Ροζίτα Σπινάσα, Αρχειακό υλικό (ερωτική λογοτεχνία3)

2
1156

 

Ροζίτα Σπινάσα (διαβάστηκε στην βραδιά Dirty Valentine, 14/2)

Την είδα που πήγαινε στο φωτοτυπικό. Περίμενα ελάχιστα, σηκώθηκα και την ακολούθησα. Είχε βάλει τα χαρτιά να βγαίνουν στον αυτόματο. Έριξα μια ματιά στη θυρίδα, ήταν μεγάλο πακέτο. Προχώρησα χωρίς να επιβραδύνω το βήμα μου, την έπιασα από τη μέση, άνοιξα την πόρτα του αρχείου και την τράβηξα μέσα μαζί μου. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι από ράφια γεμάτα με φακέλους παλιών υποθέσεων. Ο χώρος είχε τη γλυκερή, βαριά μυρωδιά του πολυκαιρισμένου χαρτιού και της σκόνης. Διαζύγια, ακάλυπτες επιταγές, ποινές παραγραμμένες μπαγιάτευαν στις σελίδες, από καιρό ξεχασμένες. Έγειρα την πόρτα κι έπεσε σκοτάδι. Η φέτα φως που γλιστρούσε από τη χαραμάδα ίσα που με άφηνε να βλέπω τις εκφράσεις που διαδέχονταν η μια την άλλη στον καμβά του προσώπου της. Το χέρι μου χώθηκε στη φούστα της, παραμέρισε την κιλότα κι ακούμπησε στο σημείο που φέρνει την ευχαρίστηση. Όχι πως δεν ήθελα να τραβήξω το κολλαριστό της πουκάμισο, να ξεγυμνώσω το στήθος της και να το πάρω στο στόμα μου. Όμως, αν εμφανιζόταν κανείς από το γραφείο, δεν θα είχαμε χρόνο για συμμαζέματα.  Το χέρι μου άρχισε να κινείται στον υπνωτιστικό ρυθμό του μηχανήματος, που συνέχιζε απερίσπαστο τη δουλειά του. Ήταν το μοναδικό σημείο που άγγιζα πάνω της, σα να χειριζόμουν ένα ζωντανό τζόιστικ ηδονής. Το αριστερό μου χέρι, ακουμπισμένο στα ντέξιον, δροσιζόταν από το μέταλλο, την ώρα που το δεξί φλεγόταν και μούσκευε από το φύλο της.

Το αυστηρά περιορισμένο των κινήσεών μου δεν στάθηκε εμπόδιο: το κορμί της συντονίστηκε στο άγγιγμά μου με μια λαχτάρα αγωνιώδη, μην και δεν προλάβει να φτάσει στην κορύφωση. Είχα πάρει κι εγώ φωτιά, όμως η δική μου ευχαρίστηση δεν ήταν το ζητούμενο. Είχα επικεντρωθεί στη δική της με έναν τρόπο απόλυτο, εμμονικό. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν να χύσει στο χέρι μου και μετά να πασαλείψω τα υγρά της στις παλιές δικογραφίες. Τα διέκρινα πια κάθε φορά που επισκεπτόμουν το αρχείο να στέκουν ξεραμένα στις κιτρινισμένες ράχες, σαν μυστηριώδεις, γαλακτερές κρούστες. Την έβρισκα να βρωμίζω πρώτα το έμψυχο, κι έπειτα το άψυχο υλικό. Το χέρι μου γλίστρησε μέσα της. Εκείνη μου παραδόθηκε ολοκληρωτικά. Μόρφασε δαγκώνοντας τα χείλια της – δεν μας έπαιρνε να ακουστεί κιχ.  Ένιωσα τον σπασμό της να σφίγγει τα δάχτυλά μου, ενώ άφηνε ένα εσωτερικό, ζωώδες μουγκρητό. Μια υπόκωφη έκρηξη ηδονής που δόνησε το νεκρικό καμαράκι, για να διασκορπιστεί ραίνοντας τα δανεικά κι αγύριστα, τις χαμένες υποθέσεις, την πνιγμένη στη χαρτούρα δυστυχία με λάγνα, πρόστυχα, σαρκοφάγα λουλούδια. Τράβηξα το χέρι μου και το σκούπισα στα ντοσιέ – αυτή τη φορά στο ράφι κάτω δεξιά. «Το κάνεις τέλεια» μουρμούρησε λιγωμένη στην παραζάλη της. «Γιατί το κάνω όπως αρέσει και σε μένα την ίδια» είπα από μέσα μου κι άνοιξα την πόρτα. Το μηχάνημα συνέχιζε να γεννά φωτοτυπίες, αδιαφορώντας πλήρως για τα ανθρώπινα.

 

 

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Ενα από τα καλύτερα κείμενα λογοτεχνίας (ποίηση και πεζό) που έχω διαβάσει τελευταία (στα ελληνικά ή σε άλλη γλώσσα) και η χαρά είναι διπλή και τριπλή γιατί έχει το στοιχείο ανακάλυψης (τουλάχιστον για μένα) ως προς τη συγγραφέα (με το συμπάθειο, προς αυτήν, αν η συγγραφεύς είναι γνωστή, με δικαιολογία μου
    ότι ζώ μακριά από την χώρα). Η οικονομία στην έκφραση, οι επιλογές στη γλώσσα, κι ένας ελκυστικός ρυθμός απογειώνουν το ερωτικό (που, σε τελική ανάλυση, είναι οικουμενικό).

    Χρήστος Τσιάμης, Νέα Υόρκη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here