην στάση του σώματός του η ηλικία του, η κούρασή του, ίσως και η ασθένεια που υπομένει τα τελευταία χρόνια. Στενοχωρήθηκα λίγο, όχι μόνο για τον αποχαιρετισμό και την αναπόφευκτη επικείμενη μεγάλη αποχώρησή του, μα και επειδή φαίνεται ότι έχουμε απομακρυνθεί για τα καλά από την εποχή που οι συγγραφείς ήταν ουσιαστικά σημαντικοί, σαγηνευτικοί, φωτεινοί – απλά και μόνο δουλεύοντας με το χαρτί, το στυλό και το μυαλό τους.

Μεγάλη κουβέντα, ασφαλώς, και όχι της παρούσης, σίγουρα. Αλλά ακόμα και αν αυτό που ζήσαμε εχτές είναι, κατά την απαισιόδοξή μου φύση, απόηχος μιας φάσης του κόσμου που χάνεται, ή ακόμα και αν, κατά την αισιόδοξή μου φύση, είμαστε σε ένα μεταίχμιο, όπως ήμασταν τόσες φορές στην Ιστορία μας, και θα έρθει κάτι καινούργιο και θαυμάσιο για την αφήγηση ιστοριών και για όλα όσα σημαίνουν για την ανθρώπινη φύση, υπάρχει κάτι που μου έμεινε και δεν είναι του μυαλού.

Στην αρχή της εκδήλωσης, ο Barnes έριξε από το χαμηλό τραπεζάκι ανάμεσα σε αυτόν και τον Ηλία Μαγκλίνη το ποτήρι του, που έγινε χίλια κομμάτια στο δάπεδο της σκηνής του Μεγάρου. Τρομάξαμε όλοι, αλλά εκείνος δεν έχασε την ψυχραιμία του. Φυσικά! Είναι ογδόντα χρονών, έχει το μερίδιό του, όπως όλοι, στις απώλειες και τους θριάμβους, παραμένει ψύχραιμος στις μικρές αναποδιές. Γέλασε. Λίγο αργότερα, όταν έγινε λόγος για την μνήμη και ρωτήθηκε αν θα συμφωνούσε να σβήνονται τα τραυματικά γεγονότα από την μνήμη των ανθρώπων που υποφέρουν από παλιές πληγές, απάντησε ότι η μνήμη μας είναι η ουσία αυτού που είμαστε, και ότι πολύ δύσκολα θα δεχόταν να την «πειράζουμε».

Και κάπως έτσι όλα ενώθηκαν στο μυαλό μου. Ένα ποτήρι που γίνεται θρύψαλα σε μια γιορτή και το αντιμετωπίζεις με χαμόγελο. Μια μνήμη γεμάτη τραύματα και απώλειες, που δεν υποκύπτεις στον πειρασμό να την ανταλλάξεις με την μουδιασμένη λησμονιά. Και ένα τελευταίο χειροκρότημα που σε πονάει, επειδή ακριβώς είναι το τελευταίο, και ας το επέλεξες εσύ. Δεν είναι του μυαλού αυτό που πήρα μαζί μου φεύγοντας, όχι. Είναι η σπάνια, μπορεί και πολύ παλιομοδίτικη, συγκίνηση του να γίνεσαι μάρτυρας της στιγμής που ένας μεγάλος αφηγητής κλείνει το βιβλίο της ζωής του, συμφιλιωμένος με όλα του τα κομμάτια – σπασμένα και ακέραια …το βράδυ που ο Julian Barnes μάς αποχαιρέτησε, κι εμείς τον κάναμε να κλάψει.

 

Ο Julian Barnes συμμετείχε στον κύκλο εκδηλώσεων «Συγγραφείς, βιβλία, ιδέες» που διοργανώνουν το ΕΛΙΒΙΠ και το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο πλαίσιο του Megaron Plus.

 

(*) Ο Βαγγέλης Προβιάς είναι συγγραφέας

Προηγούμενο άρθροΕπιστρέφει δυναμικά η 5η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Λεμεσού

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ