Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Η μητριά (Ερωτική λογοτεχνία1)

0
1008

Βαγγέλης Ραπτόπουλος (συμμετοχή στο Dirty Valentine)

Εκείνη την εποχή, εγώ ήμουν γύρω στα σαράντα δύο και ο Στάθης δεκαπέντε μισό. Είχαμε τρία χρόνια που συζούσαμε με τον ―κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερό μου― πατέρα του, και η αλήθεια είναι ότι όλο αυτό τον καιρό μάς είχαν δοθεί κι άλλες αφορμές, απλώς μέχρι τότε κανείς από τους δυο μας δεν το έβλεπε έτσι.

Εννοώ ότι κι εγώ τον είχα δει και ξαναδεί ημίγυμνο και κάθιδρο (θυμάμαι ιδιαίτερα κάποιες φορές που επέστρεφε από αγώνα μπάσκετ και μου είχε μπει η ιδέα, τον είχα θεωρήσει αρκετά ερωτικό δηλαδή, αλλά ήταν μια φευγαλέα εντύπωση, που αμέσως έσβηνε από το μυαλό μου, χωρίς ν’ αφήσει πίσω της τίποτα), κι εκείνος επίσης είχε τύχει να με πετύχει με τα εσώρουχα. Όμως, όλ’ αυτά τα περιστατικά ήταν αλλιώτικα, χωρίς πολύ μεγάλο βάρος και σίγουρα χωρίς την ίδια ένταση. Ή ίσως και να προετοίμαζαν μυστικά το έδαφος, ποιος ξέρει.

Πάντως, τη φορά για την οποία μιλάω, ήταν στο δωμάτιό του, φορώντας μια μακό και το σλιπάκι του, ήταν πεσμένος ανάσκελα στο κρεβάτι του κι είχε το λάπτοπ του ακουμπισμένο στα σκεπάσματα, το βρακί ήταν μισοκατεβασμένο και το δεξί του χέρι έτριβε το πουλί του με μανία.

Με άλλα λόγια, αυνανιζόταν παρακολουθώντας κάποιο πορνοβίντεο, νόμιζε ότι ήταν ολομόναχος στο σπίτι, εγώ ήμουν έξω για ψώνια και επέστρεψα νωρίτερα απ’ ό,τι υπολόγιζε, προφανώς δεν με πήρε είδηση που μπήκα, κι όπως τον αναζητούσα, κατέληξα στο δωμάτιό του, η πόρτα ήταν μισάνοιχτη, την έσπρωξα χωρίς να χτυπήσω, και τελικά έγινε ό,τι έγινε.

Από τη φορά αυτή, μου έχει μείνει η βαριά ερωτική μυρωδιά που είχε κατακλύσει το δωμάτιό του. Δηλαδή, θυμάμαι τα ρουθούνια μου να μπουκώνουν από την οσμή του ερεθισμένου πουλιού του, σχεδόν αμέσως μόλις τον είδα να κάνει αυτό που έκανε με το χέρι του ανάμεσα στα σκέλια.

Πιο σωστό ακόμη θα ήταν να πω ότι με θυμάμαι να μυρίζω εκείνο το διεγερτικό, το μεθυστικό, το ακαταμάχητο ζωϊκό άρωμα, με το που μπήκα ―ο Στάθης πρόλαβε να πάρει το χέρι του απ’ το υπογάστριό του και να καπακώσει το λάπτοπ, αυτό μόνο―, λίγο πριν τον πλησιάσω και σκύψω επάνω του και χώσω τη μύτη μου στην πηγή εκείνης της ευωδιάς.

Από κει και πέρα, μας πήρε η κατηφόρα.

*

[ Απόσπασμα από ανέκδοτο διήγημα ]

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here