Οι παράξενες αγάπες των παραμυθιών (μία ανάγνωση στα παραμύθια του Χρ.Μπουλώτη)της Έφης Κατσουρού

0
919

 

της Έφης Κατσουρού

 

 

Όσο η άνοιξη προχωρά η φύση ερωτεύεται και ερωτεύεται ελεύθερα, με παραφορά και ανταρσία, ανθίζει και ζει κι η τελειότητά του έρωτά της συγκεντρώνεται στο κόκκινο της ευθραυστότητας μίας παπαρούνας. Οι σύγχρονες μεγαλουπόλεις από την άλλη πλευρά αντιτάσσονται με σθεναρότητα διαρκώς αυξανόμενη στη δυναμική της φύσης υποβιβάζοντας τελικά την ίδια τη ζωή σε απλή διαβίωση, τον έρωτα σε κενή συναισθημάτων σαρκική ανταλλαγή, τις σχέσεις σε ένα κεκαλυμμένο πεδίο επίδειξης ισχύος. Υπάρχουν μόνο κάποιοι κατακλυσμοί που θολώνουν τα τζάμια των αυτοκινήτων, που αυξάνουν την υγρασία των προσώπων, κάποιες νύχτες, με ένα φεγγάρι σχεδόν πανσέληνο, που η φύση εγείρεται και επιβάλλει την παρουσία της με τρόπο αναντίρρητο στα ελαστικά όρια των πόλεων, εκεί που οι έρωτες μπορούν ακόμη να υπάρξουν ανεπιτήδευτα, και κάποιοι δύο, να έχουν τη δύναμη, να υπακούουν και να συντονίζονται με το ρυθμό της, ζώντας την παράξενη αγάπη, που είναι. Αναζητώντας τις συναισθηματικές απολήξεις του αστικού τοπίου, της κοινωνίας της οποίας αποτελεί εκμαγείο το αστικό τοπίο, σκέφτομαι ότι μόνος τρόπος για την ανατροπή της σύγχρονης αστικής συνθήκης είναι, μέσα από την επαναμάγευση των συναισθημάτων, αυτοί οι δύο να γίνουνε πολλοί κι αν όχι πολλοί, να γίνουν έστω τέσσερις και έπειτα οκτώ κι έπειτα… Να επιστρέψει η αφήγηση της μέρας στα παραμύθια της νύχτας της. Γιατί αν κάπου θεμελιώνεται η αυριανή κοινωνία είναι η σημερινή της παιδική ηλικία, η ώρα, λίγο πριν κλείσουν τα παιδιά τα μάτια τους το βράδυ, κι η ιστορία που άκουσαν γίνει το όνειρο κι η υπνοπαιδεία τους. Κι αν οι ιστορίες δεν μπορούν να πουν τον κόσμο τον σημερινό μας, μπορούν τουλάχιστον να πούνε την αγάπη, στο άκουσμα της οικείας φωνής και στην αφή της, που ανεξάντλητα διηγείται. Και ακόμη μπορούνε να διδάξουνε τον τρόπο να αγαπάς.

Κάθε κοινωνία έχω την πεποίθηση ότι αναπτύσσεται και σχηματοποιείται μέσα στα παραμύθια της· στις γλαφυρές αφηγήσεις των λαϊκών ιστοριών που μεταφέρθηκαν από στόμα σε στόμα παλαιότερα και κάπου στο περιθώριο των χρωματιστών σελίδων των παιδικών βιβλίων, αλλά και της αποδομημένης εκδοχής τους, όπως παρουσιάστηκε μέσα από την ποπ κουλτούρα των ταινιών της Ντισνεϋ  στη συνέχεια, εκεί τα όνειρα παίρνουνε μορφή. Κάπως έτσι δίηλθαμε από την εποχή που κάθε κορίτσι ανέμενε τον πρίγκιπά του να εμφανιστεί πάνω στο άσπρο άλογό, στην εποχή που τα κορίτσια λάτρεψαν τα τέρατα γιατί πίστεψαν ότι κάποτε θα ξημερώσουν πρίγκιπες και οι πατριαρχικές προεκτάσεις των κοινωνιών υποθάλφτηκαν για χρόνια μέσα στην, εκούσια ή ακούσια, παραμόρφωση συμβόλων και ονείρων. Και βέβαια, όλες οι αλληγορίες και τα σύμβολα, τα οποία επί δεκαετίες κυριαρχούν στις παιδικές αφηγήσεις των ενηλίκων, σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελα να υπονοήσω ότι δεν μπορούν να είναι λειτουργικά ή συχνά δεν υπήρξαν η παρηγορία και η θαλπωρή της ευαισθησίας των παιδικών μας χρόνων. Κι ακόμη σήμερα αποτελούν την ασφάλεια της ονειροπόλησης, το μυστικό δωμάτιο της μνήμης που επιστρέφουμε αναπόφευκτα αναζητώντας την κατοίκηση του ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Μήπως, όμως, όσο οι κοινωνίες μετασχηματίζονται, η φύση, και άρα η επαφή με τα βαθύτερα ένστικτα, υποβαθμίζεται και η ταχύτητα της ζωής επιβάλλει την αγριότητα ως μέσω κυριαρχίας, θα έπρεπε να αναζητήσουμε παραμύθια περισσότερο υπερβατικά, όπου οι προσδοκίες δεν θα αποτίθενται σε έναν θαυματοποιό (από μηχανής θεό), σε μία έξωθεν παρέμβαση, σε ένα ξόρκι που λύνεται μαγικά, αλλά σε μία βαθύτατα εσωτερική διεργασία. Σε μία αφήγηση τελικά απαλλαγμένη από οποιαδήποτε στερεοτυπική αναφορά, συμβατική προεικόνα και διδακτική προθετικότητα που θα προσεγγίζει περισσότερο την ποιητική πρόσληψη του φαινομένου; Που όπλα δεν θα είναι τα σπαθιά αλλά σπαθιά τα αισθήματα; Μήπως θα έπρεπε να απελευθερώσουμε την θηλυκή ονειροπόληση από την αμετακίνητη, έως και σήμερα αντίληψη, της εξαρτώμενης ευτυχίας; Και να οξύνουμε την αρσενική ευαισθησία έναντι της δυναμικής της ισχύος; Με άλλα λόγια μήπως είναι ανάγκη τα παραμύθια που σμιλεύουν σήμερα το ακατέργαστο υλικό της κοινωνίας του αύριο -και ιδιαίτερα εκείνα που πραγματεύονται τους όρους και τα όρια της αγάπης, οφείλουν να αναδιατυπώσουν τις έννοιες και τους τρόπους γύρω από το αενάως διευρυνόμενο χώρο της, να απαλλαγούν από τα πρότυπα των παλαιότερων συνθετικών μοτίβο ώστε συλλειτουργώντας τελικά μαζί τους, με την γενεαλογία των παιδικών παραμυθιών να οδηγήσουν στην απελευθέρωση των αισθημάτων μας που φαίνεται συχνά μέσα στην ταχύτητα εναλλαγής της αστικής εικόνας να ακινητούν;

Τη στιγμή, μάλιστα, που τόσο στο επίπεδο του κοινωνικού διαλόγου όσο και στον πεδίο της λογοτεχνικής έκφρασης, μελέτης και έρευνας, το θέμα της διαφορετικότητας προβάλλει και προβάλλεται, άλλοτε αυθόρμητα και άλλοτε συντεταγμένα, ως πυρήνας της αξιακής αναζήτησης των νεώτερων γενεών οφείλουμε να αναρωτηθούμε γιατί τελικά η Μικρή Γοργόνα, και αναφέρομαι περισσότερο στην εύπεπτη εκδοχή της πρόσληψής της μέσω της ποπ κουλτούρας της Disney, έπρεπε να απολέσει την θαλάσσια φύση της, να αποκτήσει ανθρώπινα πόδια, να αποκολληθεί από τον κόσμο του βυθού, όπου πραγματικά ανήκε, για να ευτυχίσει με τον πρίγκιπά της, τη στιγμή που κατά τα άλλα βρισκόμαστε σε ένα τοπίο εξ ολοκλήρου μαγικό, όπου τα ψάρια και τα πουλιά συνομιλούν μεταξύ τους, οι μέδουσες πασχίζουν να κυριέψουν τις θάλασσες και οι γοργόνες σώζουν τα ναυάγια της τρικυμίας, ενεργοποιώντας το φαντασιακό και πλουτίζοντάς το με εικόνες απόλυτα υπερπραγματικές; Γιατί, λοιπόν, να νοιώθουμε την ανάγκη να θέσουμε το όριο με αυτή τη μετάλλαξη της γοργόνας σε γυναίκα και την βίαιη μετάβαση από το χώρο του φανταστικού σε εκείνον του πραγματικού, από την γεωμετρία του κύματος στην ευκλείδεια κατανόηση των σχημάτων, από την ποίηση στον ισχνό ρεαλισμό; Και γιατί αυτή η πτώση να συμβαίνει τη στιγμή του έρωτα εγκαθιδρύοντας, αν δεχτούμε ότι ο έρωτας αποτελεί την κατ’ εξοχήν υπερβατική δύναμη, τελικά μία αντιστροφή, ή μία λανθασμένη εντύπωση στο παιδί που έρχεται πρωτογενώς σε επαφή με την αφήγηση για την έννοια αυτή της υπερβατικότητας της αγάπης. Νοιώθω ότι με ένα τρόπο οι ιστορίες μας θα έπρεπε να πουν στα παιδιά ότι υπέρβαση δεν σημαίνει άρνηση του εαυτού αλλά στερέωση του μέσα από το άλλο πρόσωπο, δεν σημαίνει επιβολή της επιθυμίας στο άλλο σώμα αλλά αγκάλιασμα της επιθυμίας του έτερου σώματος, και ακόμη δεν σημαίνει απαλοιφή των σκοτεινών αποχρώσεων, των εκδορών και των ακίδων του βλέμματος αλλά θάλπος για κάθε αμυχή, για κάθε μικρή ατέλεια και ρωγμή του χαρακτήρα και του σώματος που ορίζει την μοναδικότητα του ανθρώπου.

Ακριβώς πάνω σε αυτή την αμυχή, στην ετερώνυμη έλξη που γίνεται βαθιά ρωγμή της υπάρξεως και αγάπη ανερμήνευτη, στον έρωτα των αντιθέτων που στερεώνεται στην άνευ όρων αποδοχή της ετερότητας, στην εξύψωση της συνάντησης από το πεδίο της διαφορετικότητας σε εκείνο της μοναδικότητας συμπυκνώνεται ο πυρήνας της ποιητικής των παραμυθιών του Χρήστου Μπουλώτη. Από το Η παράξενη αγάπη του αλόγου και της λεύκας (1997) και το Ο Κάδμος η σκυλίτσα του και το φεγγάρι (1996) μέχρι τον Ρομαντικό γάτο του βυθού (2011) και το Γάτο που έφυγε με τα χελιδόνια (2019), ο Μπουλώτης επεξεργάζεται αυτό το σύστημα αισθημάτων, την συνάντηση των αντιθέτων, την σύντηξη των αισθήσεων στον ενιαίο χώρο της αγάπης, την αποδοχή, καταρχήν του εαυτού και εν συνεχεία του άλλου, την υπερβατική ποιητική των ερώτων. Μοιάζει στην πραγματικότητα μέσα από μία ειλικρινά ποιητική αντίληψη του λογοτεχνικού κειμένου και μία έμφυτη αγάπη για την παιδική ηλικία, έντονα διορατικός, να οικοδομεί με τα παραμύθια του μία πρόταση ανατροπής της συμβατικής αντίληψης του σχετίζεσθαι. Προσπαθεί να οργανώσει έναν τροπικό του έρωτα αντιληπτό από τα παιδιά. Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι για τα παιδιά τίποτε δεν είναι δεδομένο, κανένα πρότυπο και καμία προεικόνα δεν χειραγωγεί την αισθηματική τους αντίληψη· είναι το άγραφο χαρτί του μέλλοντος της και όσο πιο ελεύθερα μάθουν να αγαπούν τόσο πιο ελεύθερα θα μάθει να αισθάνεται η αυριανή μας κοινωνία.

Ο Μπουλώτης μοιάζει να βασανίζεται από αυτό το μοτίβο, να φέρει στη σάρκα του βαθιά την ανάγκη μετάγγισής του. Στο Η παράξενη αγάπη του αλόγου και της λεύκας, όπου παρακολουθούμε την εξέλιξη μίας βαθιάς σύνδεσης, μίας αγάπης που οικοδομείται βήμα-βήμα, μέρα με τη μέρα από μία τυχαία αλλά λυτρωτική συνάντηση δύο απολύτως αντίθετων συμβόλων, της λεύκας που η ύπαρξή της είναι ταυτισμένη με το ριζικό της σύστημα και του αλόγου που αναπνέει μέσα από τον ελεύθερο καλπασμό του, διαβάζουμε χαρακτηριστικά:

«Στο μεταξύ μπήκε η Άνοιξη. Και τούτη τη φορά δώρισε στη λεύκα μια ασημένια φορεσιά που όμοιά της δεν είχε ξαναφορέσει ποτέ λεύκα πάνω στη γη. Το άσπρο άλογο την καμάρωνε. Στα κλαδιά της μαζεύονταν τώρα όλα τα πουλιά και τιτίβιζαν τα πιο μελωδικά τραγούδια τους. Τις νύχτες συνεχίζονταν οι περίπατοι στο λιβάδι. Και μια απ’ αυτές τις νύχτες να σου πάλι ο φίλος τους το ολοστρόγγυλο φεγγάρι τριγυρισμένο από εκατομμύρια αστέρια. Χαμήλωσε, χαμήλωσε, χαμήλωσε κι άλλο, ώσπου κάθισε στην κορυφή της λεύκας.

-Σας έφερα το δώρο σας, να το! Είπε χαρούμενα  και τους έδειξε ένα κόκκινο σακούλι. Μου το έδωσε η καλή νεράιδα απ’ το γειτονικό μου αστέρι. Μέσα του έχει μια μαγική χρυσόσκονη!  Όταν τη ρίξω πάνω σας θα γίνετε κι οι δυο σας ίδιοι. Δε θα είστε πια διαφορετικοί. Και θα χαρείτε έτσι την αγάπη σας χωρίς εμπόδια και πρόβλημα κανένα. Διαλέξτε: θέλετε να ζήσετε σαν άλογα ή σαν λεύκες;

Και τότε, όπως γίνεται στις πολύ μεγάλες αγάπες, του απάντησαν με μια φωνή, σαν να είχε διαβάσει ο ένας τη σκέψη του άλλου:

-Σ’ ευχαριστούμε, φεγγαράκι, για το δώρο σου,  μα προτιμάμε να μείνουμε έτσι όπως είμαστε. Είμαστε τόσο ευτυχισμένοι. Η αγάπη μας δεν χρειάζεται την μαγική χρυσόσκονη.[…]

Και πριν προλάβει το άλογο να τελειώσει τα λόγια του ένιωσε ξαφνικά τα πόδια του νε ψηλώνουν λίγο. Κι η λεύκα έσκυψε πρώτη φορά τόσο πολύ χωρίς πόνους στη μέση της. Έτσι έδωσαν το πρώτο τους φιλί…»

Αντίστοιχα, στο Ο ρομαντικός γάτος του βυθού, ο γάτος Ερνάν ο οποίος κατασπαράζει μικρά ψαράκια στην ακτή, τη στιγμή που βρίσκεται κατηγορούμενος για τις πράξεις του στο βυθό, αποφασίζει σε μία ύστατη προσπάθεια εξιλέωσης και υστεροφημίας να ρισκάρει τη ζωή του για να σώσει τη ζωή της όμορφης ψαροκόρης του προέδρου του βυθού που απειλείται από τον δαγκανιάρη κάβουρα. Ο γάτος γίνεται ήρωας του βυθού και σταδιακά αναπτύσσεται ένας έρωτα ανάμεσα στα διαφορετικά πλάσματα ο οποίος ολοκληρώνεται την στιγμή της απόλυτης αποδοχής της ετερότητάς τους. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά:

«”Πρώτη φορά στη ζωή μου αγάπησα. Και αγάπησα τρελά εσένα!”,  εκμυστηρεύτηκε το ίδιο πρωινό στην ψαροκόρη. “Όμως, να -πώς να σ’ το πω, καλή μου;- θέλω να σ’ αγαπώ σαν γάτος”.

“Α, μη σε νοιάζει” του απάντησε ήρεμα εκείνη φιλώντας τον τρυφερά στο μάγουλο. “Έτσι συμβαίνει απ’ τα πολύ παλιά χρόνια. Όσοι στεριανοί τύχει να μείνουν πολύ χρόνο κοντά μας στο βυθό βγάζουν λίγα λέπια. Κι είναι σημάδι αυτό πως μπορούν πια ν’ αναπνέουν δίχως μάσκα οξυγόνου”.

Πασιχαρής πέταξε αμέσως ο γάτος Ερνάν μάσκα και φιάλες. Έσφιξε στην αγκαλιά του την πεντάμορφη.

“Το αποφάσισα!”, της ανακοίνωσε επίσημα. “Θα μείνω για πάντα κοντά σου! Μόνο καμιά φορά, άμα με πιάνει η νοσταλγία, θα κάνω κανένα ταξιδάκι στη στεριά να βλέπω τα παλιά μου φιλαράκια και τους συγγενείς μου”.

Την ίδια μέρα κάθισε κι έγραψε όλο έμπνευση ένα μεγάλο ποίημα για την πεντάμορφη του βυθού την αγαπημένη του. Έγραψε κι άλλα, κι άλλα πολλά. Γιατί τώρα,  στο βυθό, έγινε πραγματικά ευαίσθητος, ρομαντικός και ποιητής. Σπουδαίος ποιητής ο γάτος Ερνάν.

Είναι λοιπόν, εύκολα κατανοητό ότι ο Μπουλώτης αντιλαμβάνεται -και αυτό πασχίζει να εμφυσήσει στα παιδιά, τον έρωτα, σαν μία ολοκληρωτική και άνευ όρων αποδοχή. Τα όρια χαλαρώνουν ή πιο σωστά διαρρηγνύονται για να μπορέσουν τα ετερώνυμα να υπακούσουν στην έλξη τους, μία έλξη όμως που ακολουθείται όχι από την πάλη των αντιθετικών δυνάμεων αλλά από την αποδοχή, από το αγκάλιασμα της διαφορετικότητάς που τα γεννά. Και κάθε φορά η υπέρβαση αυτή, η πτώση των τειχών, συντελείται την στιγμή της ένωσης. Στα παραμύθια του Μπουλώτη κανένας ήρωας δεν προσπαθεί να αλλάξει τον άλλο, να χειραγωγήσει ή να αποκόψει από τη φύση του, αντίθετα λατρεύει τη φύση που επαληθεύει την θέση του στην σχέση των δύο. Με άλλα λόγια, διδάσκει την ουσία της αγάπης, υπερτονίζοντας τη σημασία της εκχώρησης. Κανένας δεν μπορεί να αγαπήσει και να αγαπηθεί αν δεν δώσει χώρο στο έτερο πρόσωπο, αν δε γίνει το χωράφι του για να σπαρεί, αν δεν λατρέψει εκστατικά την ανθοφορία του, αν δεν τραφεί από τα πεσμένα φύλλα του φθινοπώρου του, αν δεν ριγήσει κάτω από την οργασμική καταιγίδα που θα τα ενώσει για πρώτη φορά.

Σε απόλυτη αντιβολή με την συνθήκη της μεταμόρφωσης, που έχει επικρατήσει, τουλάχιστον σε επίπεδο συλλογικής αντίληψης -αποκλίνοντας από τα πρωτότυπα παραμύθια πολλές φορές, ο Μπουλώτης προτείνει την εξύψωση και τη μεταφορά του προτύπου από το τοπίο της διαφορετικότητας σε εκείνο της μοναδικότητας προσπαθώντας, εκούσια ή ακούσια, να κάνει το παιδί, τον αυριανό έφηβο και μετέπειτα ενήλικα να κατανοήσει ότι η μετάλλαξη του αγαπημένου πρόσωπου σημαίνει αυτόματα και την πτώση του έρωτα. Κι όσο παράταιρη και αν  μοιάζει τελικά η κάθε αγάπη, μόνο ως τέτοια μπορεί να υπάρξει, έξω από τον κόσμο και μέσα σε αυτόν, στο περιθώριο της ημέρας και της νύχτας, στην ομοιότητά της κάποτε και άλλοτε στην αποκλίνουσα γραμμή της, στο δρόμο που καμπυλώνει και κρύβεται από τα κακομούτσουνα μαύρα σύννεφα που την επικρίνουν, στις ασημένιες χαράξεις του φεγγαριού και τα μιαουρίσματα που φτάνουν από τα βάθη της θάλασσας σαν αχός ρομαντικών ποιημάτων, ξένη για όλους και οικεία για δύο. Κλείνοντας λοιπόν, Την παράξενη αγάπη της λεύκας και του αλόγου, και αφήνοντάς τη στην άκρη του κρεβατιού, του οκτάχρονου παιδιού που ήμουν, όταν κυκλοφόρησε-του τετράχρονου παιδιού που μεγαλώνω σήμερα, σκέφτομαι απλά ότι ο μόνος τρόπος για να αγαπήσουμε πραγματικά, τα παιδιά μας, τους γονείς, τους φίλους μας, για να δοθούμε στα όνειρα και στους έρωτες, για να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε σαν εραστές, είναι να επιστρέψουμε στα παραμύθια αυτά, να κατοικήσουμε ξανά τη Λιλιπούπολη, να ξοδέψουμε το καλοκαίρι που έρχεται στη ροδοζαχαρένια παραλία, να ερωτευτούμε και πάλι σαν δεκαπεντάχρονοι. Να ξεχάσουμε για λίγο το αύριο για να γεννηθεί η ελπίδα ότι θα το δημιουργήσουμε από την αρχή.

 

Υ.Γ.: Αν κάτι, λοιπόν, μας ψιθυρίζει ο Μπουλώτης είναι ότι κανείς δεν θα αγαπήσει επειδή του είπανε πως πρέπει να αγαπά, τρόπος μοναδικός για να εισέλθει στην αγάπη είναι να νοιώσει τη θερμοκρασία της, χωρίς ποτέ να φοβηθεί του πάθους τη φωτιά.

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΔεκαπέντε δοκίμια για να στοχαστούμε την επόμενη μέρα (του Σπύρου Κακουριώτη)
Επόμενο άρθροΈνα «Όνειρο (καλοκαιρινής νύχτας)» στον κήπο του «Νιάρχος» (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ