Δευτέρα, 11 Μαΐου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ Νίκος Καραθάνος, «Τζένη, Τζένη»: η νοσταλγική αθωότητα που έγινε σαθρό παρόν (της...

Νίκος Καραθάνος, «Τζένη, Τζένη»: η νοσταλγική αθωότητα που έγινε σαθρό παρόν (της Όλγας Σελλά)

0
35

της Όλγας Σελλά

Η αλήθεια είναι πως, όταν πρωτοάκουσα για τη θεατρική μεταφορά της ταινίας «Τζένη, Τζένη», που είχε σκηνοθετήσει ο Ντίνος Δημόπουλος το 1966, δαγκώθηκα. Τη δυσκολία του εγχειρήματος σκεφτόμουν, το πείραγμα της ανάμνησης φοβόμουν, για τον τρόπο που το σήμερα θα προσπαθούσε να οικειοποιηθεί το χθες είχα αμφιβολίες. Πώς να μεταφερθεί στο θέατρο μια από πιο τις εμβληματικές κινηματογραφικές  ταινίες, άρρηκτα συνδεδεμένης και με μερικούς από τους πιο δημοφιλείς ηθοποιούς, οι οποίοι αναπότρεπτα κινητοποιούν αναμνήσεις, νοσταλγία, ασφαλώς και εξωραϊσμό άλλων εποχών;

Ο Νίκος Καραθάνος που υπογράφει και τη σύλληψη και τη σκηνοθεσία του σημερινού εγχειρήματος, φρόντισε, μ’ αυτό που υλοποίησε, να ανατρέψει όλους τους φόβους και τους ενδοιασμούς που είχα. Πήρε το σπαρταριστό όσο και διεισδυτικό κείμενο που υπέγραψαν ο Κώστας Πρετεντέρης και ο Ασημάκης Γιαλαμάς, και χωρίς να αλλάξει απολύτως τίποτα από την ιστορία –που δεν χρειάζεται να επαναλάβω, γιατί όλοι έχουμε δει περισσότερες από μια φορά την ταινία-, μας έδωσε μια παράσταση που  είχε τόσα πολλά, τόσο πυκνά και τόσο εύστοχα. Το σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη, σαν πολιτισμικό και αισθητικό παλίμψηστο αυτών των 60 χρόνων, νοσταλγικό και γκροτέσκο μαζί, και η μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου (που μας κάλεσε να ακούσουμε γνωστές νότες, με άλλο όμως πρόσημο και διάθεση), ολοκλήρωσαν τη σύνδεση του χθες με το σήμερα.

Που ναι, ήταν σύνδεση του χθες με το σήμερα, αλλά δεν ήταν, σε καμία περίπτωση, νοσταλγική διαδρομή.  Ο Νίκος Καραθάνος και όλοι οι συντελεστές της παράστασης έστρεψαν το κεφάλι στο εμβληματικό, ρομαντικό και φωτεινό χθες για να σχολιάσουν το «εν τω μεταξύ», τη διαδρομή, εντέλει  το σήμερα. Ενώνοντας, με ευφυΐα και, κυρίως, με τη γλώσσα του θεάτρου εικόνες, αντικείμενα και συμπεριφορές, που κάποτε έμοιαζαν αθώα, γραφικά ή απλώς κωμικά με τη σημερινή τους εκδοχή.  Γιατί σήμερα, αυτά τα ίδια αντικείμενα και οι συμπεριφορές, που ακόμα υπάρχουν με άλλο περιτύλιγμα ασφαλώς, εντοπίζονται σε επιχειρήσεις και προϊόντα (τουρισμός) και σε παγιωμένες συμπεριφορές της δημόσιας ζωής και δεν είναι διόλου γραφικές και διόλου κωμικές.

Στο σκηνικό παρατάσσονται πολλές «εικόνες». Το απλό σπίτι του κομματάρχη Σκούταρη (Νίκος Καραθάνος), το πλούσιο αρχοντικό του Κασανδρή (Κώστας Μπερικόπουλος) και ανάμεσά τους ένα τεράστιο ταμπλό με φωτογραφίες είτε ασπρόμαυρες (θάλασσα, νησιά παρθένα και γαληνεμένα, εκκλησάκια) είτε έγχρωμες από την ταινία. Ένα εκκλησάκι που μπαίνει και βγαίνει στη σκηνή, στεγάζοντας είτε στιγμές πίστης, αγωνίας και αναζήτησης ενός απάγκιου, είτε έναν γκροτέσκο σχολιασμό όλων αυτών. Δύο ανάγλυφα λογότυπα της Φίνος Φιλμ που πλαισιώνουν στις δύο άκρες τους χώρους του σκηνικού και υπογραμμίζοντας τη συνομιλία του θεάτρου με τον κινηματογράφο. Πορτρέτα του Διονύση Παπαγιαννόπουλου και της Τζένης Καρέζη που εμφανίζονται συχνά σε video wall.  Πολλές παλιές τηλεοράσεις-κουτιά, με χιόνια ή με εικόνα, παραπέμπουν στη σύνδεση των πολλών με την εποχή της ταινίας. Κινέζικα φαναράκια και οι επιγραφές στην κινεζική γλώσσα που αρχικά προκαλούν απορίες, αλλά η πινακίδα με γράμματα νέον, που επίσης κρέμεται από την οροφή του σκηνικού, και  γράφει «Requiem», δεν αφήνει πολλά περιθώρια για παρανοήσεις. Τελικά,  ένας αποχαιρετισμός σε ό,τι υπήρξε –σε νησιά και καλοκαίρια οικεία και αυθεντικά-, και, ταυτόχρονα, ένας σχολιασμός αυτού που τώρα υπάρχει –μαζικός τουρισμός και all inclusive διακοπές, χωρίς αναζήτηση, χωρίς έκπληξη.

Αυτή τη «διαδρομή» μας κάλεσε να κάνουμε σε όλη τη διάρκεια της παράστασης ο Νίκος Καραθάνος και όλοι οι ηθοποιοί που βρίσκονταν στη σκηνή. Διανύαμε διαρκώς, όσο διήρκεσε η παράσταση, την απόσταση ανάμεσα στο τότε και στο τώρα: ανάμεσα σε αναμνήσεις, νοσταλγία, ρομαντισμό, συμπεριφορές, σχέσεις, ιδανικά, αλλά και ωραιοποίηση ενός παρελθόντος που δεν ήταν όσο αθώο θέλαμε να πιστεύουμε -από τη μια πλευρά. Κι από την άλλη, ανάμεσα σε καθετί  που υπήρχε ατόφιο και στο έργο και στην ταινία, και εξακολουθεί να κυριαρχεί σήμερα, χωρίς όμως την πατίνα της αθωότητας και της ανάλαφρης διάθεσης, αλλά με την επίγνωση μιας πραγματικότητας που ταλαιπωρεί και θλίβει (πελατειακές σχέσεις, αναξιοκρατία, αδιαφάνεια, διαφθορά, λαϊκισμός κάθε είδους).

Μα υπήρχαν όλα αυτά στο έργο των Γιαλαμά-Πρετεντέρη; Και αν υπήρχαν γιατί δεν τα βλέπαμε στην ταινία; – αναρωτήθηκα στη διάρκεια της παράστασης. Υπήρχαν ασφαλώς, και ήταν καίρια και ουσιαστικά. Μόνο που τα βλέπαμε σ’ ένα περιβάλλον που υπήρχε ακόμα γύρω μας, αφού ζούσαμε μέσα σε ό,τι αργότερα έγινε νοσταλγία, παράδοση, χαμένη αυθεντικότητα.

Ο Νίκος Καραθάνος κράτησε όψεις της νοσταλγίας –μέσα από την ταινία και τις εικόνες που προβάλλει- κράτησε τις σπαρταριστές ατάκες της, που ζωντανεύουν οι ηθοποιοί της παράστασης, και, με τον τρόπο του θεάτρου, τις αναπαρέστησε δηλώνοντας εύστοχα τη συνέχεια και τη όψη του σήμερα. Των ίδιων τόπων, των ίδιων συμπεριφορών, των ίδιων επιτήδειων πολιτικών χειρισμών, που σήμερα αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά.

Το αποτέλεσμα ήταν απολαυστικό, πρωτότυπο, θεατρικό. Και δεν μπορώ να ξεχωρίσω κανέναν από τους ηθοποιούς. Ήταν όλοι έξοχοι σε ό,τι κλήθηκαν να κάνουν, χωρίς να μιμούνται, χωρίς να δημιουργούν χαρακτήρες-καρικατούρες, φέρνοντας το attitude που σήμερα αναγνωρίζουμε στη συμπεριφορά τους, και ξεπερνώντας τον δύσκολο σκόπελο της μίμησης μιας εμβληματικής εικόνας. Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη ήταν η Τζένη, και ήταν η γυναίκα που αναζητά νέους δρόμους, είναι έξυπνη, δεν υπακούει σε πρότυπα και προαποφασισμένους δρόμους για εκείνην και το κάνει με τον δικό της τρόπο, όπως πάντα, κι ας φοράει το ίδιο θαυμάσιο φουστάνι που φορούσε η Καρέζη, στη σκηνή με το χασάπικο. Ο Χρήστος Λούλης είναι ο Νίκος Μαντάς, ο γόνος, ο άβουλος, ο ψοφοδεής, αυτός που ακολουθεί τους δρόμους που άλλοι χάραξαν αυτόν, και την πολιτική κληρονομικώ δικαίω. Ο Κώστας Μπερικόπουλος είναι ο Μίλτος Κασανδρής,  είναι το καθεστώς, ξέρει τη δύναμή του και το ρόλο του και τα ασκεί. Η Χαρούλα Αλεξίου είναι η Ντιάνα Κασανδρή, αστή, κομψή, ανάλαφρη, ταιριαστή σύζυγος πολιτικού παράγοντα που ξέρει τον ρόλο της. Η Ιωάννα Μαυρέα και η Ζέτα Μακρυπούλια είναι η μητέρα και η κόρη, η Κλάρα και η Υβόννη Καρίπη. Μια μητέρα που εκποιεί την ομορφιά της κόρης για την είσοδό τους στις υψηλές κοινωνικές τάξεις. Απατεώνισσες και εκβιάστριες. Πολυεργαλεία ο Γιάννης Κότσιφας, ο Αλέξανδρος Σκουρλέτης και η Ιωάννα Μπιτούνη. Ο Νίκος Καραθάνος είναι ο Κοσμάς Σκούταρης, ο πατέρας της Τζένης, ο κομματάρχης, ένας λαϊκός άνθρωπος που επηρεάζει το κοινό, υπόσχεται μικροχάρες, ρουσφέτια δηλαδή, κάνει τη βρόμικη δουλειά για τον τοπικό βουλευτή. Και ο Άγγελος Παπαδημητρίου είναι η Ματίνα Σκούταρη, η θεία της Τζένης, σε μια ευφυέστατη ανατροπή που επέλεξε ο Νίκος Καραθάνος, και σ’ έναν ρόλο που ήταν και είναι η προσωποποίηση του στηρίγματος, της φροντίδας, της ανιδιοτελούς προσφοράς. Είναι το αυθεντικό και το ανόθευτο.

Και ήταν όλα τα στοιχεία της παράστασης που κινήθηκαν σ’ αυτόν τον δρόμο, σ’ αυτή τη ματιά. Το σκηνικό, οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπουλου, που αποτύπωσε ακόμα και την τίντα των παλιών φωτογραφιών. Εύστοχη και η διασκευή – δραματουργική επεξεργασία του Γιάννη Αποσκίτη, που έδειξε μ’ έναν τρόπο την πρόσληψη του κειμένου από τις νεότερες γενιές,  που δεν έχουν ούτε αναμνήσεις ούτε νοσταλγία.

Δύο στιγμές της παράστασης θα μπορούσαν να αποτυπώσουν ευθέως την προσέγγιση του Νίκου Καραθάνου: το ένα είναι η μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου, που  –σε συνδυασμό με την κίνηση της Αμάλια Μπένετ-  παρουσίαζε εύγλωττα και ήχηρά το άχτι (αυτή είναι η λέξη) για τις μικρές και μεγάλες απώλειες. Το δεύτερο είναι η μάσκα του Διονύση Παπαγιαννόπουλου, που φέρει το βλέμμα της γνώσης και ταυτόχρονα της σιωπηρής, αλλά αξιοπρεπούς εγκαρτέρησης.

 

Η ταυτότητα της παράστασης
Πρωτότυπο κείμενο: Κώστας Πρετεντέρης, Ασημάκης Γιαλαμάς, Σκηνοθεσία – σύλληψη: Νίκος Καραθάνος, Διασκευή – δραματουργική επεξεργασία: Γιάννης Αποσκίτης, Σκηνικά: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης, Κοστούμια: Άγγελος Μέντης, Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου, Κίνηση: Αμάλια Μπένετ, Βοηθός Σκηνοθέτη: Ιωάννα Μπιτούνη , Συνεργάτες Σκηνοθέτες: Δημήτρης Σταυρόπουλος & Ορέστης Σταυρόπουλος, Φωτογραφίες promo: Γιώργος Καπλανίδης, Φωτογραφίες παράστασης: Ελίνα Γιουνανλή
Βίντεο: Light in the box, Make up: Όλγα Φαλέι, Κομμώσεις: Θωμάς Γαλαζούλας, Διεύθυνση παραγωγής: Έφη Πανουργιά, Επικοινωνία – Γραφείο Τύπου: Μαρία Τσολάκη, Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media, Βασίλης Ζαρκαδούλας

Συμπαραγωγή: Τεχνηχώρος Θεατρικές Παραγωγές

Η παράσταση πραγματοποιείται στο πλαίσιο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Κώστα Πρετεντέρη.

ΔΙΑΝΟΜΗ
Γαλήνη Χατζηπασχάλη, Νίκος ΚαραθάνοςΆγγελος Παπαδημητρίου , Χρήστος Λούλης , Χάρις Αλεξίου, Κώστας Μπερικόπουλος, Ζέτα Μακρυπούλια, Ιωάννα Μαυρέα, Γιάννης Κότσιφας , Αλέξανδρος Σκουρλέτης, Ιωάννα Μπιτούνη.

Και 4μελής ορχήστρα

Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, Κεντρική Σκηνή

Τετάρτη και Κυριακή στις 7μ.μ., Πέμπτη και Παρασκευή στις 8.30μ.μ., Σάββατο στις 5.30μ.μ. και στις 9μ.μ.

 

Προηγούμενο άρθροΗ απαράμιλλη λεπτότητα του Μίκιο Ναρούσε (του Μανώλη Γαλιάτσου)
Επόμενο άρθροΝερά,πολλά νερά (μια ανάγνωση στο “Το κόκκινο φαράγγι” (του Σταύρου Χατζηθεοδώρου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ