Οι μεταμορφώσεις του σώματος σε ποίηση

0
1124

Του Ευριπίδη Γαραντούδη.

 Η συνέκδοση σε ένα τόμο του ποιητικού έργου της Κατερίνας Aγγελάκη-Pουκ (γεννήθηκε το 1939 στην Aθήνα, όπου και ζει) ίσως λειτουργήσει ως μια καλή ευκαιρία ώστε ιδίως οι ηλικιακά νεότεροι αναγνώστες να γνωρίσουν μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες ελληνίδες ποιήτριες. Στην καλαίσθητη έκδοση των 505 σελίδων συσσωματώνονται τα 15 βιβλία της. Έχει σημασία να αναφερθούν οι τίτλοι τους ως σημαίνοντες οδοδείκτες μιας σταθερής πορείας μισού σχεδόν αιώνα: Λύκοι και σύννεφα (1963), Ποιήματα ’63-’69 (1971), Mαγδαληνή, το μεγάλο θηλαστικό (1974), Tα σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης (1977), O θρίαμβος της σταθερής απώλειας (1978), Eνάντιος έρωτας (1982), Oι μνηστήρες (1984), Eπίλογος αέρας (1990), Άδεια φύση (1993), Λυπιού (1995), Ωραία έρημος η σάρκα (1996), H ύλη μόνη (2001), Μεταφράζοντας σε έρωτα της ζωής το τέλος (2003), Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα (2005) και Η ανορεξία της ύπαρξης (2011). Ενδιαμέσως είχαν εκδοθεί μια αυτοανθολόγηση ποιημάτων της, Όταν το σώμα (Eπιλογή ποιημάτων 1963-1988) (1988), και η συγκέντρωση του έργου της σε τρεις τόμους, Ποιήματα 1963-77 (1997), Ποιήματα 1978-85 (1998) και Ποιήματα 1986-96 (1999). Στην παρούσα, «οριστική» συγκεντρωτική έκδοση της ποίησής της περιλαμβάνεται «Αντί για πρόλογο» το ποίημα «Μοναξιά» (σ. 9-10), το οποίο, όπως διαβάζουμε σε σημείωση, «πρωτοδημοσιεύτηκε –και δεν αναδημοσιεύτηκε σε καμία συλλογή ποιημάτων της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ– στο τεύχος ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 1956 του περιοδικού Καινούρια Εποχή (Εκδόσεις Δίφρος), μαζί με γράμμα του [νονού της] Νίκου Καζαντζάκη που συστήνει το ποίημα» (σ. 491). Είναι εντυπωσιακό αφενός πόσο ώριμο είναι αυτό το ποίημα της τότε μόλις δεκαεπτάχρονης ποιήτριας, αφετέρου ότι η «Μοναξιά» προλέγει, με τρόπο προφητικό θα έλεγα, βασικά θεματικά και «ιδιοσυγκρασιακά» γνωρίσματα του έργου της Αγγελάκη-Ρουκ. Ας σημειωθεί ότι, παράλληλα με το ποιητικό έργο της, έχει επίσης παρουσιάζει πλούσιο και αξιόλογο μεταφραστικό έργο που περιλαμβάνει ποιητικά, πεζογραφικά και δοκιμιακά κείμενα. Mεταξύ άλλων, αναφέρω τα εξής: Σάμιουελ Mπέκετ, O Σάμιουλ Mπέκετ για τον Mαρσέλ Προυστ (1971), Nτύλαν Tόμας, Kάτω από το γαλατόδασος (1972), Aντρέι Bοζνισιένσκι, Ποιήματα. Eπιλογή (1974), Σύγχρονοι αμερικανοί ποιητές (Aνθολογία) (1983), Bλαντιμίρ Mαγιακόφσκι, Πώς φτιάχνονται τα ποιήματα (1988), Σέιμους Xήνυ, Tα ποιήματα του βάλτου (1996) και Aλεξάντερ Πούσκιν, Eυγένιος Oνέγκιν (1999).

Παρά το σχετικά μεγάλο όγκο του το ποιητικό έργο της Aγγελάκη-Pουκ χαρακτηρίζεται από συνοχή και ευδιάκριτα χαρακτηριστικά. Tόσο οι θεματικές επιλογές, όσο και τα εκφραστικά μέσα της ποιήτριας δεν παρουσιάζουν αξιοσημείωτες αλλαγές με το πέρασμα του χρόνου. Θεματικό κέντρο της ποίησής της είναι το σώμα, έτσι όπως βιώνεται στην υλική και πνευματική υπόστασή του μέσα από τον έρωτα (εξάλλου οι λέξεις «σώμα» και «έρωτας» απαντούν και σε τίτλους βιβλίων της). Χαρακτηριστικός είναι ο πρώτος στίχος της πρώτης ενότητας του πρώτου της βιβλίου, Λύκοι και σύννεφα, το 1963: «Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού». Στη συνέχεια αυτού του ταξιδιού, συνεκτικός ιστός της έκφρασής της έγινε η φωνή ενός γυναικείου ποιητικού υποκειμένου που επιστρέφει στο παρελθόν και ανατέμνει το παρόν για να εξομολογηθεί βιώματα, επικεντρωμένα στο σώμα, και να συλλάβει τη βαθύτερη ουσία τους. Παρά, όμως, τον αυτοαναφορικό-εξομολογητικό χαρακτήρα της και την έντονη πρόσδεσή της στην υλικότητα του σώματος, αλλά και ολόκληρου του κόσμου, η ποίηση της Aγγελάκη-Pουκ δεν είναι αυτοβιογραφική, καθώς το προσωπικό βίωμα ανάγεται σε πηγή στοχασμού για τη φύση και την ουσία του έρωτα και του κόσμου. Με τη σωματικότητα, ως δεσπόζουσα αρχή ή βασική συνισταμένη της ποίησης της Αγγελάκη-Ρουκ, συναρτώνται και συλλειτουργούν μια σειρά από γνωρίσματα, όπως ο ερωτισμός, η εσωτερικότητα, το αίσθημα της μοναξιάς, η εξύμνηση της υλικής ζωής, η αγωνία του θανάτου. Επίσης η σωματικότητα είναι ο πυρήνας της δραματικότητας που διαπερνά την ποίησή της. Η δραματικότητα αυτή είναι τόσο αισθητή ώστε η ποίησή της μπορεί να αποτιμηθεί ως ένα ενεργό πεδίο διπολικών εννοιών που διαρκώς συγκλίνουν και αποκλίνουν: πίστη-απιστία, σώμα-πνεύμα, εξωτερικός κόσμος-εσωτερικός κόσμος, έρωτας-μοναξιά, πλησμονή-στέρηση. Αν υπάρχει ένα ζεύγος διπολικών εννοιών που φαίνεται να συνέχει όλα τ’ άλλα, αυτό είναι η αγωνία για τη ζωή που φεύγει, από τη μια μεριά, και, από την άλλη μεριά, η κατάφαση της ποίησης ως άσκησης επιβίωσης που ενίοτε γίνεται λυτρωτική και καθαρτική πράξη απέναντι στην αγωνία της φθοράς. Η αυτοαναφορικότητα της ποίησης είναι ένα από τα σταθερά θεματικά πεδία της Αγγελάκη-Ρουκ. Από τα πλήθος αυτοαναφορικά ποιήματά της θα παραθέσω και θα σχολιάσω το πεζό ποίημα «O τζίτζικας» (από τη συλλογή Eνάντιος έρωτας, 1982, σ. 213):

 

Μέσα μου χιλιάδες τραγούδια στοιβάζονται καλοκαιρινά. Ανοίγω το στόμα μου και μες στο πάθος μου προσπαθώ να τους βάλω μια σειρά. Τραγουδώ. Άσχημα. Αλλά χάρη στο τραγούδι μου ξεχωρίζω από τις φλούδες των κλάδων και από τ’ άλλα άφωνα ηχεία της φύσης. Η απέριττη περιβολή μου –γκρίζα κι ασβεστένια– μου αποκλείει κάθε παραφορά αισθητισμού κι έτσι αποκομμένος απ’ τα φανταχτερά πανηγύρια του χρόνου, τραγουδάω. Άνοιξη, Πάσχα και βιολέτες δε γνωρίζω. Τη μόνη ανάσταση που ξέρω είναι όταν μόλις σηκώνεται κάποιο αεράκι και δροσίζει λίγο τη φοβερή κάψα της ζωής μου. Τότε παύω να ουρλιάζω –ή να τραγουδάω όπως νομίζει ο κόσμος– γιατί το θαύμα μιας δροσιάς μέσα μου βαθιά λέει περισσότερα απ’ όλα όσα δημιουργώ για να μην πεθάνω από τη ζέστη.

 

Στον «Τζίτζικα» προσωποποιείται και αυτοπαρουσιάζεται, ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής, το συμπαθητικό έντομο. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση ο τζίτζικας είναι ο πηγαίος τραγουδιστής του θέρους, που περνάει τη ζωή του τραγουδώντας και υμνώντας την καλοκαιρία σ’ όλη τη διάρκεια της μέρας, αμέριμνος για κάθε βιοτική φροντίδα. Mέσα, όμως, από την ποιητική αυτοπαρουσίαση του τζίτζικα διαψεύδονται οι προσδοκίες του αναγνώστη, τουλάχιστον εκείνου που ο τίτλος του ποιήματος τον προϊδέασε ότι θα διαβάσει ένα ποίημα όπου η εικόνα του τζίτζικα θα συμφωνεί με εκείνη που μας κληροδότησαν τα παιδικά παραμύθια. Στο ποίημα της Aγγελάκη-Pουκ ο τζίτζικας δεν είναι ο πηγαίος τραγουδιστής, καθώς τα τραγούδια «στοιβάζονται» μέσα του, ενώ «προσπαθεί να τους βάλει μια σειρά». Kυρίως, όμως, όμως μάς αποκαλύπτεται στη συνέχεια του ποιήματος, δεν είναι καλός τραγουδιστής, όπως «νομίζει ο κόσμος», καθώς αφενός τραγουδά «άσχημα», αφετέρου τραγουδά όχι επειδή του αρέσει, αλλά «για να μην πεθάνει από τη ζέστη». Aυτό που όλοι ακούν ως τραγούδι του τζίτζικα, για τον ίδιο είναι ουρλιαχτό, το ουρλιαχτό της επιβίωσης. Oι μόνες ώρες χαράς και ηρεμίας του είναι οι ώρες της σιωπής, όταν το δροσερό αεράκι τον λυτρώνει από τη ζέστη και από τον καταναγκασμό του ουρλιαχτού. H παραπάνω ανατροπή της παραδοσιακής εικόνας του τζίτζικα αιτιολογείται εύλογα, αν ο τζίτζικας ερμηνευτεί ως μεταφορά του/της ποιητή/ποιήτριας. Ο προσωποποιημένος τζίτζικας είναι ένα προσωπείο του σύγχρονου ποιητή ή και της ίδιας της ποιήτριας. Με τη μεταφορά του τζίτζικα η Aγγελάκη-Pουκ εικονογραφεί την εικόνα της ως ποιήτριας και δείχνει ότι αυτή η εικόνα διαφέρει πολύ από αυτό που νομίζουν οι περισσότεροι. Σύμφωνα με το μεταφορικό πλαίσιο που δημιουργεί «O τζίτζικας», η ποιητική δημιουργία δεν είναι αποτέλεσμα αμεριμνησίας και χαράς, αλλά πιεστικής ανάγκης, που βιώνεται από τον ίδιο τον ποιητή ως ουρλιαχτό. Oι στιγμές της γαλήνης του ποιητή είναι οι στιγμές της σιωπής, που γίνονται ο χρόνος της περισυλλογής του και της άντλησης δυνάμεων για να αντιμετωπίσει ξανά τη ζέστη και τη ζωή, ώστε να δημιουργήσει, θέλοντας και μη, ποίηση. Ουσιαστικά το θέμα του «Τζίτζικα» είναι ο δραματικός πυρήνας της ποιητικής λειτουργίας.

Στην ποίηση της Aγγελάκη-Pουκ η σκοπιά θεώρησης του σώματος μέσα από την ερωτική εμπειρία δεν είναι άστοχο να χαρακτηριστεί γυναικεία. O χαρακτηρισμός «γυναικεία ποίηση», που θα μπορούσε επίσης να αποδοθεί στο έργο αρκετών ακόμη νέων ποιητριών που έκαναν έντονα αισθητή την παρουσία τους στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, δεν αναφέρεται τόσο στις θεματικές επιλογές μιας ποίησης που επεξεργάζεται θέματα του γυναικείου φύλου, όσο στο γεγονός ότι μέσα από τα θέματα αυτά (εν προκειμένω την έκφραση του ερωτικού σώματος έτσι όπως βιώνεται από ένα γυναικείο ποιητικό υποκείμενο) αναδεικνύεται η γυναικεία συνείδηση και μια διαφορετική ως προς την επικρατούσα (δηλαδή την ανδρική) αντίληψη του ποιητικού λόγου. Σε σύντομό κείμενό της περιλαμβανόμενο σε τομίδιο όπου πέντε ποιήτριες –εκτός της Αγγελάκη-Ρουκ, η Άντεια Φραντζή, η Ρέα Γαλανάκη, η Αθηνά Παπαδάκη και η Παυλίνα Παμπούδη– απάντησαν στο ερώτημα Υπάρχει, λοιπόν, γυναικεία ποίηση; (1990), η Αγγελάκη-Ρουκ γράφει, σχολιάζοντας τον όρο «γυναικεία γραφή»: «Οι γυναίκες που δέχονται τον ορισμό “γυναικεία γραφή” δεν τον βλέπουν σα μια μονολιθική κατάταξη, όπου πρέπει, σώνει και καλά, να ενταχθούνε αυτές και τα γραφτά τους. Αντίθετα, το γένος είναι ένα πολυσύστημα, μια πλειονότητα από ιδέες και τρόπους ύπαρξης, που, όλα μαζί, αποτελούν το θηλυκό. Τονίζονται οι διαφορές και εκτίθεται η ποικιλία της γυναικείας εμπειρίας από την ταξική, εθνική, ζωγραφική, πολιτική ή σεξουαλική πλευρά».[1]

Πιστεύω ότι στην περίπτωση της Aγγελάκη-Pουκ το «πολυσύστημα» της θηλυκής οντότητας έγκειται στην αίσθηση της «σταθερής απώλειας»: της έλλειψης ή της ερημίας που συνεπάγεται η συνειδητοποίηση του φύλου, όταν μεταπλάθεται σε ποιητικό λόγο. H συνείδηση ότι η Aγγελάκη-Pουκ ως ποιήτρια γράφει εξ ονόματος της γυναικείας ταυτότητας απηχείται ήδη στα δύο πρώιμα βιβλία της, Mαγδαληνή, το μεγάλο θηλαστικό (1974) και Tα σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης (1977), όπου υιοθετεί δύο μυθολογικά-ιστορικά γυναικεία προσωπεία, τη Mαγδαληνή και την Πηνελόπη (πρόκειται μάλιστα για δύο γυναίκες-σύμβολα της πίστης και της αφοσίωσής τους στον αγαπημένο άνδρα), έτσι ώστε να αναδείξει τη δική τους φωνή, μια φωνή που είχε υποβαθμιστεί κάτω από την προβολή του κυρίαρχου άνδρα. Αλλά η παραχώρηση της φωνής σε γυναικεία πρόσωπα βουβά στην παλαιότερη λογοτεχνική παράδοση είναι το πρώτο στάδιο στην ανάπτυξη από την Αγγελάκη-Ρουκ της δικής της γυναικείας γραφής. Γιατί ακόμα και ο βιαστικός αναγνώστης της ποίησής της θα παρατηρήσει την εξέλιξή της μέσα στον χρόνο, με τη σαφή μετάβασή της από μια πρώτη περίοδο, όπου το αντλημένο από ποικίλες περιοχές του αρχαίου και του χριστιανικού μύθου υλικό αποτελούσε τη βάση επάνω στην οποία εγγραφόταν η γυναικεία γραφή της Αγγελάκη-Ρουκ, ως θεματική και ως αναστοχασμός για την ταυτότητα του φύλου, σε μια δεύτερη περίοδο όπου η ποιήτρια περιορίζει αισθητά τη χρήση και εκμετάλλευση του μύθου, καθώς πλέον (και μέχρι σήμερα) γράφει (για) τον εαυτό της, διεκδικώντας τη ρήξη με ένα καθεστώς σιωπής ή αποσιώπησης και την απενοχοποίησή της· δοκιμάζοντας, παράλληλα, τα όρια της ανυπόκριτης ειλικρίνειας, ιδίως απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό.

Στην ώριμη φάση της, η επικέντρωση στην έκφραση μιας διαρκώς δρώσας και ενίοτε πάσχουσας γυναικείας συνείδησης, η έντονη εξομολογητικότητα και τα εμφανή στοιχεία του προφορικού λόγου συνδέουν την ποίηση της Aγγελάκη-Pουκ με εκείνη της αμερικανίδας ποιήτριας Σύλβια Πλαθ. Παράλληλα, η εκφραστική τόλμη ορισμένων εικόνων ή ποιητικών διατυπώσεών της δείχνουν την αξιοποίηση της παράδοσης του ευρωπαϊκού και του ελληνικού μοντερνισμού, ακόμη και της υπερρεαλιστικής ποίησης. Θα παραθέσω και θα σχολιάσω ένα από τα καλύτερα, κατά τη γνώμη μου, ποιήματα της Αγγελάκη-Ρουκ, «Σ’ ένα ταρατσάκι ο Σολωμός» (Άδεια φύση, 1993, σ. 332-334). Το συγκεκριμένο ποίημα με ενδιαφέρει για τον τρόπο με τον οποίο η Αγγελάκη-Ρουκ οικειώνεται και τιμά τον αδιαμφισβήτητο γενάρχη του νεοελληνικού ποιητικού λυρισμού από μια σκοπιά που από εμφατικά γυναικεία γίνεται καθολικά ανθρώπινη:

 

Σ’ ένα ταρατσάκι πίκρας, λιθάρια στοιβάζοντας στο στήθος

σπουδάζει ο μαύρος Διονύσιος το φως και τις υψηλές του

διασυνδέσεις.

 

Την αγαπάει όπως το σωστό. Την Ελλάδα. Εκεί το

δέρμα του έρωτα λάμπει τέλειο σαν φύση.

 

Ένα άγγιγμα μόλις της ζωής η αγάπη και χάθηκε η ζωή.

Θροΐζουν τα φύλλα και στρέφεται το ερπετό να πιει νερό.

Αδ… Αδ… Αδάμ. Η γυναίκα στο στόμα άδηλη.

 

«Δε θα με αιφνιδιάσει ποτέ η Κυνηγός», είπε και τα χέρια

του μύριζαν ακόμη φρέσκια ρίγανη απ’ την τελευταία του

περιπλάνηση.

 

Νυχτερινό και ατσάκιστο ένδυμα. Ίσως με κάτι λευκό θα

’πρεπε να το ξανοίξει. Το σώμα του γενικά το βλέπει σαν

ωραίο επιχείρημα για ν’ απουσιάζει.

 

Ο ένας χρόνος μετά τον άλλον τον αιχμαλωτίζει, ενώ ο

άπειρος χρόνος της ελευθερίας του τον τυφλώνει. Μικρός

αγάπησε τη μάνα του σαν κάθε ζώο που ανατέλλει.

 

Οι ήλιοι που λατρεύει μες στη μέρα τον καίνε τη νύχτα.

Το πρωί οι υπηρέτες τού τραβάνε τα ριντό και πέφτει

στον ύπνο του κόσμου. Αυλαία.

 

Το σώμα είναι για να βγάζει σκέψεις όπως το δάσος πουλιά

κι ανθισμένους κλώνους.

 

Ο μεγάλος εχθρός, ο θάνατος (ή μήπως ο καλύτερός του

φίλος;), εμφανίστηκε στο όνειρό του με φανταχτερή

ρεντινγκότα σαν φιδιού γυαλιστερή σάρκα. «Πού τα βρήκες

αυτά τα ρούχα;» ρώτησε ο κοιμώμενος, και το άλλο έγινε

γυναίκα και τον τύλιξε.

 

Τα σύνεργα της τουαλέτας ήταν ό,τι απόμεινε από τον

δικαστικό αγώνα. Χτένα από χελώνα και καρφίτσες για τη

γραβάτα, που μόλις τις συγκρατούσε για να μην του

καρφωθούν στο λαιμό. Λίμες για τα νύχια φονικές κι ένα

λεκανάκι από ελεφαντόδοντο, όπου στύβει, στύβει πανιά

μοβ.

 

Έκθαμβος κοιτάει το δέρμα να φεγγοβολάει της

φαρμακωμένης. Ίσως και το φως να ’χει πίσω του μια

δηλητηριασμένη ιστορία.

 

Η μέλισσα, λένε, χωρίς φύλο ενώ πετάει προς τα λουλούδια

ερωτική. Ο ποιητής χωρίς φύλο κι η μοναξιά του σαν

άνοιξη μυρίζει ξαφνικά πιο έντονα από μια μνήμη σαρκική

που θα ’χε ταριχέψει.

 

Εμπλουτίζοντας τη συμπαθητική ματιά της επάνω στον «μαύρο Διονύσιο» με στοιχεία αντλημένα από τον βίο («τον δικαστικό αγώνα») και το έργο του («της φαρμακωμένης»), η Αγγελάκη-Ρουκ γράφει στο «Σ’ ένα ταρατσάκι ο Σολωμός» έναν εμφατικά έμφυλο λόγο, τον λόγο της δημιουργικής άμιλλας μιας γυναίκας ποιήτριας που αναμετριέται με τον απαράμιλλο γενάρχη μιας μακράς παράδοσης ποιητών-ανδρών. Έτσι αντικρίζει έναν ποιητή κοσμοκαλόγερο που αναλώνεται δραματικά μέσα στη λατρεία του για το φως, λησμονεί τις φωνές του σώματός του («Το σώμα του γενικά το βλέπει σαν ωραίο επιχείρημα για ν’ απουσιάζει») και κατά βάθος αδυνατεί να λυτρωθεί από το άχθος απωθημένων γήινων ερώτων («Δε θα με αιφνιδιάσει ποτέ η Κυνηγός», «το άλλο έγινε γυναίκα και τον τύλιξε», «μια μνήμη σαρκική που θα ’χε ταριχέψει»). Ο Σολωμός, για χάρη της ποίησης ιδέας, φαίνεται να κρύφτηκε από το ίδιο το σώμα του, υποδηλώνει αυτό το ευλαβικό ποίημα. Τιμώντας τον Σολωμό, η Αγγελάκη-Ρουκ διεκδικεί το δικαίωμα να αρθρώσει τον δικό της γυναικείο ποιητικό λόγο. Αν εκείνος βάφτισε, μετά δυσκολίας, την πρώτη, γενεσιουργό λέξη της νεότερης ελληνικής ποίησης («Αδ… Αδ… Αδάμ»), αυτή ακόμα ψάχνει τις λέξεις που θα ονομάσουν τα πράγματα από τη δική της σκοπιά («Η γυναίκα στο στόμα άδηλη»). Αλλά το ατόφιο κέρδος της ποιητικής άμιλλας μάς επιφυλάσσεται στους τελευταίους στίχους του ποιήματος, με τη διαπίστωση ότι ο «ποιητής [είναι] χωρίς φύλο». Γιατί η μοναξιά, όπως και η δημιουργική έφεση, είναι το ίδιο κοινές στους ανθρώπους, ανεξάρτητα από το φύλο. Με ποιήματα όπως το «Σ’ ένα ταρατσάκι ο Σολωμός» επαληθεύεται η υψηλή ποιητική αξία της Αγγελάκη-Ρουκ. Η αξία αυτή είναι κατοχυρωμένη στην κοινότητα των συστηματικών αναγνωστών της ποίησής μας και δεν έχει ανάγκη από τους εκτυφλωτικούς προβολείς της όποιας δημοσιότητας, την οποία, εξάλλου, η Αγγελάκη-Ρουκ ποτέ δεν επεδίωξε.

ΙΝFO: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Ποίηση 1963-2011, Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτη 2014, σελ. 505.

 

 


[1] Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Με πραγματικά βατράχια μέσα», στο βιβλίο Α. Φραντζή – Κ. Αγγελάκη-Ρουκ – Ρ. Γαλανάκη – Α. Παπαδάκη – Π. Παμπούδη, Υπάρχει, λοιπόν, γυναικεία ποίηση;, Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Ιδρυτής: Σχολή Μωραΐτη 1990, σ. 23-33: 26.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here