Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΘΕΜΑΤΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ Βλέποντας το τρέιλερ της «Οδύσσειας» του Κρίστοφερ Νόλαν (του Μανώλη Γαλιάτσου)

Βλέποντας το τρέιλερ της «Οδύσσειας» του Κρίστοφερ Νόλαν (του Μανώλη Γαλιάτσου)

0
693

του Μανώλη Γαλιάτσου

«Τώρα που θα φύγεις πάρε μαζί σου και το παιδί / που είδε το φως κάτω από εκείνο το πλατάνι, / μια μέρα που αντηχούσαν σάλπιγγες κι έλαμπαν όπλα / και τ’ άλογα ιδρωμένα σκύβανε ν’ αγγίξουν / την πράσινη επιφάνεια του νερού / στη γούρνα με τα υγρά τους τα ρουθούνια» γράφει στο ποίημα Αστυάναξ -από τη Μυθολογία του- ο Γιώργος Σεφέρης.

Ο κόσμος των αρχαίων ηρώων είναι ένας κόσμος, πάνω απ’ όλα, φωτολουσμένος. Γεννιέται μέσα στο φως – για να μην πούμε ότι γεννιέται α π ό  αυτό. Το σκοτάδι αποτελεί μόνον, ως μέρος του ημερήσιου κύκλου, την αναγκαία συνθήκη που αναμένει την επόμενη έξοδό του στο φως: την καινούργια τροφοδοσία του απ’ αυτό. Το ίδιο ισχύει και για τις (πιο σκοτεινές) ιστορίες αυτών των ηρώων – ενώ η φορά της πηγής δεν δείχνει την παραμικρή πρόθεση ν’ αλλάξει τον ρου της, ν’ αντιστραφεί· όλα στο τέλος επιστρέφουν στο φως – ποτέ δεν συμβαίνει το αντίθετο. Πρόκειται για ένα αξίωμα -εκ των ων ουκ άνευ- απ’ το οποίο ξεκινούσε η παλιά καλή Τσινετσιτά, στα χρόνια που παρήγαγε την πληθώρα των ψευδοϊστορικών και μυθολογικών ταινιών της, κυρίως στις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Και δεν χρειαζόταν να είσαι ο Βιτόριο Κοταφάβι ή ο Ρικάρντο Φρέντα (τις περιπτώσεις των οποίων δεν κουράστηκε να εξαίρει και ν’ αναδεικνύει, σε διαφορετικές εποχές, ο Μπερτράν Ταβερνιέ) για να το ενστερνιστείς -και να το σεβαστείς- αυτό. Το ίδιο ίσχυε και για σκηνοθέτες όπως ο Πιέτρο Φραντσίσκι, ο Μάριο Καϊάνο, ο Τζόρτζο Φερόνι, ή ακόμα κι ο Λεονβιόλα με τους θρυλικούς –αν μη τι άλλο για τον παιδόκοσμο του ’60!- Μασίστες του.

Οι εικόνες που επιλέγει ο Κρίστοφερ Νόλαν -και μαζί μ’ αυτόν η εταιρεία Γιουνιβέρσαλ- για το επίσημο τρέιλερ της «Οδύσσειας» (The Odyssey, 2026), μοιάζουν στομωμένες απ’ τον υπερβολικό στόμφο που αποπνέει μια ορισμένη, ψηφιακού τύπου, γραφιστική ρητορική του σκότους.  Σαν ένας παράταιρος συμβολισμός που επιθυμεί να (υπο)δηλώσει το σκοτάδι ως κάποιο αυτοδύναμο αποδεικτικό εμβρίθειας. Μια διακριτική ένδειξη  «σοβαρότητας» και βάθους, απαραίτητου για τη σύλληψη και εκτέλεση του όλου εγχειρήματος που μας προτείνεται. Αλλά ο κόσμος του Ομήρου, δίχως το «δικό του» φως, μετατρέπεται για την περίπτωση σε απλό παραλειπόμενο, μια «υποσημείωση» (!) που δεν είχε την τόλμη ν’ αγγίξει μέχρι τώρα η Μάρβελ ή η DC Comics· μια παραλλαγμένη αφήγηση των ηρώων της, πριν την έλευση του ηλεκτρισμού. Και αν ο διανοούμενος σκηνοθέτης Κρίστοφερ Νόλαν πέτυχε στη σειρά των Μπάτμαν που πραγματοποίησε τα αξιοσημείωτα, ομολογουμένως,  αποτελέσματά του, καταφέρνοντας να δείξει διεισδυτικότητα και να προσδώσει περιεχόμενο σε τετριμμένα, κατά τα άλλα, σχήματα, ο Οδυσσέας δεν μοιάζει διόλου η περίπτωση του ήρωα που μπορεί ν’ ακολουθήσει την περπατησιά του «σκοτεινού ιππότη» των κόμικς. Με την ίδια έννοια που ο Όμηρος δεν είναι και τόσο κοντινός –ας λέγεται, ίσως και να μην είναι πια τόσο αυτονόητο!- στην περίπτωση του Σταν Λι ή του Μπομπ Κέιν, κι ας κοστίζει πανάκριβα η αγορά των έργων τους για τη μεταφορά τους στη μεγάλη οθόνη. Αλλά μ’ αυτά και μ’ αυτά ο Κρίστοφερ Νόλαν, από το ένα βήμα του στο επόμενο, μοιάζει να λησμόνησε, σε κάποιο σημείο της διαδρομής του, το πιο κρίσιμο όλων: την αλλαγή αισθητικής προσέγγισης και πνευματικής στάσης εν όψει της νέας του απόπειρας. Αναπόφευκτα στο μυαλό έρχεται, ως σύγκριση, η Οδύσσεια (Ulisse, 1954) του Μάριο Καμερίνι, με πρωταγωνιστή τον Κερκ Ντάγκλας.  Ο παλαίμαχος Ιταλός κινηματογραφιστής, από τις γενιές που έμαθαν το σινεμά μέσα από το ίδιο το σινεμά (και με τρόπο ασυναίσθητο αναζητούσαν, θα έλεγε κανείς, τη μυρωδιά της κινηματογραφικής αίθουσας), αντιλαμβάνεται -από καθαρό ένστικτο;- ότι θα έχει επιφέρει την πιο ανέντιμη αλλοίωση στον ήρωά του αν δεν τον περιβάλλει, ανά πάσα στιγμή, με την πιο θερμή πλημμύρα μεσογειακής λάμψης. Γι’ αυτό και ο Οδυσσέας του ξέρει να παίζει μπροστά στον κίνδυνο, να δοκιμάζει τις αντοχές του εαυτού του και των άλλων, όπως στη σκηνή που περιγελά τον τυφλωμένο –και ταυτόχρονα τυφλό από οργή- Κύκλωπα, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να υπολογίσει εξ ακοής το σημείο που βρίσκονται οι εχθροί του και να  εκσφενδονίσει τον βράχο του μόλις μιαν ανάσα μακριά από το πλοίο τους. Αλλ’ αν ο Οδυσσέας καταφέρνει και διατηρεί το ριψοκίνδυνο πνεύμα του είναι γιατί μπορεί να το απορροφά, κάθε στιγμή, η έκσταση του φωτός και να το καταπίνει με περίσσια ηρεμία η γαλήνια, γαλαζοπράσινη θάλασσα. Στην ταινία του Καμερίνι, το διάφανο και ατάραχο φως αναμειγνύεται με το βίωμα – και απ’ αυτό, όταν έρχεται η ώρα του, αντλεί το κύρος του και το σκοτάδι. Και στο τρέιλερ του Νόλαν; Τι διαφορετικό συμβαίνει σ’ αυτό; Οι νεκροί σύντροφοι, με τις κατάμαυρες περικεφαλαίες και πανοπλίες τους, φυτεμένοι –κυριολεκτικά- στο χώμα, κάνουν μπροστά τους τις αχτίδες του ήλιου να χάνουν μονομιάς το χρώμα τους· να ωχριούν. Σ’ αυτήν την «Οδύσσεια», όπως όλα δείχνουν, απαγορεύεται κάθε απόπειρα φωτοχυσίας. Αντ’ αυτής, οι στιγμές της μέρας –ακόμα κι αυτές- μοιάζουν περισσότερο με αντανακλάσεις του Κάτω Κόσμου: αναλαμπές του ζόφου. Ή, μήπως, (αρέσκονται να) παραπέμπουν σε σκιές του πλατωνικού σπηλαίου – ως και να μην αρκούσε καθαυτή η ποιητική πραγματικότητα του ομηρικού κειμένου; χωρίς την «υπεραξία» του (επινοημένου) διανοήματός της; Όπως και να ‘χει, εκδοχή αχρείαστη και –ως εκ τούτου- βαρετά αδιάφορη.

Είναι λοιπόν αυτό το έλλειμμα, μιας συγκεκριμένης αντίληψης σχετικής με τη φυσική φωτεινότητα, που (με) αποκαρδιώνει στη «σύγχρονη» οπτική του Κρίστοφερ Νόλαν. Και συνιστά τόσο σημαντικό ζήτημα αυτό; Έτσι νομίζω. Πρόκειται για την -αυτούσια- επανάληψη ενός φαινομένου που συντελέστηκε κατά τη μετάβαση από το κλασικό αμερικάνικο γουέστερν σ’ έναν κάποιον ομιχλώδη «ρεαλισμό» της δεκαετίας του ’80. Μέσα σε μια νύχτα ο ουρανός έπαψε πια να είναι γαλάζιος· οι κοιλάδες δεν ήταν πια καταπράσινες. Και σκέφτομαι ότι δεν ήταν ακριβώς ένας (εφιαλτικός) σκηνικός διάκοσμος αυτό που είχε στο μυαλό του ο Γιάννης Ρίτσος όταν έγραφε στο ποίημά του Φιλομήλα (από το Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα): «Έτσι, και με κομμένη γλώσσα, η Φιλομήλα ιστόρησε τα βάσανά της / υφαίνοντάς τα ένα ένα στο χιτώνα της με υπομονή και πίστη, / με χρώματα σεμνά -μενεξελί, τεφρό, λευκό και μαύρο- όπως γίνεται πάντα με τα έργα της τέχνης – περισσεύει το μαύρο… Ωστόσο λέμε: / δίχως τ’ άλλα εκείνα, / τα περιφρονημένα τώρα, τάχατε θα υπήρχε τούτος ο λαμπρός χιτώνας και τ’ αηδόνι;» Και απ’ αυτό το τρέιλερ, της κατά Νόλαν Οδύσσειας, δείχνει ν’ απουσιάζει ακριβώς το πλέον βασικό και αναγκαίο – και ίσως γι’ αυτό και το πλέον ανερμήνευτο- για την ουσία της Τέχνης: ο λόγος εδώ δεν γίνεται για τίποτα λιγότερο από τούτον τον λαμπρό χιτώνα και τ’ αηδόνι. Και πάλι από το σεφερικό Μυθιστόρημα: «Τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στο φως / χαράζοντας τη μοίρα μας μέσα στο φως / με χρώματα και χειρονομίες ανθρώπων / που αγαπήσαμε.» Έχει δίκιο ο Σεφέρης; Να είναι τα χρώματα, άραγε, αυτά που ορίζουν –και- τις ανθρώπινες χειρονομίες; Τείνω να πιστεύω πως ναι.

Προηγούμενο άρθροΈρχονται τα Λογοτεχνικά Βραβεία Αναγνώστη
Επόμενο άρθροΤι έγινε στο The Hellenic Centre στο London… (της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ