Πέμπτη, 30 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΜΙΚΡΑ ΚΡΙΤΙΚΑ Δεκαπέντε δοκίμια για να στοχαστούμε την επόμενη μέρα (του Σπύρου Κακουριώτη)

Δεκαπέντε δοκίμια για να στοχαστούμε την επόμενη μέρα (του Σπύρου Κακουριώτη)

0
1535

 

του Σπύρου Κακουριώτη

Η διπλή εκλογική αναμέτρηση που μόλις αφήσαμε πίσω μας θα καταγραφεί ως ένας ακόμη «σεισμός» που αναδιατάσσει την αρχιτεκτονική του πολιτικού συστήματος. Φαίνεται πως η χώρα, με καθυστέρηση σχεδόν μισού αιώνα, ζει τη «θατσερική» της στιγμή. Μια ολότελα νέα κατάσταση που διατηρεί στον πυρήνα της παλιές αντιθέσεις, αυτές που δίνουν μορφή στις αγωνίες και τις προσδοκίες του καθ’ ημέραν βίου. Και μας καλούν να στοχαστούμε την επόμενη μέρα ξεκινώντας από τα στοιχειώδη…

 

Enzo Traverso, Επανάσταση: Διανοητική και πολιτισμική ιστορία, Εκδόσεις του 21ου

Για τη συντηρητική σκέψη κάθε απόχρωσης, ιδιαίτερα μετά το 1989, η έννοια της επανάστασης έχει στιγματιστεί ως πηγή του σύγχρονου ολοκληρωτισμού. Εδώ και δεκαετίες, κάθε χειραφετητικό πρόταγμα που επιδιώκει να κινητοποιήσει την αυτενέργεια των συλλογικών υποκειμένων συκοφαντείται και επιχειρείται να ταξινομηθεί στη σφαίρα του αδιανόητου. Κι όμως, αν στρέψουμε το βλέμμα, θα δούμε ότι και ο 21ος αιώνας γεννά επαναστάσεις και επαναστατικά κινήματα, μολονότι η εμπειρία του κομμουνισμού του 20ού αιώνα έχει πλέον εξαντληθεί. Ο ιταλός ιστορικός, στη μνημειώδη ανά χείρας μελέτη του, επιδιώκει να αποκαταστήσει την έννοια της επανάστασης σαν ερμηνευτικό κλειδί της σύγχρονης ιστορίας και τις επαναστάσεις σαν θεμελιακά ορόσημα της νεωτερικότητας, σαν υποδειγματικές στιγμές ιστορικής αλλαγής. Αντιμετωπίζει την επανάσταση σαν μια αιφνίδια, και σχεδόν πάντα βίαιη, διακοπή του ιστορικού συνεχούς, σαν μια ρήξη της κοινωνικής και πολιτικής τάξης πραγμάτων, που δεν υπακούει σε καμιά «νομοτέλεια»: οι ταξικοί αγώνες δεν μπορούν να εξηγηθούν αποκλειστικά μέσα από την οικονομική αναγκαιότητα ή την υποταγή τους σε δομικούς παράγοντες. Η επαναστατική βία, που στιγματίζεται από τη συντηρητική δεξιά και ξορκίζεται από μια απολογητική αριστερά, ανήκει στην οντολογική δομή των επαναστάσεων και ως τέτοια οφείλει να γίνει αντικείμενο κριτικής κατανόησης. Μολονότι ο ιστορικός αντλεί το υλικό του από τον πλούτο των τεκμηρίων που άφησαν πίσω τους δύο αιώνες επαναστάσεων, δεν συγκροτεί την αφήγησή του πάνω σε κάποιον χρονολογικό άξονα, κατά τον συμβατικό τρόπο. Αντίθετα, επιλέγει ένα μοντάζ «διαλεκτικών εικόνων» αντί για μια διαδοχή γραμμικών ανασυστάσεων. Έτσι, οργανώνει την πραγμάτευσή του με έναν γοητευτικά «λοξό» θεματικό τρόπο: Στο πρώτο κεφάλαιο κάνει λόγο για τις ατμομηχανές της ιστορίας, αναφερόμενος στους σιδηροδρόμους, τη νεωτερική έννοια του χρόνου, την ενέργεια και την εργατική δύναμη. Στη συνέχεια, μιλά για τα επαναστατικά σώματα: τα εξεγερμένα, τα απελευθερωμένα, τα παραγωγικά· έννοιες, σύμβολα και τόποι μνήμης των επαναστάσεων απασχολούν το επόμενο κεφάλαιο, ενώ ο επαναστάτης διανοούμενος, όπως διαμορφώνεται μέσα στον αιώνα που ακολούθησε τις επαναστάσεις του 1848, είναι το αντικείμενο μελέτης του τέταρτου κεφαλαίου. Στη συνέχεια η εστίαση στρέφεται στις έννοιες της ελευθερίας και της απελευθέρωσης, έτσι όπως εννοιολογήθηκαν από τον Φουκώ, την Άρεντ ή τον Φανόν, αλλά και σε αυτές της απελευθέρωσης του χρόνου ή της μεσσιανικής απελευθέρωσης. Το ακροτελεύτιο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην κατεξοχήν επαναστατική εμπειρία του 20ού αιώνα, τον κομμουνισμό και την ιστορικοποίησή του. Γιατί οι επαναστάσεις της εποχής μας, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, οφείλουν να επινοήσουν τα δικά τους μοντέλα, δεν μπορούν όμως να το κάνουν χωρίς να επωμιστούν τη μνήμη των αγώνων του παρελθόντος…

 

Louis Althusser, Απάντηση στον Τζων Λιούις, Εκτός Γραμμής

Πενήντα χρόνια μας χωρίζουν από την εποχή της δημοσίευσης του σύντομου αυτού κειμένου του γάλλου μαρξιστή φιλόσοφου· κυρίως όμως μας χωρίζει η αίσθηση ότι ο κόσμος μας είναι τελείως διαφορετικός από εκείνον του Αλτουσέρ, που κινούνταν στον απόηχο του Μάη του ’68, στη σκιά του Κοινού Προγράμματος της (γαλλικής) Αριστεράς και της Πολιτιστικής Επανάστασης. Μπορεί, λοιπόν, ένα τέτοιο κείμενο να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στους δύο κόσμους και να λειτουργήσει σήμερα επιβοηθητικά για την κατανόηση του παρόντος; Διαβάζοντας ανάποδα αυτό που ο Αλτουσέρ αποδίδει στους φιλοσόφους από τον Πλάτωνα και μετά, δηλαδή το ότι «να κάνεις φιλοσοφία σημαίνει να κάνεις πολιτική στη θεωρία», μπορούμε να πούμε ότι, κάνοντας πολιτική στη θεωρία, ο Αλτουσέρ κάνει φιλοσοφία, μια φιλοσοφία που εξακολουθεί να μπορεί να μας ενδιαφέρει – απόδειξη η εκδοτική ομάδα Εκτός Γραμμής, που έχει βαλθεί να προσφέρει στο σύγχρονο κοινό μεγάλο μέρος του αλτουσεριανού έργου, εκδομένου και ανέκδοτου, σε καινούργιες, σύγχρονες μεταφράσεις, όπως η ανά χείρας από τον Τάσο Μπέτζελο. «Θα προσπαθήσω να μιλήσω μια γλώσσα απλή, σαφή και προσιτή σε όλους», γράφει ο Αλτουσέρ. Πράγματι, το κείμενο αυτό συνιστά ένα μανιφέστο του αλτουσεριανού μαρξισμού, γραμμένο σε πολεμικούς τόνους, προκειμένου να απαντήσει σε επικριτικό άρθρο του βρετανού μαρξιστή φιλοσόφου Τζων Λιούις (1889-1976), δημοσιευμένο στο περιοδικό Marxism Today. Η κριτική του «ανθρωπισμού» βρίσκεται στον πυρήνα της αλτουσεριανής κριτικής, κυρίως όμως το κείμενο θέτει ερωτήματα σχετικά με τους όρους υπό τους οποίους ασκείται η κριτική στην πορεία του κομμουνιστικού κινήματος, τόσο από τον σοβιετικό μαρξισμό και το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ όσο και από τα δυτικοευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα. Ο «ανθρωπισμός» και η άλλη όψη του, ο οικονομισμός, αποτελούν την καρδιά της αστικής ιδεολογίας, επισημαίνει ο γάλλος φιλόσοφος, αρθρώνοντας με αυστηρά συγκροτημένο τρόπο την κριτική του, τόσο στο πεδίο της φιλοσοφίας όσο και σε εκείνο της πολιτικής.

 

Γιάννης Μανέτας, Η συμβιωτική περιπέτεια, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Προς μεγάλη απογοήτευση των κατά καιρούς επαναστατών (ή, μάλλον: προς γνώση και συμμόρφωσή τους), η σημαντικότερη επανάσταση στην ιστορία της ανθρωπότητας υπήρξε η νεολιθική. Πριν από μόλις 12.000 χρόνια, η εξημέρωση ζώων και φυτών, η μεταστροφή προς τη γεωργία και την κτηνοτροφία, άλλαξε τα πάντα στην επιφάνεια του πλανήτη. Όχι μονάχα οι πρώην κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες μετατράπηκαν σταδιακά και σε όλο και μεγαλύτερα ποσοστά σε εδραίους καλλιεργητές αλλά, παράλληλα, εγκατέλειψαν το «παλαιολιθικό εξισωτικό ήθος» για να μετατραπούν σε υπηκόους σε κοινωνίες ιεραρχικές, ταξικές και πολεμοχαρείς. Η αλλαγή του τρόπου παραγωγής τροφής επηρέασε την υγεία, το μέγεθος του πληθυσμού, τον τρόπο ζωής του, ακόμη και την ίδια τη βιολογία του ανθρώπου. Αυτούς τους κοσμοϊστορικούς μετασχηματισμούς περιγράφει και αναλύει ο καθηγητής Φυσιολογίας των Φυτών Γιάννης Μανέτας σε αυτό το έξοχο δοκίμιο υψηλής εκλαΐκευσης, που απευθύνεται τόσο στον ειδήμονα όσο και στον ανίδεο περί την βιολογία και τις σχετικές επιστήμες αναγνώστη. Ο συγγραφέας εξετάζει την καταγωγή της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, τις χρονικότητες του μετασχηματισμού στον τρόπο παραγωγής τροφής, αλλά και σε ποιο βαθμό υπήρξε μια σκοπούμενη μεταβολή ή μια εξελικτική διαδικασία, που μπορεί να προσεγγίσει κανείς με δαρβινικούς όρους. Στη συνέχεια, εξετάζει τις βιολογικές και τις κοινωνικές συνέπειες αυτού του μετασχηματισμού, καθώς και την επίδρασή του στην ανθρώπινη συμπεριφορά, ενώ, τέλος, εξετάζει τη βιολογική ερμηνεία και την εξελικτική προέλευση στάσεων και συμπεριφορών όπως ο αλτρουισμός, η συνεργασία, η αλληλοβοήθεια. Αν για την κυρίαρχη σήμερα νεοφιλελεύθερη κουλτούρα ο άνθρωπος θεωρείται αποκλειστικά ορθολογικά ιδιοτελής και άπληστος καταναλωτής, τα βιολογικά και πολιτισμικά ίχνη που εγγράφονται στην ανθρώπινη πορεία αναδεικνύουν τη γενναιοδωρία, τη συνεργατική διάθεση, την εμπιστοσύνη που χαρακτήριζαν τις σχέσεις των «απολίτιστων» παλαιολιθικών προγόνων μας. Όπως τονίζει ο συγγραφέας, αυτά τα ίχνη «δεν είναι δυνατόν να απαλειφθούν μέσα στον ελάχιστο –με τη γεωλογική έννοια του όρου– χρόνο που η ανθρωπότητα διήνυσε» κατά την πρόσφατη γεωργική περίοδο.

 

Elizabeth Kolbert, Ο έκτος αφανισμός: Μια αφύσικη ιστορία, Μεταίχμιο

Το ανθρώπινο είδος είναι ίσως το μοναδικό που έχει αναπτύξει την ικανότητα να επηρεάζει όχι μονάχα τη δική του μοίρα αλλά και τη μοίρα κάθε άλλου έμβιου είδους πάνω στον πλανήτη. Εκατομμύρια χρόνια πριν την εμφάνιση του είδους μας, ο πλανήτης Γη γνώρισε πέντε μείζονες μαζικούς αφανισμούς ειδών, κάποιοι από τους οποίους σχεδόν εξολόθρευσαν κάθε μορφή ζωής από την επιφάνειά του. Ο πιο γνωστός από αυτούς τους προηγούμενους αφανισμούς, ο πέμπτος, συνέβη πριν από 66 εκατομμύρια χρόνια και είχε ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, την εξαφάνιση των δεινοσαύρων, αλλά και των δύο τρίτων κάθε μορφής εμβίων. Καθώς οι επιστήμονες τεκμηριώνουν την ιστορία αυτών των γεωλογικής τάξεως εξελίξεων, οι άνθρωποι συνειδητοποιούν, με όλο και πιο δραματικό και επείγοντα τρόπο, ότι ένας ακόμη μαζικός αφανισμός, ο έκτος, εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια τους και, αυτή τη φορά, η αιτία είναι οι ίδιοι: το ανθρώπινο είδος, η δράση του οποίου έχει προσλάβει «γεωλογικά» χαρακτηριστικά – γι’ αυτό πολλοί επιστήμονες, αλλά και ακτιβιστές, θεωρούν ότι ο πλανήτης μας έχει εισέλθει σε μια καινούργια γεωλογική εποχή, την Ανθρωπόκαινο. Δημοσιογράφος εξειδικευμένη σε περιβαλλοντικά θέματα, η αμερικανίδα συγγραφέας, στο ανά χείρας έργο της, καταγράφει ένα «μακάβριο», όπως το χαρακτηρίζει η ίδια, οδοιπορικό στον χρόνο και στον χώρο του πλανήτη. Στο πρώτο μέρος του, ασχολείται με τους μεγάλους αφανισμούς που προηγήθηκαν, επιλέγοντας ως πρωταγωνιστές της εμβληματικά είδη που γνωρίζουμε ότι εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκειά τους, όπως, για παράδειγμα, τον αμερικανικό μαστόδοντα, τη μεγάλη άλκα, τον αμμωνίτη που αφανίστηκε μαζί με τους δεινοσαύρους κ.ά. Το δεύτερο μέρος αφορά το ζοφερό παρόν και εκτείνεται σε εξίσου εμβληματικούς τόπους, όπου ο έκτος αφανισμός λαμβάνει χώρα: από το δάσος του Αμαζονίου στις ταχύτατα θερμαινόμενες πλαγιές των Άνδεων, μέχρι τον Μεγάλο Κοραλλιογενή Ύφαλο. Η συγγραφέας ανιχνεύει τις ενδείξεις αυτού του έκτου αφανισμού και τις εντάσσει στο ευρύτερο πλαίσιο της ιστορίας της ζωής, επιχειρώντας να εντοπίσει με ειλικρίνεια τις αιτίες του, επισημαίνοντας στον αναγνώστη πως «η ζωή είναι εξαιρετικά ανθεκτική, αλλά όχι σε άπειρο βαθμό»…

 

Pierre DardotChristian Laval, Ο νέος Λόγος του κόσμου, Angelus Novus

Ήταν πολλοί εκείνοι που, μετά την οικονομική κρίση του 2008 και, στη συνέχεια, την κρίση της πανδημίας, έκαναν λόγο για το «τέλος του νεοφιλελευθερισμού» και την «επιστροφή του Κέυνς» ή την «επιστροφή του κράτους». Όμως πολύ σύντομα διαψεύστηκαν, καθώς οι κρίσεις αποδείχθηκαν μια ευκαιρία για την επιτάχυνση των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων – σε πολλές χώρες, μάλιστα, από αυταρχικούς ηγέτες, που εκμεταλλεύονται την κρίση της δημοκρατίας που προκάλεσε ο υπεραντιδραστικός νεοφιλελευθερισμός, στρέφοντας πλατιά στρώματα του πληθυσμού εναντίον της ίδιας της δημοκρατίας. Στο ανά χείρας δοκίμιό τους για τη νεοφιλελεύθερη κοινωνία, οι δύο γάλλοι καθηγητές, φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας, αντίστοιχα, εξετάζουν αυτή την «καθολική λογική» που, εδώ και ένα τρίτο του αιώνα, κυριαρχεί στη δημόσια πολιτική, επιβάλλεται στις παγκόσμιες οικονομικές σχέσεις, μετασχηματίζει την κοινωνία και διαμορφώνει το υποκείμενο, τείνοντας να μετατραπεί σε ολοκληρωτική. Αντλώντας από τις επεξεργασίες του Μισέλ Φουκώ για τη Γέννηση της βιοπολιτικής (Πλέθρον, 2012), ορίζουν τον νεοφιλελευθερισμό ως ένα σύνολο λόγων, πρακτικών και μηχανισμών που καθορίζουν έναν νέο τρόπο διακυβέρνησης των ανθρώπων, στον πυρήνα του οποίου τοποθετείται ο ανταγωνισμός. Οι συγγραφείς διευκρινίζουν ότι η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού δεν συνεπάγεται την απουσία ή την υποχώρηση του κράτους· αντιθέτως, η αντίληψη ότι το κράτος και οι κανόνες του είναι απαραίτητοι για την ορθή λειτουργία του ανταγωνισμού αποτελεί την καρδιά του νεοφιλελευθερισμού, που επιδιώκει τη θέσπιση, με πολιτικά και νομοθετικά μέσα, μιας παγκόσμιας τάξης πραμάτων της αγοράς. Συνεπώς, σύμφωνα με την ανάλυσή τους, ο νεοφιλελευθερισμός δεν ταυτίζεται με το «laissez-faire», όπως θέλει μια διαδεδομένη απλοϊκή αντίληψη, ούτε αποτελεί συνέχεια ή κορύφωση του ιστορικού φιλελευθερισμού, όπως ισχυρίζεται ένα τμήμα της «αντιφιλελεύθερης» αριστεράς. Η παρούσα μελέτη εκκινεί από την ανάλυση του ζητήματος των ορίων της διακυβέρνησης, το οποίο θεωρούν μήτρα του πρώιμου φιλελευθερισμού· στη συνέχεια αναδεικνύουν τη διαφοροποίηση του νεοφιλελευθερισμού από την εκδοχή του φιλελευθερισμού που είχε διατυπωθεί τον 19ο αιώνα, είτε μέσα από τη γερμανική σχολή του ορντοφιλελευθερισμού είτε μέσα από την αυστροαμερικανική σχολή οικονομικής σκέψης, που αναπτύχθηκαν κατά τη δεκαετία του 1930· στο τελευταίο μέρος τεκμηριώνουν τον τρόπο με τον οποίο η νεοφιλελεύθερη λογική, που κυριάρχησε κατά τη δεκαετία του 1980, αποτέλεσε μια συνειδητά επιλεκτική υιοθέτηση των αναλύσεων αυτών. Καθώς ο νεοφιλελευθερισμός ορίζει ένα συγκεκριμένο πρότυπο ζωής στις δυτικές (και όχι μόνο) κοινωνίες, οι δύο συγγραφείς μάς καλούν να τον πάρουμε στα σοβαρά…

 

Rainer Zitelmann, Προς υπεράσπιση του καπιταλισμού, Ευρασία

Ιστορικός και κοινωνιολόγος, συγγραφέας, αρχικά, σειράς έργων για τον εθνικοσοσιαλισμό και τη χιτλερική ελίτ, στράφηκε στη συνέχεια στη μελέτη των σημερινών πάμπλουτων ελίτ (των «super-rich»), του καπιταλισμού και της δύναμής του, αλλά και των στάσεων της κοινής γνώμης απέναντί τους. Αποτέλεσμα αυτής της δεύτερης, περισσότερο δημοσιογραφικής, καριέρας του γερμανού συγγραφέα είναι ο ανά χείρας τόμος, συμπλήρωμα, τρόπον τινά, του βιβλίου του The Power of Capitalism (2019). Στόχος του, όπως επισημαίνει και στον υπότιτλο, να αντικρούσει τους πλέον διαδεδομένους «μύθους» σχετικά με τον καπιταλισμό, τα δέκα συνηθέστερα επιχειρήματα που διατυπώνονται εναντίον του (μεταξύ άλλων, ότι ο καπιταλισμός οδηγεί σε αυξανόμενη ανισότητα, σε οικονομικές κρίσεις, ότι ευθύνεται για τη φτώχεια και την περιβαλλοντική κρίση, ότι καλλιεργεί την απληστία κ.λπ.) Στη συνέχεια, πραγματεύεται το ζήτημα των σοσιαλιστικών εναλλακτικών στον καπιταλισμό, βασιζόμενος, κυρίως, στην ιστορική εμπειρία, αφού, όπως γράφει και ο ίδιος, δεν επιχειρηματολογεί σε θεωρητικό επίπεδο, καθώς, αφενός, «οι αντίπαλοι του καπιταλισμού θέλγονται από τις θεωρίες», επειδή, στο πλαίσιό τους, «δεν είναι πάντα τόσο εύκολο να αποφασίσει κανείς ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο» και, αφετέρου, «είναι ελκυστικές επειδή συμβαδίζουν με όσα θεωρούμε ότι γνωρίζουμε». Ο συγγραφέας, αντίθετα, φαίνεται να επιστρατεύει την «κοινή λογική», σύμφωνα με την οποία, περισσότερη αγορά οδηγεί σε «μείωση της φτώχειας και αύξηση της ευημερίας», ενώ περισσότερο κράτος στο ακριβώς αντίθετο. Μολονότι αναγνωρίζει ότι καθαρές μορφές κρατικής οικονομίας και οικονομίας της αγοράς δεν υφίστανται, οι αποχρώσεις στην τεράστια γκρίζα ζώνη που δημιουργείται ανάμεσά τους δεν αναδεικνύονται. Η πραγμάτευση ολοκληρώνεται με την παρουσίαση των αποτελεσμάτων μιας διεθνούς έρευνας για τη στάση της κοινής γνώμης απέναντι στον καπιταλισμό και το οικονομικό σύστημα της επιχειρηματικής οικονομίας, καθώς και για τη συσχέτιση αντικαπιταλιστικών στάσεων και πίστης σε θεωρίες συνωμοσίας. Στην ελληνική έκδοση ένα κεφάλαιο αφιερώνεται στα αποτελέσματα της σχετικής έρευνας στην Ελλάδα.

 

Δημήτρης Πεπόνης, Το τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης, Τόπος

Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η κρίση της πανδημίας σηματοδοτούν, για τον συγγραφέα, το κλείσιμο ενός κύκλου· για την ακρίβεια μιας σειράς από ιστορικούς κύκλους που αντιστοιχούν στη μακρά, τη μέση και τη βραχεία διάρκεια, σύμφωνα με τη μπρωντελιανή διάκριση του ιστορικού χρόνου. Πέρα από το τέλος της τριαντάχρονης μεταψυχροπολεμικής τάξης, που σημαδεύτηκε από την αμερικανική επικυριαρχία, αλλά και, ευρύτερα, του μεταπολεμικού δυτικοκεντρικού κόσμου, η εποχή μας σφραγίζεται από την ολοκλήρωση ενός κύκλου, διάρκειας δύο περίπου αιώνων, που χαρακτηρίστηκε από τη μετατόπιση του κέντρου βάρους του παγκόσμιου συστήματος από την ασιατική ήπειρο, όπου εντοπιζόταν από τους πρώτους μ.Χ. αιώνες έως και τον 18ο αι., προς την Ευρώπη και τον ατλαντικό κόσμο. Πρόκειται γι’ αυτό που οι θεωρητικοί των «κοσμοσυστημάτων», αλλά και περισσότερο συμβατικοί οικονομολόγοι, έχουν αποκαλέσει Μεγάλη Παρέκκλιση. Η μακρόχρονη ανάδυση της Κίνας και της Ινδίας και η ανάδειξή τους στις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη (η Κίνα ήδη κατέχει την πρώτη θέση με βάση το ΑΕΠ σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης) αποτυπώνει τη σταδιακή επιστροφή του εκκρεμούς στην αρχική του θέση. Αυτήν την κίνηση σκιαγραφεί στις σελίδες της μελέτης του ο συγγραφέας, εκκινώντας από τα ευρύτερα ζητήματα που θέτει ο πόλεμος της Ουκρανίας, τον οποίο αντιμετωπίζει ως απόρροια των ανεπίλυτων συγκρούσεων που άφησαν πίσω τους οι δύο μεγάλοι ευρωπαϊκοί πόλεμοι. Στη συνέχεια ο συγγραφέας επιχειρεί μια συνολικότερη διερεύνηση της πορείας προς την ολοκλήρωση της αμερικανικής ηγεμονικής περιόδου, ενώ στο τρίτο μέρος της πραγμάτευσής του εξετάζει ζητήματα πολιτικής γεωγραφίας, υδάτινων πεδίων διασύνδεσης, δημογραφίας και άλλων μακροδομών. Η πραγμάτευση ολοκληρώνεται με μια ανάγνωση των τεχνολογικών εξελίξεων υπό το φως της πανδημίας και των τεχνικών ελέγχου της, ως ενδείξεις της απαρχής ενός νέου ιστορικού κύκλου. Ο παρών τόμος εντάσσεται στη σειρά εκδόσεων του Κέντρου Μετακαπιταλιστικού Πολιτισμού ta.

 

Tony Just, Ευρώπη: Μια μεγάλη χίμαιρα;, Αλεξάνδρεια

Σχεδόν τριάντα χρόνια μας χωρίζουν από την εποχή που γράφτηκε το δοκίμιο αυτό, δεκαπέντε πριν από τον αδόκητο θάνατο του συγγραφέα του, του ιστορικού Τόνυ Τζαντ, σε ηλικία 62 ετών. Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου ήταν πρόσφατη, η προσδοκία των νέων, τότε, δημοκρατιών της Ανατολικής Ευρώπης για συμμετοχή, ακόμη και υπό άνισους όρους, στο ιστορικό πείραμα της ενωμένης Ευρώπης θερμή. Μπορεί η Σοβιετική Ένωση να μην υπήρχε πια, η ιδέα όμως μιας Ευρώπης «κοινό μας σπίτι, από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια», παρέμενε ζωντανή και συνέχιζε να συναρπάζει τις προοδευτικές ελίτ της ηπείρου. Σχεδόν απολογητικά, ο συγγραφέας, μολονότι «ενθουσιωδώς Ευρωπαίος», όπως σπεύδει να χαρακτηρίσει τον εαυτό του, παραδέχεται ότι είναι, επίσης, ένας «ευρωπεσιμιστής». Στο σύντομο αυτό δοκίμιό του θέτει τρία εύλογα, όχι όμως και δημοφιλή για την εποχή του, ερωτήματα: Ποιες είναι οι προοπτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Αν δεν είναι εντελώς ρόδινες, γιατί; Τι σημασία έχει αν θα δημιουργηθεί μια ενωμένη Ευρώπη; Θεωρώντας ότι μια αληθινά ενωμένη Ευρώπη, που θα μπορούσε να ενσωματώσει επί ίσοις όροις την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, είναι ελάχιστα πιθανή, ο συγγραφέας προειδοποιεί ότι δεν είναι φρόνιμο ούτε δυνατό «να ξορκίσουμε την ιστορία», όπως βολονταριστικά επιχειρούσαν οι ιδρυτές της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. «Άλλο είναι να θεωρεί κανείς μια έκβαση επιθυμητή και άλλο να υποθέτει ότι είναι εφικτή», επισημαίνει ο Τζαντ. Γι’ αυτό και ο ιστορικός καταλήγει σε μια έκκληση για μερική αποκατάσταση και επανανομιμοποίηση των εθνών-κρατών. Είναι βέβαιο πως σήμερα, αν και έχουμε απομακρυνθεί από την εποχή των γιουγκοσλαβικών εμφυλίων, που ρίχνουν βαριά τη σκιά τους στη σκέψη του εκείνης της εποχής, ο ιστορικός θα χρησιμοποιούσε πολύ σκοτεινότερους τόνους για να μιλήσει για την Ε.Ε. και το μέλλον της, για τη βαριά σκιά που ρίχνει πάνω της ο πόλεμος στην Ουκρανία και η άνοος της ακροδεξιάς παντού στην Ευρώπη. Όμως, ακόμη κι έτσι, «κανένας ενήμερος άνθρωπος δεν θα ήθελε σοβαρά να επιστρέψει σ’ αυτό τον φιλοπόλεμο, αμοιβαία ανταγωνιστικό κύκλο καχύποπτων και εσωστρεφών εθνών που αποτελούσε η ευρωπαϊκή ήπειρος στο πρόσφατο παρελθόν»…

 

Άννα Φραγκουδάκη, Ορατός και αόρατος ρατσισμός στον 21ο αιώνα, Αλεξάνδρεια

«Οι Έλληνες δεν είμαστε ρατσιστές»: Δεν υπάρχει πιο ασφαλής ένδειξη από αυτή την απόφανση, πίσω από την οποία κρύφτηκε και συνεχίζει να κρύβεται ο ρατσισμός μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στον «άλλο»· τους αλβανούς μετανάστες πριν από τριάντα χρόνια, τους σύρους και αφγανούς πρόσφυγες σήμερα. Κάποτε ορατός και οφθαλμοφανής, τις πιο πολλές φορές αόρατος αλλά πάντα ενεργός, ο ρατσισμός έχει βαθιές ρίζες στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, καθώς υπήρξε η δικαιολογητική βάση της αποικιοκρατίας (της περίφημης «εκπολιτιστικής αποστολής» του λευκού ανθρώπου…) Μπορεί οι διαιρετικές ταξινομίες του φυλετισμού να ηττήθηκαν στρατιωτικά και να καταδικάστηκαν πολιτικά μετά το 1945, μπορεί οι «επιστημονικές» του θεμελιώσεις να αποδείχθηκαν έωλες, όμως τα τελευταία 25 χρόνια στην Ευρώπη ο ρατσισμός, μαζί με όλες τις διακρίσεις, τον αντισημιτισμό, τον σεξισμό, την ξενοφοβία, αναβιώνει και απλώνεται. Αυτή η αντίφαση που συνιστά η ισχύς και η πειστικότητα μιας ταξινομίας που έχει παντάπασι αναιρεθεί αποτελεί το κεντρικό ερώτημα το οποίο επιδιώκει να ερμηνεύσει η συγγραφέας στην παρούσα μελέτη της. Στο πρώτο μέρος εξετάζεται η σύγχρονη αναβίωση των διακρίσεων στις δυτικές κοινωνίες, με ευρύτερες αναφορές στο αποικιοκρατικό παρελθόν της Δύσης και τις οπισθοδρομικές απόπειρες επανανομιμοποίησής της κατά τον 21ο αιώνα (μέσω της αναγνώρισης «θετικών» πτυχών της), αλλά και η αμφισβήτηση της παγκοσμιότητας του δυτικού φεμινισμού. Στο δεύτερο μέρος, ο ερευνητικός φακός εστιάζει στην ελληνική κοινωνία, εντοπίζοντας ομοιότητες και διαφορές ως προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες σε θέματα ρατσισμού και αντισημιτισμού. Επικεντρώνει στην αντίφαση ανάμεσα στην καταδίκη τους και στην παράλληλη μη αναγνώριση της ανοχής στον ρατσισμό και της αναπαραγωγής του αντισημιτισμού. Οι ερμηνείες που προτείνει τονίζουν την αποδοχή του ευρωκεντρικού στερεότυπου του ρατσισμού από μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα την υιοθέτηση της δυτικής ματιάς και ταυτόχρονα την υποτίμηση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας από τους παιδευμένους στο στερεότυπο φορείς της. Η μελέτη κλείνει με την απόπειρα να διατυπωθεί μια πρόταση συμφιλίωσης της εθνικής ταυτότητας με την κληρονομιά της κλασικής αρχαιότητας που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια πρωτοβουλία για τη χάραξη μιας ευρωπαϊκής πολιτικής γεφύρωσης του χάσματος ανάμεσα στον δυτικό και τον μη δυτικό κόσμο.

 

Δημήτρης Πλάντζος, Αρχαιοπολιτική, Εκδόσεις του 21ου

Όρος που, όπως και άλλοι ανάλογοι, έλκει την καταγωγή του από την βιοπολιτική του Φουκώ, η «αρχαιοπολιτική» είναι μια έννοια που εμφανίστηκε σχετικά πρόσφατα στον θεωρητικό λόγο περί παρελθόντος. Αν μια πρώτη ανάγνωση εννοιολογεί τον όρο με τη σημασία της πολιτικής εργαλειοποίησης της αρχαιολογίας και των πορισμάτων της, ο συγγραφέας, καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, διερμηνεύει τον όρο με αντίστροφη φορά: πρόκειται για μια πολιτική που επιβάλλεται μέσα από έναν αρχαιολογικό τρόπο σκέψης και δράσης, μια πολιτική που, όπως παρατηρεί, «κρύβει μια βαθύτερη επιθυμία να βιωθεί το παρόν μέσα από μια αρχαιολογική θέαση του παρελθόντος». Σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, η αρχαιοπολιτική δεν κατασκευάζει απλώς το παρελθόν, αλλά, πολύ περισσότερο, κατασκευάζει μέσω αυτού το επιθυμητό παρόν και, πολύ περισσότερο, το σκοπούμενο μέλλον. Χαρακτηριστικότερη περίπτωση «αρχαιοπολιτικού» χειρισμού είναι αυτή της ανασκαφής της Αμφίπολης, η οποία υπήρξε κατεξοχήν μια προσπάθεια να ελεγχθεί ο πολιτικός βίος της χώρας μέσω της αρχαιολογίας – μια ανάλογη απόπειρα αναδεικνύει η όλη συζήτηση για το ενδεχόμενο «επιστροφής» των γλυπτών του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο προκειμένου να χρησιμεύσουν, ομολογημένα, ως προεκλογικό όπλο. Με αυτόν τον τρόπο όμως, όπως εξηγεί στο σύντομο αλλά εξαιρετικά χρήσιμο αυτό δοκίμιο ο Δημήτρης Πλάντζος, το έθνος χαρτογραφείται μέσα από την αρχαιότητα και τα υλικά της κατάλοιπα. Στον σύγχρονο βίο του βαραίνει καταθλιπτικά μια εθνική ιδεολογία αφιερωμένη στη φυλετική συνέχεια και την πρόσδεση του «γένους» σε μια φαντασιακή αρχαιοελληνική γενεαλογία. «Αρχαιολογία της λήθης» ονομάζει αυτές τις πρακτικές ο συγγραφέας, καθώς ο στόχος της καταλήγει να είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα σε εκείνα που το έθνος οφείλει να θυμάται και σε εκείνα που καλό είναι να αγνοεί…

 

Άγγελος Σικελιανός, Η Δελφική Προσπάθεια, Ίκαρος

«Αν ξέρεις κάποιους, οθεδήποτε κι αν έρχονται, που νιώθεις πως, ανοίγοντας το στόμα, θα να στείλουν τη φωνή τους […] προς όλους και προς όλα […] ώστε ο λόγος τους ετούτος ν’ αναγκάσει σε μια σκόπιμην αντάμωση τα πάντα, ετοιμάσου ταπεινά να τους δεχτείς». Αυτός ο «σπερματικός λόγος», που ακούει μες στην ψυχή του ο Σικελιανός, όπως γράφει ο ίδιος στα 1921, εμπεριέχει τα βασικά στοιχεία που συγκροτούν το όραμά του για την «δελφική προσπάθεια»: την έκκληση σε μυημένους, ομοϊδεάτες απ’ όλο τον κόσμο, για συνάντηση σε έναν κοινό τόπο, που για τον μύστη δεν είναι άλλος από το άχρονο κέντρο, τους Δελφούς. Η προσπάθεια αυτή συνδέθηκε με τις Δελφικές Εορτές, που πραγματοποιήθηκαν το 1927 και το 1930, όχι ως τελικός σκοπός της αλλά ως μέσο για την προβολή της, όπως επισημαίνει ο επιμελητής της και ανθολόγος των κειμένων που περιλαμβάνονται στον τόμο αυτόν, καθηγητής David Connolly, στον πρόλογό του. Επιλέγοντας σχετικά κείμενα (και μεταφράζοντάς τα για την παράλληλη έκδοση της ανθολόγησης στα αγγλικά), γραμμένα σχεδόν όλα μεταξύ 1926 και 1930, επιδιώκει να βοηθήσει τον σημερινό αναγνώστη να κατανοήσει καλύτερα και να επανεκτιμήσει το σικελιανικό όραμα, όπως σημειώνει στον πρόλογό του. Το όραμα για μια «πνευματική συμμαχία μεμονωμένων ατόμων» που, απηχώντας το καθολικό πνεύμα της προσπάθειας, να μετατραπεί σε μια «παγκόσμια πνευματική και πανεπιστημιακή ένωση». Μια προσπάθεια αναγωγής στο καθολικό έβλεπε ο ποιητής στην ιδέα των Δελφών κι όχι μια στενά εθνικιστική αρχαιολατρία· οπτική ουτοπική ίσως, αλλά εξίσου ή και περισσότερο επίκαιρη στις μέρες μας, που η παγκόσμια συνείδηση φαίνεται να έχει «αυξηθεί κατακόρυφα»

 

Σωτήρης Μανωλόπουλος, Ανήμερη χώρα, Μελάνι

Σήμερα «έχουμε πλήθος από πληροφορίες, αλλά δεν έχουμε επαρκές νόημα. Δεν έχουμε ιστορίες, επαρκείς φαντασιώσεις, δεν έχουμε υλικό από το οποίο φτιάχνονται τα όνειρα»… Εκκινώντας από δυσοίωνες παραδοχές όπως η προηγούμενη, τις οποίες συχνά απαρνούμαστε, ο συγγραφέας, ψυχαναλυτής παιδιών και πρώην πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, σχολιάζει τη βία και την κρίση εμπιστοσύνης στην πολιτική, έτσι όπως διαμορφώθηκαν στη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα μετά τα αλλεπάλληλα σοκ που επέφερε η υπερδεκαετής διαρθρωτική κρίση που ξεκίνησε το 2008. Γιατί όμως να ενδιαφέρεται ο αναγνώστης για όσα έχει να πει για την πολιτική ένας ψυχαναλυτής; Γιατί η σκέψη του, στο βαθμό που είναι ψυχαναλυτική, έχει αξία ως σκέψη πολιτική, όπως και ο ίδιος τονίζει. Η έκρηξη της «τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης», η ακραία εμπορευματοποίηση κάθε πτυχής της ανθρώπινης δραστηριότητας και οι τερατώδεις ανισότητες που προκαλεί, αλλά και οι ακραίες καταστροφές που προέρχονται από την κλιματική κρίση ή τις πανδημίες, αποσταθεροποιούν το υποκείμενο, που αντιδρά αρνούμενο την πραγματικότητα. Όμως, «την πραγματικότητα τη βρίσκουμε όταν τη δημιουργούμε, την κάνουμε πραγματική … όταν της δίνουμε νόημα», επισημαίνει ο συγγραφέας, προσθέτοντας: «τη βρίσκουμε όταν τη ζούμε στις συναισθηματικές εμπειρίες που δημιουργούμε και μοιραζόμαστε με τους διπλανούς μας». Όμως αυτός ο κοινωνικός δεσμός σήμερα βρίσκεται σε κρίση· η δημοκρατία αμφισβητείται («ζούμε σαν να μη μας αφορά»), οι θεσμοί απονομιμοποιούνται, ένα μείγμα αυταρχισμού και λαϊκισμού καταστρέφει τις διαδικασίες της σκέψης, ασήμαντοι «προφήτες» κάνουν θόρυβο και αποκτούν δημοσιότητα και επιρροή… Ως αποτέλεσμα όλων αυτών των ελλειμμάτων ταυτότητας, αλλά και κυριαρχίας μας ως υποκειμένων της χώρας μας, καταφεύγουμε συχνά στη βία «για να βρούμε τους εαυτούς μας», όπως υπογραμμίζει ο συγγραφέας. Μπορεί αυταρχικοί ηγέτες και «προφήτες» να υπόσχονται επιτυχίες στην καινοτομία και την οικονομία, συχνά με αντίτιμο την ελευθερία σκέψης και έκφρασης, όμως η δημοκρατία είναι αυτή που διαρκώς αγωνίζεται για να δίνει νοήματα και να απαρτιώνει νέα στοιχεία – και διαρκώς αποτυγχάνει, γιατί, ευτυχώς, δεν μπορεί παρά να υπόσχεται μόνο μια ατελή κοινωνία…

 

Δημήτρης Λένης, Θεωρίες συνωμοσίας: Ιστορία, θεωρία και πρακτική, Τόπος

Η στωική παραδοχή πολλών συμπολιτών μας ότι «μας ψεκάζουν» έχει αποτελέσει το κατεξοχήν αντικείμενο χλεύης, κάποτε μάλιστα και από τον ίδιο τον πρωθυπουργό που, ως μη ώφειλε, αναφέρθηκε υποτιμητικά σε όσους πιστεύουν σε θεωρίες συνωμοσίας, με αφορμή την αντιεμβολιαστική στάση τους. Όμως, όπως επισημαίνει στην ανά χείρας μελέτη του ο συγγραφέας, το ζήτημα δεν είναι αν «μας ψεκάζουν» – το αβάσιμο του ισχυρισμού είναι σχεδόν αυταπόδεικτο. Το πραγματικό ζήτημα για όσους το ισχυρίζονται είναι η κατάστασή μας, το γεγονός ότι δεν εξεγειρόμαστε: αυτό είναι που χρήζει ερμηνείας. Με λίγα λόγια, αυτή η θεωρία συνωμοσίας, όπως και κάθε άλλη όμοιά της, δεν είναι παρά μια μετωνυμία. Μετωνυμία ενός ερωτήματος περί εξουσίας: Ποιος έχει στα χέρια του την πραγματική εξουσία; Ποιοι καθορίζουν τις ζωές μας ερήμην μας; Από τότε που οι θεωρίες συνωμοσίας διατυπώθηκαν για πρώτη φορά στη νεωτερική τους μορφή, στη μετεπαναστατική Γαλλία, μπορεί να άλλαξαν συχνά μορφή και πρωταγωνιστές, ανάλογα με τις ιστορικές διακυμάνσεις, παρέμειναν όμως πάντοτε όπλα των ιδεολογικών πολέμων για την κατάληψη ή τη διατήρηση της εξουσίας από διάφορες κοινωνικές ομάδες – γι’ αυτό άλλωστε βλέπουμε να υπάρχουν εξίσου συνωμοσιολογικές θεωρίες τόσο στη δεξιά όσο και στην αριστερά. Θέλοντας να προσφέρει στον αναγνώστη μια εύληπτη και συνοπτική εισαγωγή στην προέλευση και τις ποικίλες ιστορικές διαδρομές των θεωριών συνωμοσίας, ο συγγραφέας –αστροφυσικός ο ίδιος, και γι’ αυτό, όπως λέει, με μια «ορισμένη συμπάθεια για θεωρίες που πιστεύουν ότι εξηγούν τα ανεξήγητα»– αναφέρεται αρχικά στις θεωρίες περί θεωριών συνωμοσίας και στο «παρανοϊκό στυλ» της πολιτικής. Στη συνέχεια παρακολουθεί την ανάδυση της νεωτερικής δεξιάς μέσα από τη συνωμοσιολογία και τη διαπλοκή της με τον αντισημιτισμό, τη διαδρομή των «ιδεών» αυτών στον 20ό αιώνα και τον ρόλο του ναζισμού. Η πραγμάτευση ολοκληρώνεται με μια περιδιάβαση σε μια σειρά θεωριών συνωμοσίας που ταλανίζουν ακόμη και σήμερα τον δημόσιο διάλογο με τον «εξωτικό» χαρακτήρα τους, από τα νέα θρησκευτικά κινήματα και τους εξωγήινους μέχρι τα Νεφελίμ και τη Νέα Τάξη Πραμάτων.

 

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Ηθική της αγάπης και πολιτική πράξη, Πόλις

Πνευματικές συναντήσεις με δεκαπέντε συγγραφείς, συναντήσεις που προέκυψαν μέσα από πολλά και ποικίλα διαβάσματα, περιλαμβάνονται στις σελίδες του ανά χείρας τόμου, ο οποίος θα μπορούσε να διαβαστεί και ως συνέχεια της ανάλογης συλλογής φιλοσοφικών δοκιμίων με τίτλο Ποιος Θεός και ποιος άνθρωπος; (Πόλις, 2013) – άλλωστε, σε ορισμένους από αυτούς τους στοχαστές επανέρχεται σήμερα, ανανεώνοντας τη συνάντησή τους. Οι αφορμές προκειμένου ο Σταύρος Ζουμπουλάκης να εμπλακεί σε διάλογο με τους στοχαστές οι οποίοι αποτελούν το αντικείμενο του βιβλίου του είναι, συνήθως, επουσιώδεις· συνήθως πρόλογοι ή επίμετρα σε βιβλία των «συζητητών» του ή βιβλιοκριτικά άρθρα με αφορμή την κυκλοφορία τους ή ακόμη και εισηγήσεις ή ομιλίες σε συνέδρια και εκδηλώσεις. Ανεξάρτητα από την αφορμή, όμως, ο διάλογος στον οποίο εμπλέκεται ο Ζουμπουλάκης δεν είναι διόλου τυπικός ή συμβατικός – σε τέτοια περίπτωση δεν θα ήταν διάλογος. Επιστρατεύει τα διαβάσματά του, κρίνει και πολύ συχνά διαφωνεί, δημιουργεί στον αναγνώστη του τη βεβαιότητα ότι παρευρίσκεται σε μια ζωηρή πνευματική αναζήτηση, ενώ η χάρη της γραφής του διατηρείται αδιάπτωτη ανεξάρτητα από το είδος του λόγου που διακονεί. Οι συγγραφείς με τους οποίους συζητά ανήκουν σε διαφορετικές πνευματικές παραδόσεις. Άλλοι αποφασιστικά κοσμικοί, όπως ο Τζορτζ Όργουελ, ο Τόνυ Τζαντ, ο Βάτσλαβ Χάβελ ή ο Σαούλ Φρηντλαίντερ· άλλοι σε διαρκή διάλογο με τη βιβλική παράδοση και κάποια από τις νεότερες εκδοχές της, όπως ο Ζακ Μαριταίν, ο Αλβέρτος Σβάιτσερ, ο Πωλ Ρικαίρ, ο Χανς Γιόνας ή η Σιμόν Βέιλ και η Έττυ Χίλλεσουμ, που στη σύντομη ζωή τους βίωσαν τη μυστική εμπειρία του θείου… Αυτό που ενώνει τους τόσο διαφορετικούς αυτούς στοχαστές –και δίνει σε αυτά τα δοκίμια ένα κοινό κέντρο– είναι η προσήλωση όλων στη δημοκρατία και η εμπλοκή στις ιστορικές περιπέτειες του καιρού τους – ορισμένοι, μάλιστα, «τις υπέστησαν οδυνηρά», επισημαίνει ο συγγραφέας. Προσήλωση και μετοχή που χαρακτηρίζονται από το ηθικό τους περιεχόμενο, δηλαδή, «την αγάπη για τον συνάνθρωπο», όπως γράφει ο ίδιος.

 

Γαβριέλλα Ευαγγελία Ασπράκη, «Ούτε άντρας, ούτε γυναίκα», Θεμέλιο

Την εμφάνιση του πεδίου της σεξολογίας και τη σύνδεσή του με την κατασκευή της ανδρικής ομοφυλοφιλίας, στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εξετάζει η ανά χείρας μελέτη. Στην έρευνά της η συγγραφέας, χρησιμοποιώντας εργαλεία τόσο από το πεδίο της ιστορίας όσο και της κοινωνικής ανθρωπολογίας, μελετά την κατασκευή της έννοιας της (ανδρικής) ομοφυλοφιλίας μέσα από τα πρώτα συγγράμματα σεξολογίας, που συντελούν στην ιατρικοποίησή της: από αμαρτία ή εγκληματική συμπεριφορά, οι ανδρικές ομοερωτικές πρακτικές μετατρέπονται σε ασθένεια. Η μελέτη εκκινεί από αυτήν ακριβώς τη μετατόπιση, που στην Ευρώπη συντελείται σταδιακά, αλλά διόλου γραμμικά, καθώς οι αντιλήψεις αυτές συνυπάρχουν και επικαλύπτονται, από τον 3ο μ.Χ. αι. και εντεύθεν. Στη συνέχεια, η συγγραφέας εξετάζει τους επιστημονικούς λόγους που διαμορφώνονται σχετικά στη βόρεια και κεντρική Ευρώπη, σε συνάρτηση με την ανάδυση της της σεξολογίας, η οποία συνδέεται τόσο με την ανάγκη ιατρικής γνωμοδότησης σε δίκες ομοφυλοφίλων όσο, όμως, και με το πρώιμο κίνημα για την αποποινικοποίηση και τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Η πραγμάτευση έχει ως χρονικό όριο την άνοδο των ναζί στην εξουσία, όταν η σεξολογία τέθηκε υπό διωγμόν και οι σχετικές έρευνες σταμάτησαν, όχι μονάχα στη Γερμανία αλλά και στην Ευρώπη συνολικά. Το τρίτο μέρος της παρούσας μελέτης εξετάζει την αντιμετώπιση της ανδρικής ομοφυλοφιλίας από την ελληνική ιατρική βιβλιογραφία. Παρά τις στενές σχέσεις των ελλήνων ιατρών με τους ευρωπαίους και ιδιαίτερα με τους γερμανούς συναδέλφους τους, τα περισσότερα σχετικά κείμενα προέρχονται από τον χώρο της ιατροδικαστικής ή της ψυχιατρικής και όχι της ελληνικής σεξολογίας, ενώ εξίσου απουσιάζουν ακόμη και σπαράγματα λόγου περί δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων. Πέρα από τον συντηρητισμό και την καταθλιπτική εξουσία της Εκκλησίας, η συγγραφέας ερμηνεύει αυτή τη σιωπή και με έναν ακόμη παράγοντα: τον κεντρικό ρόλο που διαδραματίζει η έννοια της «φυλής» και της «φυλετικής υγείας» για τη συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας, που θα κινδύνευε από ενδεχόμενη αναγνώριση του «εκφυλιστικού» παράγοντα της ανδρικής ομοφυλοφιλίας.

Προηγούμενο άρθροΑντώνης Λιάκος: «Μια νέα ιστορία των Ελλήνων και της διασποράς» (του Σπύρου Κακουριώτη)
Επόμενο άρθροΟι παράξενες αγάπες των παραμυθιών (μία ανάγνωση στα παραμύθια του Χρ.Μπουλώτη)της Έφης Κατσουρού

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ