Παρασκευή, 24 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Εκδοχές του έρωτα στο χώρο: Εγγονόπουλος – Ελύτης – Εμπειρίκος (της Έφης...

Εκδοχές του έρωτα στο χώρο: Εγγονόπουλος – Ελύτης – Εμπειρίκος (της Έφης Κατσουρού)

0
519

της Έφης Κατσουρού

 

            Ύμνοι και ελεγείες για έρωτες θνησιγενείς, εραστές που μοιάζουν ουτοπίες, ρομαντικές αφηγήσεις και πόθοι που εκπληρώθηκαν μόνο στα χαρτιά ορίζουν με προφάνεια το περιβάλλον της ερωτικής ποίησης ή τουλάχιστον το πεδίο, που για μεγάλη μερίδα του αναγνωστικού κοινού, καλείται να καλύψει ο ερωτικός λόγος. Τι συμβαίνει όμως όταν ο έρωτας στην ποίηση αποκτά σάρκινη εκφορά; Τρυφερά αδηφάγος καταλαμβάνει χώρο, εσωκλείεται μέσα σε μυστικά δωμάτια, απλώνεται σε εκτάσεις αστικές και υπαίθριες διαχέοντας αρώματα πόθου και έξαψης, αντηχώντας κραυγές ηδονής, εγείροντας την αφή των πραγμάτων. Κάθε ποιητής μέσα στο έργο του σταδιακά ιδρύει έναν δικό του, απόλυτα ιδιωτικό, χώρο του έρωτα, ο οποίος στο φως και τη σκιά, την πύκνωση και την αραίωση, την ανοικτότητα και την κλειστότητά του οργανώνει τον ίδιο τον κόσμο του.

Με τον ίδιο τρόπο που καταλύει τον κόσμο και τον γεννά από την αρχή, εγγράφεται στα μεταχειρισμένα δωμάτια και γήπεδα αλλάζοντας τη δομή τους, τις διαστάσεις και τις υφές τους, καθιστώντας τα, ακόμη και στην πιο πεζή κατοπινή τους χρήση, πυκνωτές αισθημάτων και αισθήσεων, ο έρωτας αποτελεί και τη βασική συνιστώσα για την οργάνωση του χώρου στην ποίηση. Ακολουθούν μικρά σκαριφήματα ερωτικών χώρων ποιητών, που, λίγο πολύ, όλοι τούς έχουμε κάποτε διαβάσει. Ίσως διαλέξετε κάπου εκεί ανάμεσα να στεγάσετε τους δικούς σας έρωτες απόψε..

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ – ο ελάχιστος χώρος του έρωτα

Χρεωμένος με το φως και τα τοπία αθωότητας ενός, έκπτωτου σήμερα, ελληνικού τοπίου ο Οδυσσέας Ελύτης μοιάζει να (έτερο)περιορίζεται ερωτικά σε λευκωματικές σπαραγματικές αναγνώσεις των Προσανατολισμών και του Μονογράμματος, ενώ ο έρωτας στην πραγματικότητα αποτελεί για εκείνον τον έτερο πόλο του φωτός, μια δύναμη υπόγεια και ανερμήνευτη που κινεί τα νήματα και σχεδιάζει τον χώρο μέσα και έξω από αυτόν, πριν και μετά από εκείνον. Οι έρωτες στην ποίησή του ουδέποτε υπήρξαν εξωστρεφείς, υφέρπουν, υπονοούνται και διατρέχουν τον στίχο ομολογιακά.

Γράφει στα Ελεγεία της Οξώπετρας στο ποίημα «Ελεγείο του Grϋningen»:

Μικρά χρυσά πετούμενα μωράκια της αναπνοής σου ακόμη

Πάνε κι έρχονται πάνω στην πέτρα και τις νύχτες παίζουνε φεγγάρι

Αλλ’ εκείνος που σαν γλύπτης ήχων μουσική από μακρινούς αστερισμούς συνθέτει

Νύχτα-μέρα εργάζεται. Και τι ντο φαιά τι σολ ιώδη ανεβαίνουν

Στον αέρα. Που κι οι βράχοι πιο ιερείς τέτοιο κλάμα το ευλαβούνται

Και τα δέντρα πιο πουλιά συλλαβές ομορφιάς ανερμήνευτης

Ομολογούνε. Ότι ο έρωτας δεν είναι αυτό που ξέρουμε μήτε αυτό που οι μάγοι διατείνονται

Αλλά ζωή δεύτερη ατραυμάτιστη στον αιώνα

 

Έαρ έλα. Συνένοχος αφού είσαι. Κοίτα:

Τι βαθύ πράσινο τώρα στους ώμους της καλύπτει

Και πως εκείνος την κοιτάζει! Πώς, ύστερα που επάλεψε να βγει

Μέσ’ από τους ανθώνες ένα θάμβος μωβ τους αναρπάζει λίγο ψηλότερα απ’ το έδαφος

Καταμεσής Μαΐου αυτά θελήσαν οι θεοί

Κι άλλα που αγνοώ. […]

 

Κάθε χώρος που περιβάλλει τον έρωτα για τον Ελύτη έχει ένα στοιχείο μυστικιστικό. Ο έρωτας γεννά το φως αλλά δεν το περιέχει. Από τους Προσανατολισμούς έως το Δυτικά της λύπης και το Εκ του πλησίον, οι εσωτερικοί χώροι που στεγάζουν τον έρωτα ταυτίζονται με αρχετυπικές μορφές κατοίκησης, χώρους καθαρών χαράξεων, ελεγχόμενη είσοδο του φωτός και ελάχιστες διαστάσεις, μπορεί να είναι ένα μονόχωρο κτίσμα, ένα δωμάτιο ή ένα ερημοκλήσι. Ο τοίχος, το ταβάνι, το πάτωμα ως βασικές μονάδες δόμησης (σε απόλυτη ταύτιση με την φιλοσοφία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής) είναι τα μόνα στοιχεία του χώρου που ονοματίζονται. […] Ο Ελύτης σε αντίθεση με άλλους ποιητές, δεν μπαίνει ποτέ σε περιγραφές, δεν τον αφορούν τα άλλα στοιχεία του χώρου, από τον κινητό εξοπλισμό διαστασιολογείται μόνο το κρεβάτι, ως ελάχιστη μονάδα συν-κατοίκησης των εραστών ή συνώνυμος χώρος της απουσίας. Με άλλα λόγια, ερωτεύεται πάντα την αρχετυπική εικόνα του κοριτσιού, μια φιγούρα τόσο αφηρημένη όσο και στέρεα, και στεγάζει τον έρωτα αυτό στην αρχετυπική μονάδα κατοίκησης. Ακόμη και στο Μονόγραμμα, που είναι από τις ελάχιστες στιγμές που γίνεται πιο προσωπικός, πιο συγκεκριμένος, ο χώρος του έρωτα δεν αλλάζει, δεν διακοσμείται, απαλλαγμένος από καθετί το περιττό, γεμίζει από το αντικείμενο του έρωτα και γίνεται καθρέφτης του, πολλαπλασιάζει την εικόνα και τις αισθήσεις, διαφυλάσσοντας και αποδίδοντας μέσα στην καθαρότητά του την ουσία του ποθητού προσώπου ακέραιη.

ΙΙΙ.       Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

 

Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω

Να μπαίνω σαν Πανσέληνος

Από παντού για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια […]

 

Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες

Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει

Πάντα εσύ τ πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει

Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ

Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ

Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:

 

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο

Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά

Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική

Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα

Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή

 

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο

Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα

Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου

Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι

Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο

Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς

Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

 

Να μιλώ για σένα και για μένα.

 

VII.      Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί

            Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

           

            Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή

            Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μίαν ηχώ

            Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

 

            Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό

            Και μισή να σε κλαίω στον Παράδεισο.

[αποσπάσματα από το Μονόγραμμα]

 

Όταν από την άλλη πλευρά ο έρωτας συντελείται υπαιθρίως την προστασία που θα παρείχε το κέλυφος, πια την παρέχει ο χρόνος, οι μικρές διαστάσεις δίνουν τη θέση τους στις μικρές ώρες και τα ελεγχόμενα ανοίγματα στο διάτρητο στερέωμα, τα αστέρια που αποτελούν τη μόνη φωτεινή πηγή. Οι εραστές του Ελύτη δεν εκτίθενται στο ηλιακό φως με το οποίο τόσο ταυτισμένη είναι η ποίησή του αλλά ούτε και στον τεχνητό φωτισμό, δεν οχλοβοούν, καθώς ουδέποτε εντοπίζονται σε τοπία αστικά, ψιθυρίζουν. Οι έξω έρωτες είτε συντελεσμένοι είτε αφετηριακοί αποτελούν μικρές αρχετυπικές ηδονοβλεψίες, δεν εκτίθενται αλλά κλέβονται από τον ποιητή και συλλέγονται ως πρωταρχικές φαντασιώσεις υπαίθριων ερώτων.

Η ΑΝΝΟΥΛΑ

Την ώρα που πλένεται, μετά που τέλειωσε την μπουγάδα, στη μεγάλη πέτρινη γούρνα του πλυσταριού. Λευκό φωτεινό σώμα.

Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ

Που διαβάζει για τις «Εισαγωγικές» ενώ χαϊδεύει αφηρημένα τ’ αριστερό της στήθος και, σε κάποια στιγμή, με το μολύβι που κρατάει, κεντά ρυθμικά τη ρώγα της.

Η ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ  

Καθώς το φεγγάρι προχωρεί και την κυριεύει από τα πόδια. Πλέει ανάσκελα μέσα στο φως, κι από τα γυμνά της στήθη, που ανεβοκατεβαίνουν, φτάνει μια μυρωδιά περιβολιού και θάλασσας.

Η ΔΗΜΗΤΡΑ

Ψηλά στην καμινάδα της ταράτσας. Ο άνεμος της παίρνει μαλλί, φουστάνι. Λάμπει απ’ το ίδιο της το δέρμα και στρέφεται δεξιά κι αριστερά σαν πουλί ανεξήγητα ευτυχισμένο.

Η ΜΠΗΛΙΩ

Που φτάνει να το νυχτικό της, το ξανασηκώνει, τέλος το πετά και κάθεται αντίκρυ στην μπαλκονόπορτα με λυμένο πίσω της τον στηθόδεσμο.

Η ΙΝΩ

Προτού κοιμηθεί το βράδυ. Ποτίζει τις γλάστρες και, στο δυνατό φως της βεράντας, το σώμα της διαγράφεται αραχνοΰφαντο νυχτικό. Την μπερδεύεις με τα λουλούδια.

Η ΠΟΠΗ, Η ΑΓΓΕΛΑ, Η ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ

Που κοιμούνται βαθιά: η μία με τους γλουτούς κατά δω· η άλλη ανάσκελα με το ‘να χέρι στο γυμνό στήθος· η Τρίτη με το δεξί πόδι λυγισμένο και τα μπράτσα ψηλά γύρω από το κεφάλι. Ενώ από την μπούκα της πόρτας φτάνει αεράκι από ζουλιγμένο μενεξέ και λεμονόδεντρο.

[αποσπάσματα από την ενότητα ΟΤΤΩ ΤΙΣ ΕΡΑΤΑΙ, [Τα στιγμιότυπα] – γ΄ από τον Μικρό Ναυτίλο]

 

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ – η απελευθερωτική γοητεία του ορίου

Μέσα από την ζωγραφική του παιδεία, ο Νίκος Εγγονόπουλος, έχει την ευχέρεια να εγγράφει τον στίχο του πάνω σε χωρικές και χρονικές αποτυπώσεις, δημιουργώντας συγκερασμούς και υπερβάσεις. Ακόμη και αν δεν έχει καταγραφεί στη συλλογική πρόσληψή τους, ο Εγγονόπουλος υπάρχει και κινείται στον ποιητικό του χώρο ερωτικά κομίζοντας σε αυτόν έναν αισθησιασμό πολύ περισσότερο χειροπιαστό σε σχέση με την αιθέρια εκδοχή που επιτυγχάνει ο Ελύτης στη δική του ποίηση. Σαφώς πιο συγκεκριμένος, ερωτεύεται και ερωτοτροπεί με γυναικείες φιγούρες που ενώ διαθέτουν κάτι το αρχετυπικό στην μορφή τους, για λίγο προικίζονται με μια φθαρτότητα που τις κάνει αδιαπραγμάτευτα απτές την ώρα του έρωτα μέχρι να τις εξυψώσει πάλι και να τις λατρέψει ξανά μέσα στο μύθο τους. Μέχρι όμως να συμβεί αυτό οι εραστές (σχεδόν πάντα σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση) ζουν ερωτικά μέσα σε μικρές κάμαρες και δωμάτια πυκνωτές μνήμης και ονείρου που ως δομικά στοιχεία συχνά έχουν τα ίδια τα σώματά τους και ύλη συνδετική την έλξη και τη μνήμη που τα συνέχει.

 

Το λευκό σώμα της γυναικός

φωτιζόταν 

εκ των έσωθεν

μ’ ένα φως τόσο λαμπρό

 ώστε

εδέησε

να πάρω τη λάμπα

και να την ακουμπήσω

χάμω στο πάτωμα

που

να μπορέσουνε

οι σκιές

των δύο τόσο ευγενικών μας σωμάτων

να προβληθούν

στον

τοίχο

με μια ιερατικότητα βιβλική

 

η λάμπα έκαιε συνεχώς

-η πηγή του πετρελαίου είτανε ανεξάντλητη-

όλη τη νύχτα

την ακόλουθη μέρα

κι όλη την επόμενη νύχτα

χάμω στο πάτωμα

πάνω στα πλούσια

στοιβαγμένα

χαλιά

τα ωραιότερα φρούτα

τα λαμπρότερα λουλούδια

-όπου επικρατούσαν

οι πικροδάφνες

άσπρες και ρόδινες-

 

η ατμόσφαιρα -συμβολική-από ένα κίτρινο: ένα κίτρινο χρυσό

[απόσπασμα από το ποίημα «Κήποι μεσ’ στο λιοπύρι» (Η επιστροφή των πουλιών)]

 

 Παρατηρούμε ότι η εικόνα του χώρου δεν αποδίδεται μέσα από τα μόνιμα (δομικά) στοιχεία του, αλλά μέσα από το φως και τη σκιά, που επιτάσσονται όχι από την φυσική συνθήκη αλλά από την συνθήκη των σωμάτων, την έλξη που τα συνδέει.

Το βλέμμα του ποιητή είναι εμμονικά στραμμένο προς το εσωτερικό των χώρων και η κίνηση που εγείρει το φαντασιακό και πυροδοτεί τον έρωτα, ο οποίος συντελείται πάντοτε μέσα από μία μυστική είσοδο. Ψιθυρίζει στην ερωμένη του «[…]βλέπεις εκείνο το μνημείο / εκεί πέρα / θ ‘ ανοίξουμε την πόρτα /και θα μπούμε: / εκεί θε να σε πάρω αγκαλιά / κι αγκαλιασμένοι έτσι μια για πάντα / θα χαθούμε / μεσ’ στης Δευτέρας Παρουσίας / τα πολύχρωμα / γυαλιά» («Κλέλια ή μάλλον το Ειδύλλιον της λιμνοθάλασσας», Εν ανθηρώ έλληνι λόγω) μαρτυρώντας πως όλες οι μυσταγωγικές και ιερές πράξεις, και πάνω και πέρα από όλα ο έρωτας και η ποίηση τελούνται πίσω από παραθυρόφυλλα και πόρτες μανταλωμένες. Ο πόθος για τον Εγγονόπουλο, όπως και ολόκληρη η ζωή, ενεργοποιείται ουσιαστικά μέσα από την επιβολή του φαντασιακού στον πραγματικό χωροχρόνο, μία κατάλυση της τάξης των πραγμάτων και ίδρυση μιας νέας που δεν μπορεί να συμβεί παρά μόνο μέσα στον μυστικό ναό του. Η ηδονή και η ευδαιμονία ελλοχεύουν πίσω από την εσωτερική πλευρά της πόρτας, μιας πόρτας που μπορεί να οδηγεί ακόμη και σε έναν κήπο, τόσο περίκλειστο ώστε μέσα του να θριαμβεύει οργασμικά κάθε είδους άνθιση.

«μεσ’ απ’ τις γρίλιες τις κλειστές

στην κίτρινη

τη φλόγα

του μεσημεριού

-όταν τ’ αγάλματα σιωπούν

κι οι μύθοι στέργουν-

οι φωνές

δονούν

πρώτα

αχνά

αργά

κι ύστερα βροντερά

και γρήγορα 

μεσ’ στο σοκάκι

 

κι αποκαλύπτουν ξάφνου τα αιώνια μυστικά0.

 [απόσπασμα από το ποίημα «Φωνές», Η επιστροφή των πουλιών]

*

κι όταν φτάσω

στο τελευταίο

σκαλί

της σκοτεινής

αυτής

σκάλας

κι ανοίξω

 την πόρτα

του δωματίου

τότες μόνε αντιλαμβάνομαι 

πως το δωμάτιο

ήταν

-είναι-

ένας μεγάλος

κήπος

γιομάτος μουσική

και ζωγραφιές

 

-ένα δωμάτιο

γιομάτο σεντόνια

ριχμένα

μέσα στον

κήπο- […]»

[απόσπασμα από το ομώνυμο ποίημα της συλλογής Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής]

*

[…]κι όμως ο κήπος 

-λέω-

με τ’ αμέτρητα παράθυρα

ήταν απέραντος

κι οι πρασινάδες του

έφταναν κάτω κοντά στη θάλασσα

ακριβώς εκεί π’ αρχινά

η κίτρινη αμμουδιά

πάνω σ’ αυτή την κίτρινη

αμμουδιά

είπαμε

-με φαίνεται-

τα πιο έμορφά μας τραγούδια

 

κι όμως εκεί

μας πετροβόλησαν

με πέτρες

και βότσαλα

χουφτιές

και τα βότσαλα ήτανε

τα λευκά

ερωτικά δόντια

των γυναικώνε

π’ αγαπήσαμε ».

[απόσπασμα από το ποίημα «Ρόδια=So4H2» της συλλογής Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής]

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ – η συνθετική αρχή του έρωτα ή κατάλυση των ορίων

Φτάνοντας στον ερωτικό χωροχρόνο του Ανδρέα Εμπειρίκου έχουμε πια να διανύσουμε ένα τοπίο που καταλαμβάνει όλα τα μήκη και τα πλάτη μιας άνευ ορίων και άνευ όρων γης. Σε αντίθεση με τον αγαπημένο του φίλο Εγγονόπουλο, του οποίου ο έρωτας γιγαντώνεται μέσα σε αδιάτρητα κελύφη, ο Εμπειρίκος καταλύει κάθε συνοριακή γραμμή, ιδρύοντας χώρους συνεχείς που εκτείνονται στο άπειρο. Οι έρωτές του είναι τέτοιοι, ολοκληρωτικοί, σάρκινοι και ταυτόχρονα αδιαπραγμάτευτα εσωτερικοί. Σε κάθε ερωτική πράξη της ποίησής του μοιάζει η ύπαρξη ολόκληρη να συγκεντρώνεται στην υγρασία που αναβλύζει από τα κορμιά και να ρέει αέναα μπολιάζοντας το σύμπαν. Αυτή η ατέρμονη ροή χωρικά έρχεται να πατήσει, με διαφορετικό τρόπο στο μοντέρνο κίνημα, η απελευθέρωση και ο χώρος που μπορεί στο διηνεκές να επεκτείνεται πάνω σε ένα κάναβο, ακολουθώντας ή καταλύοντας την τάξη του ροϊκά, αποτελεί βασική διδασκαλία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής. Ο έρωτας για τον Εμπειρίκο δεν έχει τόπο, μπορεί να συντελεστεί οπουδήποτε και να είναι δίκαιο και σωστό, γιατί ο πόθος το επιτάσσει. Δρόμοι, πλατείες και ξέφωτα, καμπίνες και καταστρώματα είναι όλα χώροι του έρωτα και ακόμη και όταν αυτός εισέρχεται στα δωμάτια, μοιάζει τα δωμάτια αυτά να έχουν ανοίγματα διάπλατα που ενοποιούν τον μέσα με τον έξω χώρο. Ο ήχος, το φως, η λαγνεία του έρωτα, ως αίσθηση και ως ορμή, διαχέονται και κυριεύουν τον χώρο και τον χρόνο, συναιρούν σκηνές, στιγμές και χωρικά σύνολα ετερόκλητα, οργανώνοντας τις κινήσεις, τις τάσεις και τις στάσεις των ανθρώπων μέσα σε μια κοινή ουσία, αυτή του έρωτα. Με έναν τρόπο δηλαδή ο έρωτας αποτελεί για τον Εμπειρίκο την κεντρική ιδέα, την αρχή της σύνθεσης και της οργάνωσης του χώρου.

Σε βορεινόν δωμάτιον ξενοδοχείου

Οι ερασταί παρομοιάζουν τα τελούμενα

Με τόμον χονδρόν της ιστορίας

Περιλαμβάνοντα πορίσματα πεπραγμένα

Αναρίθμητων εποχών.

 

Οι σπίθες των ματιών της νέας

Και πριν κατακλιθή ακόμη

Πριν εξομοιωθούν οι αναπάλσεις της

Με τα σκιρτήματα των νεαρών δορκάδων

Που έβλεπε η κορασίς στα δάση

Οι σπίθες των ματιών της νέας

Φωτίζουν το δωμάτιον απλέτως.

 

Και ιδού που κατεκλίθη

Τώρα σκιρτούν οι σφαίρες

Σαν τόπια παιζόμενα με περιπάθειαν

Σαν μπάλλες πιεζόμενες με ηδυπάθειαν

Εν μέσω ζωηρών παλμών καρδίας

Εν μέσω αναφωνήσεων λαγνέιας

Εν μέσω αλληλουχίας πράξεων

Που ισοδυναμούν με περιδέραιον του οποίου

Εκάστη χάνδρα αντιστοιχεί σ’ ένα κεφάλαιον

Των γεγονότων που περιλαμβάνουν οι ιστορίες

Οι πλούσιες σε πράγματα σαφή ή και ακαθόριστα

Με περιπέτειες παντοειδείς

Με εκπλήξεις σαν στόματα ανοικτά

Με πράγματα σαν σπίτια ονειρικά

Γιομάτα από μυστήριον και προσδοκία-

Ας πούμε πύργοι σκωτικοί στο Balmoral

Στο Braemar ή κάπου αλλού κοντά στα «lochs»

Σπίτια νεοκλασσικά της Βιργινίας

Σπίτια πράσινα του «art moderne»

Ή αρχαϊκά στις όχθες της Αχερουσίας

Σπίτια των Ηλυσίων φωτεινά

Ή τρώγλες των slums στις λαϊκές της Λόντρας συνοικίες.

 

Τώρα στο δρόμο του ξενοδοχείου περνά

Παρέλασις στρατού με τμήματα ποικίλα

Με τμήματα διαβάσεων

Με άρματα βαρέα μάχης

Τα τηλεβόλα των είναι μακρά

Και είναι τα σκέλη της νέας πολύ ανοικτά

Παρά τη ζήλεια των αντεραστών

Που σ’ άλλα σημεία της πόλης τη γυρεύουν

Είναι η στιγμή αγαλλιάσεως ποταμός

Κι οι στεναγμοί της νεανίδος νέφη ελαφρά

Νέφη λευκά σαν πούπουλα της εφροσύνης

Καθώς προ του ξενοδοχείου περνά

Με εμβατήρια με μπάντες

Στιλπνός στρατός των εθνικών εορτών

[…]

Με παραλήρημα σφοδρόν του πλήθους

Ιδίως την ώρα που περνούν τα τανκς

Με στρατιώτας όρθιους να χαιρετούν εις τους πυργίσκους.

 

Έτσι περνά η ώρα και ο στρατός

Η νέα βρίσκεται ακόμη στο δωμάτιον

Τα δυο παράθυρά του μένουν ανοικτά

Όπως τα σκέλη της και η ψυχή της

[…]

Κ’ ενώ το ρίγος επεκτείνεται

Και ο ήλιος λάμπει και πλαταγίζουν οι σημαίες

Αεροσκάφη σε πυκνούς σχηματισμούς

Διασχίζουν τον αιθέρα

Την ώρα που εκτοξεύονται αι θηλαί

Και ενδυναμώνουν αι γαμηκαί ωθήσεις

Και αγάλλονται οι ερασταί στας στοναχάς των

Και ακούονται οι ερπύστριες των αρμάτων

Και διαδίδεται παντού η φήμη

Ότι ο νέος στρατός αήττητος κατέστη. […]

Αίφνης με ορμήν το σπέρμα ανβλύζει

Και ενώ σείει τα σώματα σεισμός

Ο ίμερος χύνεται πυκνός

Μέσα στον δίαυλον τον ανοικτόν που τον προσμένει

Στον δίαυλον που τον δέχεται

Όπως η διψασμένη γη τον όμβρον.

[από το ποίημα «59. Εορτασμός», Αι γενέαι πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον ως χθες»]

 

Μέσα σε αυτά τα χωρικά πλαίσια, ο ίδιος, στα περισσότερα ποιήματα και συνθέσεις του,  υπάρχει ως κομιστής της εμπειρίας, ως πρεσβευτής του έρωτα. Ηδονικά παρατηρεί και στέργει, ενώ κάποτε μόνο εισέρχεται στο τοπίο και μετέχει (περισσότερο αυτό συμβαίνει στα Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία). Εραστές, εν δυνάμει, είμαστε όλοι, εμείς και οι άλλοι, όσοι ποθήσαμε το ακατόρθωτο και σε μια φευγαλέα θραύση της σεμνοτυφίας μας το κατοικήσαμε. Ολόκληρη η ποιητική του Εμπειρίκου μοιάζει να έρχεται να δώσει νοηματική προέκταση, περιεχόμενό και παλμό σε μια μισβαντεροϊκών καταβολών αρχιτεκτονική. Οι απείρως εκτεινόμενες χαράξεις του μοντέρνου, συχνά, παράγουν χώρους αχανείς οι οποίοι ακροβατούν ανάμεσα στην ανοικειότητα και την προσοικείωση. Συναρτώμενοι με την ποίηση του Εμπειρίκου, οι χώροι αυτοί προικίζονται με το συναισθηματικό φορτίο του οποίου στερούνται. Δίνεται στην ανοικτότητα και την απουσία του ορίου μια άλλη διάσταση που θα μπορούσε να αναδιατυπώσει οργανικά την έννοια του κατοικείν.

 

Πως θα ήταν, λοιπόν, ο χώρος αν τον κατοικούσαμε στα αλήθεια ερωτικά, όπως μπορεί, όπως φαντάζεται ο καθένας; Ίσως λίγο καλύτερος στα σημεία.. δοκιμάστε έστω για απόψε, αφού εθιστήκαμε να χρειαζόμαστε ημερολογιακές υπομνήσεις για να γιορτάσουμε τα σημαίνοντα και τα σημαινόμενα του βίου, να ζήσετε τον έρωτα στις ελάχιστες ή στις αχανείς διαστάσεις του χώρου του, όπου και όπως ταιριάζει στον καθένα.

Από εμάς η ποίηση -είναι πάντοτε μια καλή αφετηρία..

 

Προηγούμενο άρθροΆμνετ όπως Άμλετ:Η ταινία που σπάει τα ταμεία και η συγγραφέας της (από την Αλεξάνδρα Χαΐνη)
Επόμενο άρθρο“Η χαμένη μέρα της κυρίας Προυστ”, ένα σύγχρονο παραμύθι (της Σίσσυς Τσιφλίδου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ