Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΣΤΗΛΕΣ ΓΝΩΜΕΣ Συγγραφή:Η τέχνη των μοναχικών εραστών #2 Πατρίδα (από τον Πάνο Ιωαννίδη)

Συγγραφή:Η τέχνη των μοναχικών εραστών #2 Πατρίδα (από τον Πάνο Ιωαννίδη)

0
37

από τον Πάνο Ιωαννίδη*

 

Πατρίδα είναι η γη των πατέρων, εκεί που οι προπάτορες ζούσαν όταν γεννηθήκαμε. Υπό αυτή την οπτική, πατρίδα είναι και η γη των μητέρων, που συνήθως πέρα από το να μας φέρουν στον κόσμο, κάνουν και τα περισσότερα για να μεγαλώσουμε. Ίσως γι’ αυτό, όταν ήμασταν μικροί και μας ρωτούσαν από που είμαστε, λέγαμε η μάνα μας είναι από το άλφα μέρος και ο πατέρας μας από το βήτα. Πατρίδα είναι ο τόπος όπου έχει διαμορφωθεί μια συγκεκριμένη πολιτιστική, φυλετική και κατά κανόνα εθνική ή προτιμότερα εθνοτική συνείδηση. Βάση της πατρίδας είναι η γλώσσα, η οποία φέρνει σε επαφή τους ανθρώπους και συνήθως η θρησκεία, όπως και η σχετικά κοινή, με την στενή ή την ευρεία έννοια, αντίληψη της Ιστορίας. Το προαναφερόμενα στοιχεία διαμορφώνουν τον λαό που διαμένει εντός μιας συγκεκριμένης επικράτειας, ορισμένης από τους κανόνες του διεθνούς δικαίου.

Τι είναι όμως πατρίδα για έναν συγγραφέα; Που νιώθει ο συγγραφέας «σαν το σπίτι του», ή που αντιλαμβάνεται ότι εδώ που βρίσκεται είναι ο τόπος του; Και πως διαμορφώνεται αυτή η σχέση, χωρική ίσως κατά βάση, μα γνωστική στην ανάπτυξη της, αν λάβουμε υπόψη τις τέσσερις πηγές της γνώσης (λόγος, συναίσθημα, διαίσθηση, ένστικτο).

Αναμφίβολα στη βάση αυτής της σχέσης, εμπεριέχεται η γλώσσα στην οποία ο συγγραφέας θα γράψει, η οποία κατά κανόνα είναι η μητρική του, δηλαδή η γλώσσα που του μιλούσε και του έμαθε να μιλάει η μητέρα του. Ως επί το πλείστον, οι περισσότεροι συγγραφείς γράφουν στη μητρική τους γλώσσα, χωρίς όμως αυτό να είναι πανάκεια. Είναι η σχέση με τη γλώσσα, διαμορφώνει κατά την άποψη μου, αυτό που ο/η συγγραφέας θεωρεί ως πρωταρχική πατρίδα του.

Στη δική μου οπτική, η πατρίδα ενός συγγραφέα είναι το μέρος εκείνο όπου ένιωσε για πρώτη φορά καλά με την τέχνη του, και συνάντησε την συγγραφική του ταυτότητα. Εκεί όπου τον περίμενε ο μέσα εαυτός του, αυτός που παρατηρεί, φαντάζεται, μεταπλάθει την πραγματικότητα σε ιστορίες που δεν συνέβησαν ποτέ, αλλά θα μπορούσαν να είχαν συμβεί. Και συνήθως, εκεί όπου ο συγγραφέας αισθάνεται ότι βρίσκεται η πατρίδα του, εκεί τοποθετεί τις ιστορίες που αφηγείται. Γιατί στην πατρίδα βρίσκονται η οικειότητα, η σύνδεση με τον κόσμο και όλα τα υπόλοιπα που δένουν τον συγγραφέα με τον κόσμο του. Στην πατρίδα βρίσκονται η litost του Μίλαν Κούντερα, η huzn του Ορχάν Παμούκ, η heimat για τον Τόμας Μάν, ο νόστος για εμάς τους ξεριζωμένους, λέξεις συμβολικές και φορείς πολλαπλών νοημάτων.

Και αυτές οι υπέροχες λέξεις βρίσκονται σε αυτό που ο συγγραφέας αποκαλεί σπίτι, ακόμη και αν αυτό, είναι ένα ζητούμενο που τον ωθεί σε μια διαρκή αναζήτηση, σε μια μόνιμη φυγόκεντρη κίνηση εξορίας. «Που είναι αυτό;» αναρωτιέται ο Τόμας Μαν όταν η κόρη του Έρρικα του ζητάει να γυρίσουν στο σπίτι τους, στην εξαιρετική ταινία Πατρίδα του Πάβελ Παβλικόφσκι. Η ταινία παρακολουθεί τον μεγάλο νομπελίστα, διάδοχο του Γκαίτε κατά πολλούς, σε ένα μεταπολεμικό οδοιπορικό στα 1949, στις ρημαγμένες από τον ναζισμό και τον πόλεμο Δυτική και Ανατολική Γερμανία, προκειμένου να λάβει δυο σημαντικά βραβεία. Αυτό που γνώριζε ο συγγραφέας ως πατρίδα, δεν υπάρχει πια στα μάτια του, παρά μόνο στην συγγραφική συνείδηση του. «Είμαι ένα αστικό απολίθωμα μιας άλλης εποχής», απαντά ο κινηματογραφικός Τόμας Μαν σε έναν πιονέρο του κομμουνισμού, όταν εκείνος τον καλεί να πιστέψει στο όραμα για έναν δικαιότερο κόσμο.

Ωστόσο, σε μια εποχή σαν τη δική μας, η αναζήτηση της συγγραφικής πατρίδας με όρους μοντερνισμού, είναι κάτι το περίπλοκο. Πλείστοι των συγγραφέων έχουν ταξιδέψει πολύ, αν δεν έχουν ζήσει σε διαφορετικές χώρες, έχοντας αναγκαστεί να μιλήσουν δύο τουλάχιστον, αν όχι αρκετές γλώσσες, για να επιβιώσουν. Οι αποστάσεις μεταξύ των πολιτισμών βαίνουν μειούμενες, ενώ η ταχύρρυθμη διεθνοποίηση του κεφαλαίου τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια σε συνδυασμό με τα απόνερα της πρόσφατης πανδημίας, έχει μετασχηματίσει τον θεσμό της εργασίας σε τηλεργασία και σε παροχή υπηρεσιών από απόσταση. Με δυο λόγια, κάποιος μπορεί να γράφει από παντού, αρκεί να έχει τον χρόνο, τη διάθεση και ίσως την αίσθηση, ότι η γραφή του τον ενώνει με αυτό που ο ίδιος θεωρεί πατρίδα του.

Στα δικά μου μάτια, η Θεσσαλονίκη είναι μια συγγραφική πατρίδα που περικλείει τόσα πολλά στοιχεία, που συνδέονται με αυτό που λέμε εστία. Εδώ από τα μικράτα μου, αλλά και στα ώριμα μου χρόνια, ένιωσα ότι βρίσκεται το καλλιτεχνικό μου σπίτι. Τα γκρίζα κτίρια μου πρόσφεραν στο παρελθόν μια αίσθηση αφαίρεσης από το περιττό στο απαραίτητο, τα δε κενά μεταξύ τους, σηματοδοτούσαν τη δημιουργία που μπορεί να αναπτυχθεί ως χρωματιστή αντίστιξη στο μονότονο της μεγαλούπολης. Η θάλασσα, που συμβολίζει με το απροσμέτρητο μέγεθος της την ουτοπία, δροσίζει αυτή την πλανεύτρα πόλη, παρέχοντας μας την ψευδαίσθηση ότι όλα είναι εφικτά, ότι η αλήθεια μπορεί να γίνει ένα με την πραγματικότητα. Το δάσος που στεφανώνει το μεγαλύτερο μέρος του πολεοδομικού συγκροτήματος, παρέχει τη διαφοροποίηση ανάμεσα στη φυσική ανάσα της ζωής και στην τεχνητή αναπνοή που προσφέρει στον άνθρωπο ο βιοπορισμός, ήτοι η αναγκαστική ενηλικίωση που επιλέγει ο καθένας και η καθεμία που αναλαμβάνει την ευθύνη του εαυτού.

Κυρίως όμως είναι αυτή η μαγική αίσθηση που δημιουργείται ανάμεσα στον συγγραφέα και στον τόπο, την πόλη ως κοιτίδα παραγωγής του πολιτισμού και που δεν είναι απαραίτητο, ίσως και εφικτό, να αποτυπωθεί με λέξεις. Είναι για μένα ένας μεγάλος και εν πολλοίς ολοκληρωμένος έρωτας, ανάμεσα στο πνεύμα μου και στη Θεσσαλονίκη, που με τρέφει όπως ο αρχαίος θησαυρός τον Κόμη του Μόντεχρίστο τον ομώνυμο ήρωα του Αλέξανδρου Δουμά, παρέχοντας μου τη δυνατότητα να γράψω τις ιστορίες που περιμένουν να γίνουν βιβλία. Και παρόλο που θα ήθελα (και ξέρω ότι θα μπορούσα), να είμαι σαν τον Τζελάλ από το Μαύρο Βιβλίο, να μην φεύγω δηλαδή ποτέ από την Πόλη, και να κρύβομαι στα σπλάχνα και στα έγκατα της, εντούτοις κάθε που φεύγω, η αγάπη μου για εκείνη με γυρίζει πάλι πίσω.

Με γυρίζει πλάνητα στο Ιστορικό Κέντρο, να παρατηρώ τις αλλαγές του, μέσα από την επιμονή παρουσία της αστικής ομορφιάς του, απότοκο ίσως της αρχιτεκτονικής πρωτοπορίας του Ερνέστου Εμπράρ. Το Ιστορικό Κέντρο της Θεσσαλονίκης έχει εξαίσια θέση στον κήπο της συγγραφικής μου μνήμης. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο, λόγω των έντονων φοιτητικών μου χρόνων, και των βιωμάτων της πρώτης μου νεότητας, αλλά και των πάμπολλων γεγονότων που έλαβαν χώρα στους κόλπους του και συνδέονται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο με την Ιστορία της χώρας μας.

Η αγάπη μου με γυρίζει στα καλντερίμια της Άνω Πόλης, ένα μέρος στους ώμους της Θεσσαλονίκης, που δεικνύει ίσως όσο τίποτε άλλο, την πολυπολιτισμική καταγωγή της. Στην Άνω Πόλη κατοικεί, σύμφωνα με τον λογοτεχνικό μύθο ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Πέτρος Ριβέρης. Σε αυτή την πανέμορφη επικράτεια έχω εμπνευστεί πολλές από τις σκηνές που πρωταγωνιστεί, σε αυτά τα μέρη έχω λάβει σημαντικές αποφάσεις που αφορούν τη δική μου ασήμαντη ζωή. Εκεί καταφεύγω, στο μυστικό ησυχαστήριο μου, όταν νιώθω καμιά φορά να πνίγομαι, όχι από την πόλη, αλλά από τους ανθρώπους και τις συμπεριφορές τους και ψάχνω το απάγκιο μου στο αγαπημένο σημείο θέασης της. Για να καταλάβω για μια ακόμη φορά, πως πέρα από τους αγαπημένους σου, την υγεία και την τέχνη μου, δεν αξίζει να χολοσκάς για τίποτα άλλο.

Και νιώθω πως και η πόλη με αγαπάει γιατί με καλεί να βαδίσω και να οδηγήσω σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της. Από τις κουρασμένες ευκατάστατες ανατολικές συνοικίες, με τις πράσινες αλέες στα πεζοδρόμια και τους φαρδιούς δρόμους, μέχρι το δυτικό πέρασμα της Σελανίκ, με τις κακοφωτισμένες περιοχές και την πρόχειρη δόμηση, τους ανθρώπους που τρέχουν για το μεροκάματο και τα παιδιά που προσπαθούν για το κάτι παραπάνω, η πόλη ρέει μέσα στην συγγραφική συνείδηση μου.

Ρέει πάνω στα στενά του Φαλήρου και της Ανάληψης, εκεί όπου χτυπά η καρδιά του κτήνους, στους δρόμους των Αμπελοκήπων, όπως κυλάει η λάβα στην κοιλιά του ηφαιστείου, στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης που φιλοξενεί τη Συλλογή Κωστάκη, στο γήπεδο του ΠΑΟΚ, εκεί όπου οι πρόσφυγες βρήκαν μια νέα ταυτότητα, στις αμέτρητες εκκλησίες της πόλης που μου θυμίζουν τη βυζαντινή καταγωγή μου και τη μικρασιατική ανατροφή μου, στο Αρχαιολογικό Μουσείο που μου δείχνει την πορεία προς την αισθητική, στους πάνω ορόφους της Δημοτικής Βιβλιοθήκης όπου συνομιλώ με τα βιβλία, στα έκθαμβα ηλιοβασιλέματα που με κάνουν να νιώθω τυχερός που ζω εδώ, στις βροχερές μουντές μέρες που φέρνουν σε πλάνα του Θόδωρου Αγγελόπουλου, στο φανταχτερό μακιγιάζ των γυναικών που κατακλύζουν σαν μέλισσες τα απογέματα την Τσιμισκή, στο δρομάκι της Ζεύξιδος που ενώνει την ψυχή με το μυαλό μου, στα στέκια μου, το De Facto και το Hemingway που μου ζεσταίνουν την καρδιά και φυσικά στο αιωνόβιο Ίγγλις που θα τρώω για πάντα σαλάτα με κρίταμο και μοσχαρίσια γλώσσα, στα αστικά λεωφορεία που στριγγλίζουν καθώς στρίβουν μέσα στα σοκάκια των συνοικιών, στα πρόσωπα των άγνωστων ανθρώπων που συναντώ στον δρόμο και οι σκιές τους τους κάνουν ήρωες μου, στα κύματα αυτής της θάλασσας που αγαπώ να κοιτάζω γιατί λειτουργεί ως μπούσουλας λέγοντας μου πως εδώ είναι η συγγραφική πατρίδα μου.

 

 

 

*Ο Πάνος Ιωαννίδης είναι συγγραφέας και δημιουργός του ιδιωτικού ντετέκτιβ Πέτρου Ριβέρη. Ζει στη Θεσσαλονίκη και είναι μέλος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας https://www.elsal.gr/el/theclub/synenoxoi/1475-panos-ioannidis.html

 

Προηγούμενο άρθροΤο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ετοιμάζει πολλά – Ρεπερτόριο 2026-27 (της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθροΑνάμεσα στο κιβώτιο και στη σελίδα (γράφει ο Λεωνίδας Γεωργόπουλος)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ