Το πάνω και το κάτω

0
105

του Λευτέρη Ξανθόπουλου.  

                        Στην σελίδα 48 του βιβλίου του Ο κηπουρός και ο καιροσκόπος, ο Δημήτρης Φύσσας περιγράφει μια προδρομική μορφή ανακύκλωσης στην Αθήνα του μεσοπολέμου. Ας ακούσουμε τι λέει:

 

                        67. ΝΕΩΤΕΡΗ ΧΩΜΑΤΕΡΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ, μετά από της Ομονοίας            (αρχή Γ΄ Σεπτεμβρίου). Παλαιότερον εις το Περιστέρι και εντός μεγάλου        περιεμανδρωμένου χώρου ερρίπτοντο τα απορρίματα της πόλεως Αθηνών,          χρησιμοποιούμενα προς βοσκήν χοίρων. Με την πάροδον του χρόνου,          αποσυντιθέμενα, έδιδον καλό μαυρόχωμα. Η έλλειψις κόπρου αύξησε την        ζήτησιν των σκουπιδιών, ο δε Δήμος Αθηναίων ήρχισε πωλών εις τους            λαχανόκηπους τα δια της υπηρεσίας του συλλεγόμενα σκουπίδια.

 

Το απόσπασμα που προηγήθηκε, διατυπωμένο στην απλή καθαρεύουσα της εποχής, μας μεταφέρει αυτομάτως στη σημερινή εποχή της σκουπιδομανίας και της ανακύκλωσης, προέρχεται δε από τις ενάριθμες σημειώσεις του γεωπόνου Αντώνη Αστεριάδη, του «Κηπουρού» του τίτλου και ενός εκ των δύο ακραίων πόλων του μυθιστορήματος του Φύσσα.

Εδώ αξίζει να σημειώσουμε εξαρχής ότι το βιβλίο αναπτύσσεται σε ενάριθμες παραγράφους οι οποίες όμως καθόλου δεν τεμαχίζουν ή αποσπασματοποιούν τη ροή και τη δομή της αφήγησης, τουναντίον την ισχυροποιούν.

Μία άλλη εγγραφή, που γίνεται κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής από τον μετεωρολόγο Χάρη Χωματά αυτή τη φορά, τον «Καιροσκόπο» του τίτλου και τιμολήπτη, αναφέρεται παραδοξολογώντας στα εξής:

Μελέτη ανέμων βασικώς ετελείωσε. Ήτο και το πλέον εύκολον κομμάτι.       Χρειάζομαι ακόμη χρόνον επεξεργασίας να καταλήξω εις συνολικά         συμπεράσματα. Όμως ένα βασικόν πρώιμον συμπέρασμα αφορά Κεντρικόν       Σιδηροδρομικόν Σταθμόν. Αφού δεν γίνεται αλλάξωμε ανέμους να αλλάξωμε           τουλάχιστον θέσιν Σταθμού. Είναι ένα παράδειγμα πώς Κλιματολογία και           Μετεωρολογία βοηθούν Πολεοδομίαν. Κατά τα άλλα κρέας 3.600, στάρι      3.000, λάδι 4.000, ζάχαρη 4.000, βούτυρο 6.000, καρύδια 1000, ρύζι 3.500 και         δύο συναγερμοί χθες…

 

Οι λαχανόκηποι της Αθήνας

            Ο Χωματάς αλλά και ο Αστεριάδης, με όλα όσα καταγράφουν στις σημειώσεις τους, ως άλλοι μείζονες Αθηναιογράφοι, θέλουν να μας πουν ότι η πόλη των Αθηνών που μας φιλοξενεί στην προσωρινή και σύντομη διαμονή μας, δεν μας ανήκει, δεν είναι ιδιοκτησία μας. Το μόνο στοιχείο που κατοικεί μονίμως και ελέγχει αυτή την πόλη είναι ο ανεξέλεγκτος και ατέρμων χρόνος. Εμείς απλώς περνάμε από μέσα, σαν αεράκι ανοιξιάτικο ή φθινοπωρινό, διασχίζουμε την πόλη, προσπαθώντας για λίγο να συναντήσουμε τον εαυτό μας προκειμένου να κατανοήσουμε ποιοί είμαστε και τι ζητούμε και παράλληλα να ανιχνεύσουμε τη φύση και την ιδιοσυστασία αυτής της πόλης καθώς και των διαδοχικών πόλεων που έζησαν από κάτω επιστρωματωμένες από τα βάθη των αιώνων, η μία επάνω στην άλλη επιχωματωμένες, για να χαθούμε σύντομα και αιφνίδια πίσω στο απόλυτο τίποτα απ’ όπου προερχόμαστε και από το οποίο εκκινήσαμε.

Τα γεγονότα στο βιβλίο εξελίσσονται και καταλαμβάνουν διάστημα μιας δεκαετίας περίπου, ξεκινώντας από την εποχή της δικτατορίας του Μεταξά πριν από τον Β’ πόλεμο, συνεχίζουν κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και φθάνουν ως την απελευθέρωση της Αθήνας από του Ναζί.

Ο Χωματάς και ο Αστεριάδης, μόνιμοι κάτοικοι και οι δύο της πρωτεύουσας, άγνωστοι μεταξύ τους αρχικά, θα συναντηθούν συμπτωματικά για μία και μοναδική φορά, χωρίς αυτό να αποτελέσει λογοτεχνικό «εύρημα» που θα προωθήσει αναλόγως τη δράση. Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο στη μυθιστορία είναι ότι συγγράφουν επιστημονικά εγχειρίδια, ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον και ο καθένας με βάση την ειδικότητά του. Σε όλο το διάστημα της συγγραφής επιδίδονται σε σχολαστική και επίπονη επιτόπια έρευνα συλλέγοντας και καταγράφοντας όλα τα στοιχεία που θα τους χρησιμεύσουν για την μελέτη τους.

Το να γράφεις και να μιλάς για ένα βιβλίο που σου άρεσε, να διατυπώνεις δηλαδή γραπτώς τις σκέψεις που γεννήθηκαν κατά την διάρκεια της ανάγνωσης και ακολούθως να έχεις την επιθυμία να τις κοινωνείς, οδηγεί προς την πράξη της ανταπόδοσης προς εκείνα που το συγκεκριμένο βιβλίο και ο συγγραφέας του σου προσέφεραν, πράξη κατά βάση ευχαριστιακή που εμπίπτει σε τελετουργικό τυπικό θρησκευτικής φύσεως και καταβολής.

 

Παρατηρώ μια μυρμηγκοφωλιά και αποφασίζω ολωσδιόλου ξαφνικά να        κατουρήσω τη μυρμηγκοφωλιά, να τη διαλύσω, θα μπορούσα άνετα να πάω στον καμπινέ, τον βλέπω πιο κει, ένα στενό καλυβάκι μόνο του πιο πέρα, μπα,          τώρα μού ‘ρθε αυτή η ιδέα, την πατήσανε τα μυρμήγκια, δεν χάλασε ο κόσμος,             μυρμήγκια είναι, το κάνω λοιπόν, κάτι που δεν θά ‘κανα ποτέ στον κήπο του             σπιτιού μας, και παράλληλα με την ανακούφισή μου βλέπω με ενδιαφέρον πώς      αντιδρούν τα μυρμήγκια στην καταστροφή που τους προκαλώ…

Μα ποιός λοιπόν είναι ο Φύσσας; Με ποιούς πάει; Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί. Και κάποιος άλλος θα έβγαζε ενδεχομένως το συμπέρασμα, Ε, μα ο Φύσσας εδώ δεν έχει τον θεό του. Κάποιος τρίτος θα αποφάσιζε και θα το διατύπωνε με έμφαση, Ο Φύσσας εισηγείται μια νέα μυθολογία της γραφής, ταυτόχρονα έξω και μέσα από τον Κανόνα…

 

 

Σύνθεση των πετρωμάτων

 

            Μπορείτε κι εσείς αγαπητοί φιλαναγνώστες να αμφιβάλετε, και να αναρωτηθείτε ακόμα, αν όλα αυτά τα παράδοξα που μας αραδιάζει, ιδιαίτερα στις μακροπερίοδες προτάσεις, με συγκρατημένο σαρκασμό, υπόγειο χιούμορ και αγαθή προαίρεση χρησιμοποιώντας με ευγένεια και σεβασμό μια βιωμένη γλώσσα με στοιχεία τόσο λαϊκά όσο και δημώδη (γλώσσα της συνοικίας και της περιφέρειας των Αθηνών, όχι του κέντρου), σχετικά με τους λαχανόκηπους της Αθήνας, με τους κηπουρούς που παράγουν και δεν παρασιτούν, με τα περιττώματα των ζώων, μετεωρολογικούς κλωβούς, πολύμετρα, ακτινογράφους, τιμολήπτες, βροχόμετρο, εξατμισιόμετρο, μεταλλικό βαρόμετρο, τον τρομερό πρασάγγουρα ή κολοκυθοκόφτη, τα μερμήγκια και τους μερμηγκοφάγους, τη βλαστική δύναμη του σπόρου και πόσα άλλα ακόμα, αν αποτελούν όλα αυτά τω όντι, λέγω, στοιχεία μυθοπλασίας. Θα σας απαντήσω με μια εξίσου ερωτηματική πρόταση, έστω και ανορθόδοξα, Τί ορίζεται σαν μυθιστόρημα πέρα από τη σύνθεση που επιχειρεί, το κόσμο που ανασυνθέτει και την ανυπέρβλητη γοητεία της γραφής που ασκεί; Υπάρχει ορισμός για το μυθιστόρημα; Έστω και συμβατικός;

Όταν λοιπόν ο βιωμένος ιστορικός χρόνος μεταφέρεται στο παρόν και ενισχύεται με στοιχεία μυθοπλασίας, αδιαπραγμάτευτα και απολύτως αληθοφανή, τότε μπορούμε να μιλάμε για υψηλής μορφής λογοτεχνία και για πραγματική, καθαρόαιμη δημιουργία.

Το βιβλίο του Φύσσα, έργο άκρατων εμμονών, προκειμένου να πάρει το σχήμα του και ως εκ τούτου να διεκδικήσει τις ερμηνευτικές του συντεταγμένες, θα μπορούσε ωραιότατα να πακεταριστεί, σαν σάντουϊτς ας πούμε, ανάμεσα σε δύο σημαντικές και αξεπέραστες αρχαίες ελληνικές ρήσεις: Από τη μία βρίσκεται το        «Ἒνδον σκάπτε» και από την άλλη το «Ὣρας αἳ πάντα φέρουσι» δηλαδή «τίς εποχές που όλα τα φέρνουν» μαζί με το «Τά δέ πάντα οἰακίζει κεραυνός», όλα τα κυβερνάει ο κεραυνός, αυτά τα δύο τελευταία από  τον Προσωκρατικό Ηράκλειτο, τον επιλεγόμενο και Σκοτεινό ή Αινικτή.

Το Ἔνδον Σκάπτε αποδίδεται στον Ρωμαίο Μάρκο Αυρήλιο (121-180) είναι όμως αρκετά αρχαιότερο. Ο Αυρήλιος, που βρισκόταν πολύ κοντά στη σκέψη των στωϊκών, συνέπτυξε την ρήση του Χίλωνα του Λακεδαιμόνιου, ενός από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας, που έζησε τον 6ο αιώνα, σύμφωνα με την οποία «Ἔνδον ἡ πηγή του ἀγαθού και ἀεί ἀναβλύεις δυναμένη ἐάν ἀεί σκάπτεις».

Επιδίδομαι σε εγκυκλοπαιδικής φύσεως πιρουέτες; Ναι, κάπως έτσι είναι. Μα το ίδιο δεν κάνει, και με πολύ πιο κομψό και δόκιμο τρόπο από εμένα ο ίδιος ο Δημήτρης  Φύσσας; Διάσπαρτες δεν είναι μέσα στο βιβλίο του, και καλά προφυλαγμένες όλες οι γνώσεις που απέκτησε το δίποδο πρωτεύον, κυρίαρχο επί της γης επί χιλιετίες και αποθησαύρισε με πολύ κόπο και αίμα μέσα στο χρόνο και τις οποίες ο εγκυκλοπαιδιστής συγγραφέας επιθυμεί διακαώς να μας μεταδώσει;

Γνωρίζατε παρακαλώ αγαπητοί μου αναγνώστες, ότι  η αστραπή είναι ηλεκτρική εκκένωσις μεταξύ νεφών και ο κεραυνός ηλεκτρική εκκένωσις μεταξύ νέφους και εδάφους και ότι ακόμη η πόλη των Αθηνών κάθεται πάνω σε νερά, σε δεκάδες σε εκατοντάδες υπόγεια ρεύματα, ποτάμια ποταμάκια και ρυάκια καλά κρυμμένα κάτω από το χώμα, τα οποία διατρέχουν αενάως το υπέδαφος του λεκανοπεδίου σε συνεχή και ακαταπόνητη ροή, κατά μήκος και κατά πλάτος μερικά μέτρα κάτω από τα πόδια μας; Και ότι, ώ του θαύματος, αυτά που καταγράφουν πριν από 80 χρόνια με τη μορφή σημειώσεων οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες του βιβλίου, ο Κηπουρός και ο Καιροσκόπος και μας προσφέρονται αφειδώς και ανιδιοτελώς σήμερα, ανάγονται σε σύμβολα που μας μεταφέρουν στον παρόντα και ενεστώτα χρόνο;

Για να γυρίσω πίσω στο ιδιόμορφο σάντουιτς που περιέγραψα  πιο πάνω και για να μην απομακρυνόμαστε από τα δικά μας τα ταπεινά, ισχυρίζομαι από αυτήν ακριβώς τη θέση ότι ο μεν ένας από τους δύο πρωταγωνιστές του Φύσσα, ο γεωπόνος Αντώνης Αστεριάδης, κόντρα στο σημαινόμενο του επιθέτου του (όπως και πιο κάτω ο Χωματάς με το δικό του επίθετο), κατευθύνει το βλέμμα και την σκέψη του προς τα κάτω, δηλαδή σκάβει νοερά το χώμα μπροστά του, πάντα με οδηγό την επιστήμη του, ο δε άλλος ο μετεωρολόγος Χάρης Χωματάς ανυψώνεται νοερά προς τα πάνω, προς τους αιθέρες, πάντα με τη συμβολή της επιστήμης του και τέλος ο επίμονος συγγραφέας Δημήτρης Φύσσας, ο εξ αποστάσεως καταγραφέας (και εκ του ασφαλούς) των πράξεων και παραλείψεών τους, τοποθετεί και πακετάρει για λογαριασμό μας τα συμβάντα και τα γεγονότα της καθημερινής ζωής τους καθώς και των προσώπων που τους περιτριγυρίζουν όπως και της ιστορικής στιγμής μέσα στην οποία ζούνε, με βασικό εφόδιο και αλάνθαστη γωνία λήψης, παρακαλώ, την ποίηση και το  ποιητικό ένστικτο που τον διατρέχει.

Αν ρίξετε μια ματιά στην βιβλιογραφία του, θα διαπιστώσετε ότι ο Φύσσας ξεκίνησε ως ποιητής. Μάλιστα, κάπου αλλού αναφέρεται ο ίδιος, με μια σχετική πικρία θα μπορούσα να πω, στην απώλεια της ιδιότητας του ποιητή, που παραμέλησε και τελικά εγκατέλειψε και λέει λοιπόν ο Φύσσας: Εγώ, ένας τετραγωνισμένος πεζογράφος, ερευνητής και  δημοσιογράφος, που πράγματι «τα πρόδωσα όλα», όλα τα της ποιήσεως εννοώ, καλούμαι τώρα να γράψω… κλπ κλπ.

Ανάμεσα στα δύο άκρα, στον Αστεριάδη από τη μια και στον Χωματά από την άλλη και σε ό,τι εκπροσωπούν, ανάμεσα στο Πάνω και στο Κάτω κινείται το μυθιστόρημα του Φύσσα. Στο ανεξερεύνητο πάνω και στο ανεξερεύνητο κάτω. Στο ανεξερεύνητο, απρόβλεπτο, χαοτικό πάνω και στο ανεξερεύνητο, απρόβλεπτο, χαοτικό κάτω. Στη μέση και επί της λεπτής και εύθραυστης κρούστας γης, επάνω ακριβώς στην επιφάνεια, εξελίσσεται η ιστορία του καθημερινού ανθρώπου με τους έρωτες, τα πάθη, τις δικτατορίες, πολέμους, κατοχή, πείνα, αντίσταση, κυρίαρχες και πολεμοχαρείς φυλές, υποταγμένες φυλές, σαθρές και μη ιδεολογίες, γεννήσεις, θανάτους και βέβαια το σουλάτσο του γνωστού μας Σίσυφου από τις κοιλάδες και τα πρανή εδάφη στις υψηλές βουνοκορυφές και πάλι πίσω, η μόνη δοκιμασμένη διαδρομή, το μόνο ταξίδι που αντέχει στο χρόνο, αξίζει τον κόπο να κάνει κανείς, ένα ταξίδι χωρίς τέλος.

 

 

Τιμή και δόξα στους καταλόγους

 

            Ο Φύσσας δοκιμάζει και δοκιμάζεται, συλλέγοντας εξαντλητικά στοιχεία και συντάσσοντας καταλόγους. Η ανάπτυξη καταλόγων αποτελεί άκρως επικίνδυνη άσκηση βηματισμού επί τεντωμένου νήματος, εδώ όμως ο συγγραφέας, όπως και σε προηγούμενα βιβλία του, διαπρέπει στη δύσκολη και επικίνδυνη αυτή τέχνη, που λάμπρυναν κλασικοί συγγραφείς, από την βαθειά αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας. Άλλη μία εμμονή του Φύσσα.

Τι το δαιμονικό πετυχαίνει στην πραγματικότητα με αυτό το βιβλίο; Μα, κατασκευάζει ένα «ντοκιμαντέρ επιστημονικής φαντασίας» με γερές δόσεις ιστορικής τεκμηρίωσης, και καταφέρνει να γυρίσει το χρόνο πίσω για να μιλήσει βέβαια για το παρόν και εδώ ζητώ συγγνώμη από σας αγαπητοί μου φίλοι, κινηματογραφόπληκτοι και μη για αυτόν τον αδέξιο νεολογισμό, ντοκιμαντέρ επιστημονικής φαντασίας! Όμως, παρ’ όλα αυτά καλά ακούσατε. Κάπως έτσι είναι. Μήπως παραδοξολογώ; Μπορεί. Σκόπιμα ή τυχαία; Μα και τα δύο. Ο ίδιος ο συγγραφέας μού προσφέρει αυτή την ελευθερία με το ανοιχτό και φιλόξενο βιβλίο του Ο κηπουρός και ο Καιροσκόπος, για το οποίο σημειωτέον επιστρατεύει κατά περίπτωση την ιδιαίτερη γραφή διαφορετικών ειδών: α. χρονικού, β. μυθιστορήματος, γ. σεναρίου, δ. θεατρικού έργου ε. ημερολογίου, στ. τετραδίου σημειώσεων και πάει λέγοντας, σε ένα αξεδιάλυτο και συναρπαστικό αμάλγαμα.

Με διάθεση παιχνιδιού δημιουργεί κατά διαστήματα το ξάφνισμα, αποφορτίζει τη γραφή, ξεκουράζει τον αναγνώστη και συνεχίζει το παιχνίδι ανταλλάσσοντας ρόλους με τον εαυτό του, παίζοντας άλλοτε τον σκηνοθέτη κινηματογραφικής ταινίας, άλλοτε τον διευθυντή φωτογραφίας ή τον σεναριογράφο, τον θεατρικό συγγραφέα, τον δημοσιογράφο, τον ηθοποιό. Συμπλέκει τα είδη της γραφής, από σελίδες σεναρίου σε σελίδες θεατρικού μονόπρακτου ή ποιητικής πρόζας, δίνει σκηνοθετικές οδηγίες, τεχνικές οδηγίες, συντάσσει  δημοσιογραφικό ρεπορτάζ.

Ο Φύσσας παίζει σκάκι με τον εαυτό του, φοράει διαφορετικές ιδιότητες, γίνεται ο ίδιος παίκτης, συμπαίκτης και αντίπαλος, αντιδικεί σε ήπιους και πολιτισμένους τόνους με την ίδια την πράξη της γραφής και καταγράφει αυτό που ακριβώς θα επιθυμούσε απαραιτήτως να διαβάζει ο ίδιος στα βιβλία των άλλων.

Κατά διαστήματα εγκαταλείπει την ροή της αφήγησης και όλως αιφνιδίως στρέφεται προς τον εαυτό του αυτοαναφορικά, δηλαδή προς τον εαυτό – συμπαίκτη και του απευθύνει το λόγο, απαιτώντας εξηγήσεις. Όμως με όποιον τρόπο και αν συμπεριφέρεται, δεν παραλείπει να τρέφει έναν απέραντο θαυμασμό και σέβας για τον έμψυχο και άψυχο κόσμο που τον περιβάλλει, για τους καρπούς, για το χώμα, για όλα τα πλάσματα της φύσης, μεγάλα ή μικρά, ανωφελή και κοινωφελή, χρήσιμα ή άχρηστα.

Η μία έκπληξη ακολουθεί την άλλη. Στο φινάλε του βιβλίου ο συγγραφέας παραθέτει αναλυτικά τις πηγές του. Απόλυτα ειλικρινής, δεν κρύβει και δεν κρύβεται, δεν κλέβει, επιθυμεί να εκτεθεί ως το τέλος και δεν φοβάται. Η απαρίθμησή των πηγών αποτελεί μια συναρπαστική περιπέτεια της γλώσσας και οι τίτλοι της βιβλιογραφίας στο τέλος του βιβλίου του, που διαδέχονται ο ένας τον άλλον, συνιστούν ένα ταξίδι σε άγνωστες και εξωτικές περιοχές.

Επιτέλους ένα βιβλίο καθόλου πολιτικά ορθό, ευτυχώς καθόλου πολιτικά ορθό, ένα βιβλίο που κατακλύζεται από γόνιμες εμμονές, υπεύθυνα αναλαμβάνει κινδύνους και παίρνει τόσο τις ελευθερίες του όσο και τις αποστάσεις του. Όχι πως είναι ένα βλάσφημο ή βέβηλο ή λοξό βιβλίο, όχι καθόλου, το αντίθετο μάλιστα, είναι ένα πλήρες και ολοκληρωμένο έργο με έντονη και ιδιαίτερη προσωπικότητα που αντιμετωπίζει τους χαρακτήρες του, την εποχή του, τη γη που πατάμε, την ίδια την διαδικασία της γραφής με απόλυτο σεβασμό, κατανόηση, σοβαρότητα, αίσθημα ευθύνης και αγάπη, προπάντων αυτό. Αν μας κλείνει το μάτι μια στις τόσες, έ και αυτό σήμερα, μέσα στο παιχνίδι δεν είναι;

Ο Δημήτρης Φύσσας μας προσφέρει ένα βιβλίο που ορθώνεται απέναντι στην παθητικότητα του καθημερινού ανθρώπου, την αντιμάχεται, εισηγείται την αυτενέργεια και για το οποίο ο κάθε ευφυής και ικανός φιλαναγνώστης θα μιλάει και θα το θυμάται για πολύ πολύν καιρό.-

 

 

 

INFO: Δημήτρη Φύσσα, Ο κηπουρός και ο καιροσκόπος

εκδ. Εστία, 2014, σελ. 256

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here