Η ομιλία της νύχτας (του Μάριου Μιχαηλίδη)

0
772

 

Του Μάριου Μιχαηλίδη(*)

 

Η παρουσία του Κώστα Γουλιάμου στα ποιητικά πράγματα του τόπου υπήρξε και εξακολουθεί να είναι διακριτική και αθόρυβη. Αυτή η διαπιστωμένη αλήθεια οφείλεται στον εκ φύσεως συνεσταλμένο χαρακτήρα του και στο ήθος που διαμόρφωσε από τα νεανικά του χρόνια. Σ’ αυτό συνέβαλε και η γνωριμία του, στη δεκαετία του ’70, με έναν κύκλο υπέροχων πνευματικών ανθρώπων -Μάνος Χατζιδάκις, Νίκος Γκάτσος, Οδυσσέας Ελύτης, Δημήτρης Παπαδίτσας, Τάσος Λειβαδίτης, Μανόλης Αναγνωστάκης Κώστας Κουλουφάκος, Μένης Κουμανταρέας, Βασίλης Βασιλικός- καθώς και η επαφή του με άλλους, μοναχικούς ποιητές, όπως ο Γιάννης Σκαρίμπας. Ειδικότερα, για τον τελευταίο αναφέρει σε συνέντευξή του: Άρχισα να γράφω και, συνάμα, προσπαθούσα να μιμηθώ την εκφραστική εξάρθρωση, την αισθητική εκτροχιασμού και παραμόρφωσης του μπάρμπα-Γιάννη Σκαρίμπα. Βυθίστηκα στην αρχαϊκή του κλίμακα, στις ρωγμές της γραφής του ()[1] Όλοι αυτοί αναγνώρισαν στο πρόσωπο του τότε νεαρού ποιητή, ένα γνήσιο ταλέντο. Κυρίως, όμως, με τον δικό τους τρόπο  τον επηρέασαν και τού δίδαξαν ότι η τέχνη απαιτεί αυστηρή αφοσίωση και σοβαρό βηματισμό χωρίς τυμπανοκρουσίες. Αυτό δηλαδή που σήμερα, πολλοί νέοι, και όχι μόνον, ποιητές, αρνούνται ή παραβλέπουν.

Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και το εξής. Ο Κώστας Γουλιάμος ακολούθησε πολύ νωρίς και μία άλλη αθόρυβη πορεία, αυτήν του ακαδημαϊκού δασκάλου, ιδιότητα που τον συνοδεύει μέχρι σήμερα. Μετά από την πολύχρονη απουσία του στον Καναδά, την ανάδειξή του ως Διδάκτορα των Κοινωνικών Επιστημών και τη θέση του καθηγητή σε Πανεπιστήμια του Καναδά, βρέθηκε στην Κύπρο, όπου μετά από μια μακρά ακαδημαϊκή πορεία, αναδείχθηκε σε Πρύτανη του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, θέση που κατέχει μέχρι σήμερα.

Το ίδιο αθόρυβη είναι και η πολύ πρόσφατη εκδοτική επάνοδος του Κώστα Γουλιάμου, μετά από τέσσερις ποιητικές συλλογές[2] και πολλά επιστημονικά βιβλία, με το αισθητικά άρτιο ποιητικό έργο «Η Ομιλία της Νύχτας». Ο χαρακτηρισμός αυτός δίκαια αποδίδεται στις εκδόσεις GUTENΒERG και ειδικότερα στον επιμελητή Γιάννη Μαμάη. Υπογραμμίζω ιδιαιτέρως το “εκδοτική επάνοδος”, γιατί ο Κώστας Γουλιάμος, σε όλο αυτό το διάστημα, ποτέ δεν έπαψε να γράφει ποίηση. Όσοι έχουν την τύχη να επικοινωνούν μαζί του, πολύ καλά το γνωρίζουν. Άλλωστε, αυτό καταμαρτυρούν και οι σποραδικές δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε γνωστά λογοτεχνικά περιοδικά.

Το έργο «Η Ομιλία Της Νύχτας» είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ωριμότητα του ποιητικού λόγου, την ιδιότυπη παρουσία σ’ αυτόν του υπερρεαλισμού με τις εκπλήσσουσες επιλογές των εικόνων και των ποιητικών ζευγμάτων, στοιχεία που συνιστούν ένα μίγμα ελεγχόμενης εκφραστικής πρωτοτυπίας. Ουσιαστικά πρόκειται για τον αμφίσημο όρο της  «πειθαρχημένης ελευθερίας» που αποτέλεσε ένα από τα μείζονα ζητούμενα στην υπερρεαλιστική ποίηση, μετά από την εκφραστική ελευθεριότητα και τις επακόλουθες ακρότητες που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της πρώιμης περιόδου αυτού του επαναστατικού-ποιητικού  φαινομένου.

Η αυστηρότητα στις ποιητικές επιλογές του Κ. Γ. κάθε άλλο παρά τυχαία είναι. Την έγνοια του για τον αφαιρετικό λόγο και την πρόκληση να ασκείται συστηματικά σ’ αυτόν, μακριά από εύκολες επιλογές, την εξέφρασε ο ίδιος σε παλαιότερη συνέντευξή του: Προσωπικά, έχω μια ερωτική, θα ‘λεγα, σχέση με την αφαίρεση. Με την αφαίρεση που, όπως και στα μαθηματικά, ξεκινά από πραγματικά δεδομένα. Ψάχνω, λοιπόν, για το υπόλοιπο. Να το εκφράσω, να του δώσω σχήμα. Πιστεύω, δηλαδή, ότι με την αφαίρεση προχωρά κανείς πέρα από κάθε συμβατικό επίπεδο. Άλλωστε, είναι αυτή που δημιουργεί και τη διαφορετική συνείδηση στις αισθήσεις, τα πάθη, τις ιδέες, τα συναισθήματα. Πρόκειται, λοιπόν, για ρηγματικό μηχανισμό (…)[3].

Στα λόγια αυτά υφέρπουν οι αρχές πάνω στις οποίες στηρίχτηκαν τα ανατρεπτικά κινήματα του συμβολισμού και του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, με κύριους εκφραστές, εκτός των άλλων, από τη μια, τον Μαλλαρμέ και τον Βερλαίν και, από την άλλη, τον  Μαγιακόφσκι, και τον Μπρόντσκι. Και το σημαντικότερο, αποκαλύπτουν τον στέρεο θεωρητικό  εξοπλισμό  του ποιητή. Απόδειξη είναι το γεγονός ότι τα ποιήματα του έργου Η Ομιλία Της Νύχτας, χαρακτηρίζονται από κοινή υφολογική ταυτότητα και κυρίως ότι όλα μαζί συνθέτουν ένα είδος εσωτερικού μονολόγου.

Προοιμιακά, η ποιότητα του μονολόγου αυτού προσδιορίζεται από ένα απόσπασμα παρθένειου ύμνου του Αλκμάνος, που λειτουργεί ως προμετωπίδα (moto) του βιβλίου: … νύκτα δι᾽ ἀμβροσίαν ἅτε σήριον ἄστρον/ ἀυηρομέναι μάχονται·[4] [μτφρ.: γιατί μες στην αθάνατη νύχτα μάς πολεμάνε (οι Πελειάδες …που υψώνονται χαράματα)]. Ένας μονόλογος, λοιπόν, μια ολονύχτια πάλη με τα “πλάσματα της νύχτας”. Αυτό έρχεται να επιβεβαιώσει και το πολλαπλώς εύστοχο απόσπασμα (σελ. 54) από το έργο του Πλάτωνος Τίμαιος, με το οποίο, εν είδη ακροτελεύτιου ποιήματος[5], ολοκληρώνεται  η ποιητική σύνθεση Η Ομιλία Της Νύχτας.  Στο απόσπασμα αυτό ο Πλάτων πρωτοπορεί. Μοιάζει να υπερπηδά το φράγμα του χρόνου και σαν ένας πρώιμος Φρόυντ,  εξηγεί πώς γεννιούνται  και πώς λειτουργούν τα όνειρα. Και πώς ένα φυσικό-πραγματικό φαινόμενο, ο ύπνος, γονιμοποιεί μιαν άλλη υπερ-πραγματικότητα, αυτήν του ονείρου. Αυτήν την υπερ-πραγματικότητα, όπως τη διατύπωσε ο Πλάτων, με την εμφάνιση ειδώλων του ονείρου σαν σε κάτοπτρα και την επικοινωνία του “μέσα” και του “έξω” κόσμου[6], την έκαναν σημαία οι πρωτοπόροι του σουρρεαλισμού, της επανάστασης που έφερε τα κάτω πάνω και άνοιξε νέους δρόμους στην ποίηση, γενικά στις τέχνες, και όχι μόνον[7].

Ποια, άραγε, να είναι τα πλάσματα της νύχτας με τα οποία συνομιλεί ο ποιητής Κώστας Γουλιάμος; Πώς εξελίσσεται αυτή η συν-ομιλία και πώς καταλήγει;

Εξαρχής ο ποιητής προϊδεάζει τον αναγνώστη ότι σ’ αυτήν την απόκρυφη ομιλία-πορεία, επικοινωνεί και με άλλους ποιητές, αναζητώντας κατά κάποιον τρόπο από αυτούς να εγκυρώσουν το έργο του, με στίχους-ποιητικές αναλογίες που παραθέτει προς τιμήν τους, ξεπληρώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο οφειλές μιας πολύχρονης μαθητείας κοντά τους. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται οι: Όμηρος, Ευριπίδης, Δ. Παπαδίτσας, Α. Εμπειρίκος, Ν. Εγγονόπουλος, Giordano Bruno.

Η νύκτια περιπέτεια αρχίζει με ένα διαρκώς εξελισσόμενο άλγος. Ο ποιητής βρίσκεται “ενώπιος-ενωπίω” και μόνον αυτός γνωρίζει ότι το πλησίστιο καράβι θα έχει να παλέψει με τους δαίμονες των ενυπνίων κι ίσως να χτυπηθεί σε αδυσώπητους υφάλους που καραδοκούν στο υπογάστριο σκοτεινών κυμάτων. Και δεν αργεί μες στην ερημία του ξεραμένου κάμπου να νιώσει τον απόηχο τρεμάμενων φωνών, να στήσει σχήματα μορφών και να τα περιφέρει σε άγονες πια γραμμές. Ο Έκτορας, το αιώνιο σύμβολο του εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης είναι πια νεκρός. Το μήνυμα είναι φανερό πως απειλεί τους επιγόνους. Κι ακόμη η Εκάβη, η αιώνια μάνα που δέχεται απανωτά μαντάτα για το χαμό των δικών της και που μάταια προσεύχεται για όσα έχουν απομείνει. Και η Άτοσσα που με  πικρό όνειρο[8] βλέπει τον αφανισμό του γιου της. Παραδίπλα, η μορφή της Θεονόης, με την καρτερία που της όρισε η ειμαρμένη, ετοιμάζει το χαμό του αδερφού της για να δοξαστεί το όνομα των θεών.

Ο ποιητής, μέσα από τις τραγικές φιγούρες  του μύθου και της ιστορίας, προβάλλει την αιώνια αλήθεια για τον πόνο που γεννούν τα πάθη μα και η αλαζονεία των ανθρώπων. Ειδικότερα, ειδωλοποιεί τα πρόσωπα  και τα μεταβάλλει σε προσωπεία που εκφράζουν, αναλογικά, τη μοίρα του σύγχρονου κόσμου. Γι αυτό και βλέπει παντού ένα τοπίο θανάτου να απλώνει την επικράτειά του και να καταλύει τον άλλοτε ζωτικό χώρο της απατηλής μας ευημερίας. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι: (…) Και εγώ σε αναζητώ/στη βροχερή σοφία του σύμπαντος/ στις ευδαιμονίες του χάους/να μελετάς τα άπειρα μηδενικά πάνω στην κρίσιμη ευθεία (…) [9].

Πόσο πιο κρίσιμη, άραγε, μπορεί να είναι αυτή η ευθεία, τώρα που, εκτός όλων των άλλων, τα δεκάδες νεκρά παιδιά των προσφύγων μαζί με τις μανάδες τους αποκαλύπτουν τη χαμέρπεια ενός πολιτισμού που κατατρώει τις σάρκες του; Δεν είναι η μουσική της σελήνης/που ουρλιάζει μέσα στο χώμα/το σκυλί του Οδυσσέα/η ευλαβική του μέθη και οι μέλισσες/ που επικαλούνται το αλφάβητο της κοινοκτημοσύνης/Είναι η λίθινη εποχή των προσφύγων/οι απεγνωσμένες τους κραυγές/καθώς σφάζονται στην κίτρινη άμμο της Ευρώπης[10]. Η κανονικότητα της ζωής, με τις αξίες και τα οράματα των ατόμων και κοινωνιών, έχει ανεπανόρθωτα πληγεί και αιμάσσει ακατάσχετα. Λίθινη η εποχή μας, και παντού ο θάνατος παραμονεύει.

Τα “πλάσματα” της νύχτας σωρεύονται διαρκώς, συνωστίζονται στην εξώθυρα της μνήμης, χτυπούν τα ακρόθυρα κι  εκείνα ανοίγουν διάπλατα. Η ψυχή των ποιητών είναι πλατύχωρη και ευεπίφορη στο άλγος, γιατί χωρίς πόνο και δάκρυ δε γράφεται ούτε ένας στίχος. Είναι η ώρα τέτοια που η ομιλία μεταβάλλεται σε θρηνωδία. Θρηνωδία για τα ανεκτέλεστα, για τα παροπλισμένα όνειρα που έχουν κι αυτά αθόρυβα γεράσει, όπως γερνούν τα σώματα και σήπονται δίπλα στα χλομά έπιπλα[11], παραδαρμένα από τη μάνητα θεών που δεν έστερξαν ούτε καημό ούτε και πόνο ανθρώπινο.

Είναι στ’ αλήθεια καταιγιστικές οι εικόνες στην ποίηση του Κώστα Γουλιάμου. Μέσα στο πελώριο κάδρο της νύχτας συμφύρονται ξεχασμένες καμπάνες/και σακατεμένες εξομολογήσεις (σ. 18), βλοσυρές πλατείες, αγριεμένα άλογα (…)/που χάσκουν στις αποβάθρες της Αφρικής/στη φρίκη της Σφακτηρίας (σ.19-20) . Από αυτόν το χορό των εικόνων δε θα μπορούσε να απουσιάζει ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Ο Κ.Γ. επικοινωνεί με το ποίημα «Τα λόγια». Από αυτό “βγάζει” τις παρθένες και τις βάζει να πορεύονται τρεμάμενες/ στους φίλους της Φλώρινας/στα υψίπεδα της Θράκης/ πρωθιέρειες του άγους στο χάνι της Γραβιάς/στα παράθυρα τ’ουρανού της Αρκαδίας (…) (σ. 22).  Χώροι αυτοί αγαπημένοι της πατρίδας με ξεχωριστές στον καθένα αποτυπώσεις της νεότερης ιστορίας μας.

Αυτές οι Εμπειρίκιες  παρθένες στην ποίηση του Γουλιάμου καταλήγουν, τελικά, να Προσεύχονται γυμνές/σαν φανατικά δελφίνια/ στο κάστρο της Κερύνειας (σ. 23). Και ο ποιητής θρηνεί μα και οργίζεται, καθώς η μνήμη του περιφέρεται στα υψίπεδα της αδικίας: Δεν είναι η εύκολη σιωπή του βιασμού/μήτε η κατοχή στην ανέσπερη σελήνη της Κύπρου (σ.24). Και με φωνή καταπέλτη ψέγει την υποκρισία και το ψέμα, για να πει: Η Αλήθεια δεν είναι λέξη/ αλλά νυχτερινή έφοδος των απόντων/Η ελευθερία δεν είναι λέξη/αλλά το μεγάλο βυζί της αγρύπνιας…(σ.25). Μιας αγρύπνιας που νιώθουν το άλγος της όσοι δεν ξεχνούν τους υπαίτιους για τη ληστεία της πατρίδας/την άλλη μια νύχτα του πρόσφυγα… (σ.26).

Και καθώς ο εσωτερικός ποιητικός μονόλογος προχωρεί σε εκπληκτικές συλλήψεις και κορυφώσεις, η συν-ομιλία με τα πλάσματα της νύχτας διαρκώς εμπλουτίζεται. Στον υπέροχο καμβά των επιλογών του ο ποιητής προσθέτει ονόματα που ξαφνιάζουν: (σ. 27) Αυτή τη νύχτα Ο Hegel κοιμάται/δεν πρόλαβε τους επιγόνους του/ σους ουρανοξύστες των Βρυξελλών (…)/Μόλις ο Hegel ξυπνήσει/το φεγγάρι θα ’χει γεράσει/ και γυμνές οι γυναίκες/θα μπορούν να παίζουν και πάλι αρχαία μουσική/απαγγέλλοντας του θρήνους της Ανδρομέδας (…). Άλλη μια τραγική φιγούρα από τα βάθη της μυθολογίας η Ανδρομέδα, που την αλυσοδέσανε οι δικοί της στα βράχια για να δοξαστεί η παντοδυναμία των θεών. Πόσες, άραγε, γυναίκες σήμερα υφίστανται την ίδια μοίρα καθώς εγκλωβίζονται τιμωρητικά σ’ αυτήν την αρχαία σκουριά.

 

Και μέσα σε ένα κρεσέντο αποκαμωμένης ελπίδας, ο ποιητής επικαλείται πρόσωπα με τα οποία αισθάνεται μεγαλύτερη οικειότητα. Το “προδομένο όνειρο” και ο “χαμένος” αγώνας έχουν αμετάκλητα καταρρεύσει. Η ερημία της νύχτας και οι περιρρέουσες σκιές του μύθου και της ιστορίας αποδυναμώνουν κάθε ελπίδα για μια ιδεολογική –τουλάχιστον- ανασύσταση του οράματος που όχι μόνον έχει χαθεί, αλλά κινδυνεύουν να παραμορφωθούν τα πρωτογενή του συστατικά. Οι στίχοι είναι χαρακτηριστικοί: (σ. 38) Μην αργείς άλλο Άρη/ κι εσείς αντάρτες του/μην αφήσετε το “δημοκρατικό σκοτάδι”/ να γίνει έγκλημα/(…) Μη χαθείτε αδέρφια και σύντροφοι(…).

Ευθύς αμέσως, στην συν-ομιλία της νύχτας, δίπλα στις σκιές του μύθου και της ιστορίας, αναδύονται μορφές υπαρκτών προσώπων που η παρουσία τους και μόνο στη ζωή του ποιητή, υπέχουν θέση ζωτικής ουσίας. Η επίκληση στην αγαπημένη Μαρία είναι αποκαλυπτική: (σ. 38) Και εσύ Μαρία μη χαθείς/στ’ αχανή περιβόλια της Μόρφου στον ουρανό/(…) Από καιρό σε φωνάζω Μαρία/να γίνεις το μάτι της βροχής στα έγκατα του σύμπαντος/βυθίζοντας/τον ουρανό της πατρική γης/(…)  (σ.39) και ό, τι άγγιξες στη Μόρφου στην Κερύνεια στην Αμμόχωστο/ δεν γίνεται πάλι πορτοκάλι ούτε λεμονιά…

Μοιάζει με σύγχρονο θεοτοκίο η επίκληση στη Μαρία, που η αγία αφή των χεριών της κρατά ζωντανά και αμόλυντα τα ιερά τοπωνύμια. Και έτσι θα μείνουν, ενόσω οι ψυχές μπορούν και διαφυλάσσουν αυτά που η τουρκική κατοχή προσπάθησε, αλλά δεν μπόρεσε να τα μιάνει. Σ’ αυτό, χαρακτηριστικός είναι ο διδακτικός και συνάμα παρηγορητικός λόγος του εθνικού μας ποιητή, Χαρές και πλούτη κι αν χαθούν, και τα βασίλεια κι όλα,/τίποτε δεν είναι σαν στητή, μένει η ψυχή κι ολόρθη[12].

Και νιώθοντας της Μαρίας το άλγος, καθώς μέσα της στροβιλίζονται οι μνήμες, ο ποιητής διαπορεύεται στους  δρόμους της Μαδρίτης και εκεί βλέπει τις γυναίκες να  δαιμονίζονται όπως εκείνη. Και πηγαίνει η ματιά του, στα δαιμόνια βουνά της Μακεδονίας/που βασανίζονται ακόμα/με την αδιάκοπη ομίχλη του εμφυλίου[13] (…)

Το τελευταίο πλάσμα αυτής της νυκτωδίας είναι η μικρή Σοφία[14]. Ο ποιητής με συγκίνηση επικαλείται αυτό το σύμβολο της παιδικής αθωότητας μαζί και ελπίδας, αφού ηλικία και όνομα δυνάμει περικλείουν μία βέβαιη υπόσχεση για το μέλλον: (σ.50-54) Μην κλαις Σοφία/στη θάλασσα/ θα λιώσουμε το φεγγαράκι της αυγής/θα πάρουμε την άσπρη βάρκα(…). Ακολούθως, ο χαρακτήρας της επίκλησης μεταβάλλεται σε πενταπλή προτροπή, ισοϋψή με το ύφος ναναρίσματος: …κοιμήσου Σοφία/ο χρόνος δεν έχει κόκκαλα/ (…) Κοιμήσου Σοφία/-όπως πάντα την ίδια εποχή-/ο ουρανός δεν αλλάζει(…) Κοιμήσου Σοφία/στην κεχαριτωμένη οροσειρά του φεγγαριού (…) Κοιμήσου αγρίμι μου “με τους ποδηλάτες που ανεβαίνουν”/στα εύφορα βουνά του γαλαξία (…) Κοιμήσου Σοφία/ αύριο πρωί να ’χεις τη δύναμη να κομματιάσεις/με την αγέρωχη ταχύτητα της άνοιξης/τα θλιβερά χειρόγραφα του γερασμένου δάσους.

Η βασανιστική νυκτωδία, ήδη, έχει λάβει μια κατιούσα τροπή μετά από το σημείο της κορύφωσης και την επίκληση στον Άρη Βελουχιώτη και τους συντρόφους του ονείρου. Η επίκληση στην Μαρία, ηπιώνει το κλίμα του παραδαρμού και μεταβάλλεται σε λόγο αγάπης  με τις συνεχείς επικλήσεις στη μικρή Σοφία. Ιδίως, στην τελευταία επίκληση, ο ποιητής, ολοφάνερα, εναποθέτει την ελπίδα στη νέα γενιά των νηπίων της αθωότητας. Αυτή η γενιά με το καθαρό μέτωπο και με τη λαμπερή  ματιά της ανοιξιάτικης ευωχίας, θα κληθεί να πρωτοστατήσει στην τελετουργία ενός μεγάλου καθαρμού. Στο όνομα μιας ακηλίδωτης ιστορικής αλήθειας, ο ποιητής βλέπει να θριαμβεύει η νήπια αθωότητα της μικρής Σοφίας συντροφιά με τον νοητό ήλιο  της δικαιοσύνης.

 

info: Κώστας Γουλιάμος, Η Ομιλία Της Νύχτας, (GUTENBERG, 2017)

*Ο Μάριος Μιχαηλίδης είναι ποιητής και πεζογράφος, μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων

[1] http://www.andro.gr/empneusi/kostas-gouliamos/

[2] Ματικάπια, Διογένης 1976, Εντροπία, Δωδέκατη Ώρα 1977, Νευρασθενικά τοπία, Μουσικός Αύγουστος 1984, Μανία φιδιού, Εψιλον 1995

[3] Εφ. Εξόρμηση, 3-4 Δεκεμβρίου 1983

[4] Κώστας Γουλιάμος, Η Ομιλία Της Νύχτας, σ. 8,  Αλκμάν, Παρθένεια

[5] Κώστας Γουλιάμος, Η Ομιλία της Νύχτας, όπ, σ. 55

[6] Πλάτωνος Τίμαιος, σ. 98 e(…)[46a] (…) τὸ δὲ περὶ τὴν τῶν κατόπτρων εἰδωλοποιίαν καὶ πάντα ὅσα ἐμφανῆ καὶ λεῖα, κατιδεῖν οὐδὲν ἔτι χαλεπόν. ἐκ γὰρ τῆς ἐντὸς ἐκτός τε τοῦ πυρὸς ἑκατέρου κοινωνίας ἀλλήλοις, ἑνός τε αὖ περὶ τὴν λειότητα ἑκάστοτε γενομένου καὶ πολλαχῇ μεταρρυθμισθέντος (…)

[7]Παρμενίων Μπώλος, Ανδρέας Εμπειρίκος, Κριτική προσέγγιση , εκδ. Γαβριηλίδης, 2008, σ. 1-29, 79 κ.ε

[8] Βλ. Αισχύλου, Πέρσες

[9] Κώστας Γουλιάμος, Η Ομιλία Της Νύχτας, σ. 16

[10] Ό.π. σ.13

[11]  Ό.π, σ. 17

[12] Διονύσιος Σολωμός, «Η Ελληνίδα Μητέρα», στ. 10-11- Ιταλικά ποιήματα, μετάφραση Γ. Καλοσγούρος

[13] Κώστας Γουλιάμος, Η Ομιλία Της Νύχτας, σ.47

[14] Ό.π. σ. 50-54

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here