Στέφανος Σταμάτης, Από υψόμετρο μηδέν (του Θωμά Ιωάννου)

0
473

 

του Θωμά Ιωάννου 

Σκέπτομαι πάντα τους ανθρώπους που ενώ διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας, η ανακάλυψή τους ήρθε με μία μοιραία χρονοκαθυστέρηση, όταν δεν ήταν πλέον βιολογικά εφικτή η δια ζώσης γνωριμία. Ενδεχομένως, να είναι η μοίρα των δημιουργών που αθόρυβα εφαρμόζουν το “ένδον σκάπτε” αδιαφορώντας για την αβαθή δημόσια επιφάνεια. Μια τέτοια περίπτωση, ήταν ο πεζογράφος Στέφανος Σταμάτης που τα τελευταία χρόνια της ζωής του έζησε ως έπηλυς στην πόλη της Πρέβεζας , μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Όταν πέθανε το 2007, ομολογώ ότι δεν τον γνώριζα καλά, αλλά θυμάμαι το εξαιρετικά θερμό κείμενο του δύσκολου κριτικού Δημοσθένη Κούρτοβικ για την απώλεια ενός τόσο σημαντικού πεζογράφου, αδίκως παραγνωρισμένου, που συνδέθηκε με την Πρέβεζα.

Εν συνεχεία, ασχολήθηκα πιο συστηματικά με το έργο του και εκτίμησα την “παραμυθητική” δεινότητα, τη γλωσσική  αρτιότητα και τη στοχαστική του οξύνοια.  Στο έργο του το ηπειρωτικό τοπίο (καθώς γεννήθηκε το 1932 στη Φιλιππιάδα του νομού Πρέβεζας) γίνεται συχνά ο καμβάς για την ανάπτυξη των ιστοριών του. Όμως η γραφή του δεν εξαντλείται στα στενά όρια μιας επιχώριας λογοτεχνίας, αλλά αποκτά οικουμενική διάσταση. Με γνήσιο τάλαντο “παραμυθά” και με μια διάθεση εξερεύνησης των γκρίζων ζωνών της ανθρώπινης κατάστασης, μακριά από άκοπες μανιχαϊστικές προσεγγίσεις και υπεραπλουστεύσεις, βυθομέτρησε ως έμπειρος ναυτικός τη σκοτεινάδα των “χωρικών υδάτων” μας.

Οπλισμένος με βαθιά ευρυμάθεια, αναγκαία για την στερεή οικοδόμηση ενός μυθοπλαστικού κόσμου, αλλά και με μία χυμώδη γλώσσα, υπόγεια ποιητική, με εναργείς μεταφορές και ζωντανές εικόνες, συχνά ανατρεπτικά παραβατική, ο Στέφανος Σταμάτης έστησε τις ιστορίες του στη σκαλωσιά του ανθρώπινου σώματος και των ανθρώπινων παθών. Οι ήρωες του κάθε άλλο πάρα «χάρτινοι μύθοι» είναι, αλλά φέρουν σάρκα και οστά, σφυρηλατημένοι στο αμόνι της ιστορίας και των προσωπικών τους αδιεξόδων. Η ικανότητά του να αντλεί πρωτογενές αφηγηματικό υλικό και θέματα, από τις πλέον ταπεινές πηγές και να τα μεταπλάθει σε αλληγορικές ιστορίες που κρατούν τεταμένο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, καθώς τον εισάγουν με τρόπο φυσικό στο κλίμα τους, μαρτυρά τη συγγραφική μαεστρία του Σταμάτη.

Εξάλλου, μία πρωτότυπη ιστορία, δεν είναι πάντα κατ΄ ανάγκην ενδιαφέρουσα, εάν δε συνοδεύεται και από ανάλογο σφρίγος γραφής και δακτυλικό αποτύπωμα ύφους. Συχνά, πολλοί επίδοξοι συγγραφείς, ιδιαίτερα όσοι θέλουν να λένε ότι ασκούν το είδος της μικρής φόρμας, παρασύρονται, θαρρώντας ότι μπορούν να παραπλανήσουν τους αναγνώστες και να κρύψουν την ένδεια των εκφραστικών τους μέσων, αναζητώντας ένα πρωτότυπο θέμα.  Όμως, όπως εύστοχα έχει επισημάνει ο σημαντικός Πορτογάλος συγγραφέας και γιατρός, Αντόνιο Λόμπο Αντούνες: «Δε λέω ιστορίες, γράφω», κάτι που αντιδιαστέλλει την σχεδόν ηθογραφική πεπατημένη από τον δύσβατο δρόμο της έντεχνης μυθοπλασίας. Στον τρόπο και στο ύφος της γραφής, στην οικονομία και στην πολυπρισματικότητα του λόγου, κρίνεται το προσωπικό στοίχημα κάθε δημιουργού.

Ένας επίσης κρίσιμος παράγοντας που καθορίζει και την ποιοτική υφή ενός έργου, είναι η προσωπική οπτική γωνία του αφηγητή, ο τρόπος με τον οποίο δηλαδή ο συγγραφέας βλέπει τα πράγματα, η κλίση που δίνει στο φακό που επισκοπεί την ύλη. Ο Δημήτρης Μαρωνίτης κάποτε, είχε χωρίσει αδρά σε δύο μεγάλες κατηγορίες τους δημιουργούς. Σε εκείνους που γράφουν βλέποντας από ένα υπόγειο υπό μία στενή αλλά οξεία γωνία όπως για παράδειγμα ο Μπέκετ και σε κείνους που γράφουν βλέποντας από ένα ρετιρέ, έχοντας μια ευρεία εποπτεία και πανοπτική θέα, όπως π.χ.  Μπαλζάκ. Ο Σταμάτης θα μπορούσε να λεχθεί ότι έχει επιλέξει να παρατηρεί και να συμμετέχει στα δρώμενα από υψόμετρο μηδέν.

Η φράση αυτή, που υπάρχει σε ένα διήγημά του, δεν είναι και άσχετη με την μακρόχρονη ενασχόλησή του με τη θάλασσα. Η θάλασσα, έχοντας υψόμετρο μηδέν προσφέρει τη δυνατότητα, σε κάποιον που ταξιδεύει στο κατάστρωμά, να ζυγίζει με το μάτι του τα ανθρώπινα στις αληθινές τους διαστάσεις, καθώς δεν κοιτάζει ούτε αφ υψηλού ούτε από χαμηλά. Η μηδενική αυτή εστίαση, επιτρέπει στον αφηγητή να εισδύσει σε κάθε πτυχή των ηρώων του, καθώς μπορεί να τους αντικρίσει γυμνούς από τη φενάκη των τεχνητών υψομετρικών κοινωνικών ή πολιτιστικών διαφορών. Απαλλαγμένος από διαθλαστικές ανωμαλίες του φακού εστίασης του, βλέπει με μάτι αλφάδι την αποκαλυπτική οντολογική γύμνια. Όλα συμβαίνουν στο επίπεδο της θάλασσας, μακριά από παραπλανητικές εικόνες ή του ύψους ή του βάθους, αλλά εξ επαφής. Τα πάντα παίζονται στο ρευστό όριο βυθού και επιφάνειας, στο μεταίχμιο πνιγμού και ανάσας.

Η στενή σχεδόν δερματική επαφή με τους ήρωες, με μία ταυτόχρονη αποστασιοποίηση  εν θερμώ, επιτρέπει στον Σταμάτη να εξοβελίσει από το ιδεολογικό πλαίσιο της φωνής του την ασύγγνωστη αφέλεια που συχνά πυκνά ταλανίζει τον γραπτό λόγο. Ο Σταμάτης δε τρέφει αυταπάτες για την ανθρώπινη φύση, ούτε προσπαθεί να περάσει κάποιο θετικό μήνυμα μέσω της γραφής του, υπακούοντας σε λογοτεχνικούς και πολιτικούς καθωσπρεπισμούς. Όσο και αν δείχνουν φαινομενικά ότι εντάσσονται στην κοινωνική νόρμα και δεν αποκλίνουν, αρκεί μία στιγμή αποκαλυπτική, μία ρήξη με το σώμα τους και ευθύς οι ήρωες καθίστανται παρίες, αποδιοπομπαίοι τράγοι και εξοστρακίζονται στο πυρ το εξώτερον καθώς διασάλευσαν την κοινωνική ειρήνη.

Αξονική θέση στο έργο του κατέχει η διαπραγμάτευση της ύβρεως και της έννοιας του κακού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της προβληματικής του αυτής, αποτελεί το μυθιστόρημα της ώριμης φάσης του που κυκλοφόρησε  το 1999 με τον περιγραφικό και εύγλωττο τίτλο «Την τελευταία κραυγή την άκουσε μια πόρνη». Ο Σταμάτης σκηνοθετεί επιδέξια έναν θίασο άθλιων ηρώων, με σκηνικό τα Γιάννενα και τον ευρύτερο ηπειρωτικό χώρο. Προεξάρχων αυτού του συρφετού, είναι ο γερο-Σάββας, ένα κοινωνικό κατακάθι , ένας κατά συρροήν απατεώνας, δοσίλογος ρουφιάνος, σωματέμπορας και δολοφόνος. Ένα κοινωνικό απόβρασμα που πλέον πετάχθηκε στο κάλαθο των αχρήστων και ζει ξεχασμένος από τους πάντες σε μία ετοιμόρροπη και ρυπαρή παράγκα πλάι στη λίμνη. Ο Σάββας δεν κατόρθωσε να κεφαλαιοποιήσει το πλιάτσικο και τα εγκλήματα μιας ζωής, γιατί ίσως δε φέρθηκε πιο έξυπνα ή πιο διακριτικά, όπως διάφοροι εγκληματίες του λευκού κολάρου, καθώς παραήταν κραυγαλέα περίπτωση και εύκολος στόχος όταν αλλάξανε τα πράγματα, και τώρα στα γεράματα βασανίζεται από τις αναμνήσεις μιας τρυφηλής και γεμάτης κτηνώδη λαγνεία νεότητας. Η απώλεια της ισχύος που απολάμβανε τον συντρίβει και τον αφήνει έρμαιο ενός παραληρήματος γεμάτου τοξικές αναθυμιάσεις του παρελθόντος. Η άφιξη στην πόλη ενός ανιψιού του, αναπτερώνει τις ελπίδες του Σάββα πως θα ανακτήσει τα παλιά μεγαλεία, καθώς γνωρίζοντας μυστικά για ηθικές-ερωτικές παρεκτροπές και αμαρτήματα του συγγενή του, προσδοκά πως θα καταφέρει να τον εκβιάσει και να του αποσπάσει χρήματα.

Πέρα από την ανάγκη για χρήματα, ενυπάρχει και το απύθμενο μίσος του γέρου για όσους παρέμειναν κοινωνικά άσπιλοι και αμόλυντοι. Δε το χωρά ο νους τους πώς τόσοι πολλοί, χειρότεροι και από αυτόν, κατόρθωσαν να επιπλεύσουν και να βγουν λάδι απολαμβάνοντας πλούτη, ανέσεις και την εύφημο μνεία των συμπολιτών τους. Οπότε, όταν ο ανιψιός του έρχεται στην πόλη με άλλο όνομα, πιθανώς για να κρυφτεί από το παρελθόν που τον στιγμάτισε, αλλά κοινωνικά καταξιωμένος επιστήμονας στο πανεπιστήμιο ο Σάββας δε χάνει ευκαιρία να τον προσεγγίσει και να απειλήσει να τον καταστρέψει. Παλιά του τέχνη κόσκινο για τον γέρο αλήτη η εκμετάλλευση της αδυναμίας του άλλου και η καταστρατήγηση κάθε έννοιας ιδιωτικής σφαίρας. Γνωρίζει άλλωστε πως οι άνθρωποι, δέσμιοι των παθών τους είναι πάντοτε απροστάτευτοι σε όποιον μπορέσει να φέρει στην επιφάνεια την μη κοινωνικά αποδεκτή δεύτερη και ίσως αληθινή φύση τους. Το θύμα του εκβιασμού υποκύπτει υπό το κράτος του φόβου και πια είναι για τα καλά στα δίχτυα του πανούργου. Σε μία συνάντησή τους του πέφτουν από την τσέπη κατά λάθος κάτι χαρτιά με στίχους του ερωτομανούς Ρωμαίου ποιητή Κάτουλλου που γίνονται στα χέρια του εκβιαστή πολιορκητικός κριός. Ο Σάββας μάλιστα, νομίζει πως ο Κάτουλλος λέγεται Κάτουρος κάτι που προσδίδει και μία νότα ευτράπελης χυδαιότητας, καθώς πίσω και από αυτήν την παρανόηση (σάτιρα που θυμίζει τις αποψεις του Μιχαήλ Μπαχτίν περί καρναβαλιού) κρύβεται η βαθύτερη αποστροφή προς καθετί πνευματικό και η γελοιοποίηση του διαφορετικού. Ταυτόχρονα η βάφτιση του Κάτουλλου σε Κάτουρο υπονοεί και μία βαθύτερη προσκόλληση του Σάββα στο ορμέμφυτο και στην εξουσία των σωματικών υγρών.

Ο απωθητικός και αρνητικός αυτός ήρωας, όμως θα μπορούσε διασταλτικά να υπαχθεί και στην περίφημη ρήση της Χάνα Άρεντ για την κοινοτοπία του κακού. Παρά το ότι είναι ένα εξόφθαλμα αντικοινωνικό στοιχείο, δεν είναι μία περίπτωση δαιμονική ή εξωγήινη, αλλά όπως μονολογεί και ο ίδιος «είμαι ένας σαν κι αυτούς». Εντάσσεται οργανικά στις δομές μιας διαβρωμένης κοινωνίας και αποτελεί το μακρύ χέρι μίας αδηφάγας εξουσίας. Αναλαμβάνει το βρώμικο έργο που καμιά επίσημη αρχή δεν μπορεί να φέρει σε πέρας στα φανερά, αλλά χρειάζεται το παρακράτος και τους δεσμοφύλακές της. Σε αγαστή συνεργασία με τους κατακτητές, ανίερα κομμάτια του κλήρου και το αστυνομικό μετεμφυλιακό κατασταλτικό  κράτος ο Σάββας προσωποποιεί όχι το ατομικά εωσφορικό αλλά τον φορέα μίας κουλτούρας διάχυτου απανθρωπισμού που στηρίζεται διαχρονικά στην εκμετάλλευση του αδυνάτου. Οι άθλιοι ήρωες του Σταμάτη λειτουργούν ως η αναγκαία σαβούρα ώστε να εξασφαλιστεί το αξιόπλοο του σκάφους της κοινωνίας.  Η διαπλοκή της ατομικής με τη συλλογική ιστορία, στο περιβάλλον των στεκάμενων νερών μιας λίμνης δίνεται με τρόπο εξόχως ατμοσφαιρικό και παραληρηματικό, ως ένας εφιάλτης διαρκείας.

Το τέλος θα είναι βίαιο, μία επιβεβλημένη κάθαρση, της οποίας ,από μία τραγική ειρωνεία της μοίρας,  μοναδική μάρτυρας θα είναι μία μικρή πόρνη, ένα πλάσμα σαν τα δεκάδες που εκμεταλλεύθηκε στην ζωή του ο γέρο-Σάββας, που ο λόγος της δεν έχει καμία αξιοπιστία για οποιαδήποτε αρχή και εξουσία. Οι ρόλοι του θύματος και του θύτη εναλλάσσονται εν ριπή οφθαλμού στην εκπνοή του βιβλίου. Κανένας δε μαρτυρεί για τον μάρτυρα, είχε πει κάποτε  ο Πάουλ Τσέλαν και παρακαλώ η λέξη μάρτυρας να διαβαστεί με τη διττή της έννοια.

Οι ήρωες του Σταμάτη, παραδέρνουν στην ξηρά και στη θάλασσα, σε ένα μόνιμο μετεωρισμό που χαρίζει μία συνεχή διακύμανση έντασης στην αφήγηση. Η εναλλαγή της νηνεμίας με τη φουρτούνα και η παντελής έλλειψη σταθερών αναδεύει τα σπλάχνα τους προκαλώντας μία μόνιμη ναυτία προσαρμογής στο εκάστοτε δοσμένο περιβάλλον. Πατώντας με το ένα πόδι στη στεριά και στην ασφάλεια και με το άλλο στη θάλασσα και στη φυγή, οι πρωταγωνιστές κομματιάζονται σε μία μόνιμη διάσχιση με την εσωτερική τους πυξίδα και πελαγοδρομούν. Ανθρώπινα ναυάγια που προσέκρουσαν στο ύφαλο του ενστίκτου και πήρανε στον βυθό τα μυστικά τους.

 

 

Μικρό βιογραφικό (1932-2007)

Ο Στέφανος Σταμάτης είχε καταγωγή από την Ήπειρο. Κύρια ασχολία του η θάλασσα κι ο τουρισμός, ενώ για λίγα χρόνια εργάστηκε στο ραδιόφωνο και τον Τύπο. Πρώτο βιβλίο του η συλλογή διηγημάτων “Ο κάμπος με τα όνειρα”, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1960. Ακολούθησαν άλλα εφτά βιβλία, τα περισσότερα μυθιστορήματα. Συνεργάστηκε με περιοδικά κι εφημερίδες, ενώ κείμενά του περιλαμβάνονται σε πολλές ομαδικές εκδόσεις κι ανθολογίες. Το φανταστικό, λυρικό και ονειρικό στοιχείο χαρακτηρίζουν την πεζογραφία του, και γενικά οι κριτικές για τα έργα του ήταν εξαιρετικά επαινετικές.

Τα βιβλία του 

(2007) Η στροφή της Κλεοπάτρας, Αιγόκερως
(2005) Ερμόλαος και Δάφνη, Αιγόκερως
(2001) Η σχεδία της Μέδουσας, Κοχλίας
(1999) Την τελευταία κραυγή την άκουσε μια πόρνη, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1993) Χάρτινοι μύθοι, Αιγόκερως
(1987) Ο συνήγορος, Αιγόκερως [κείμενα, επιμέλεια σειράς]

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here