Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Ο ζοφερός κόσμος της Στεφανίας Τσουκαλίδου (γράφει ο Ανδρέας Μήτσου)

Ο ζοφερός κόσμος της Στεφανίας Τσουκαλίδου (γράφει ο Ανδρέας Μήτσου)

0
231

του Ανδρέα Μήτσου

 

Το ιδιαίτερο γνώρισμα της συλλογής «Παλαρμέ», των εικοσιέξι (26) μικροδιηγημάτων της  Στεφανίας Τσουκαλίδου, είναι το ύφος της γραφής της. Λόγος μεστός, αποσταγμένος, γλώσσα λιτή, ανεπιτήδευτη, η οποία δεν αποκλίνει από τον σχεδιασμό και τον επιδιωκόμενο στόχο της κάθε ιστόρησης. Όλες οι διηγήσεις της υπακούουν στην νομοτέλεια της αφήγησης, χωρίς να χειραγωγούνται από μια συμβατική λογική, με τις λέξεις να λειτουρ-γούν ως οχήματα που οδηγούν προσεκτικά στο απώτατο –και επιμελημένα κεκρυμμένο– νόημα – τραύμα.

Η «υπόθεση», παρ’ όλα αυτά, των ιστοριών φαίνεται μάλλον κοινότοπη, σε μια επιδερμική, πρώτη ανάγνωση, τόσο που να γίνεται εύκολα αντιληπτό πως τα όποια συμβάντα που περιγράφονται δεν αποτελούν παρά βολικές προφάσεις – προσχήματα της αφήγησης, για να αναδειχθεί αμεσότερα η «δεύτερη», η ανείπωτη και οδυνηρή ιστορία, η οποία έντεχνα αποκρύπτεται. Γιατί τα συμβάντα των 26 μικροδιηγημάτων του «Παλαρμέ» παραπέμπουν σε οδυνηρά δράματα, σε ανεπούλωτα τραύματα ανθρώπων καταβυθισμένων στην απόγνωση και την άκρα απελπισία, και η ωμή, απροκάλυπτη έκθεσή τους, σε κάθε μία ξεχωριστά ιστορία, θα υποκινούσε τον αναγνώστη να αναζητήσει, πέρα από το προφανές, τις βαθύτερες αιτίες και τα ανείπωτα της κακοτυχίας τους.

Η συνηθισμένη, δηλαδή, «υπόθεση» δεν αποτελεί αυτοσκοπό, η συγγραφέας δεν στοχεύει να μας διηγηθεί μια ακόμη συνηθισμένη, τραγική ιστορία, παρά αποδεχόμενοι οι αναγνώστες τον σχηματικό μύθο της, να φτάσουν να συναισθανθούν, πέραν των ορίων της κοινότοπης πλοκής, την ιδιαίτερη επίγευση, το άρωμα της ιστορίας της, εκεί όπου και αποβλέπει η κάθε ειλικρινής αφήγηση.

Εξάλλου, όλες σχεδόν οι «ιστορίες» ίδιες είναι και προβλέψιμες, λίγο-πολύ, ό,τι τις διαφοροποιεί και τους προσδίδει άλλες διαστάσεις, είναι ο τρόπος που ο δημιουργός –η δημιουργός εν προκειμένω– υπαινίσσεται. Που κρύβει και που φωτίζει, η απόσταση που παίρνει από το κάθε γεγονός.

Αποζητά δηλαδή ο αφηγητής από τον προσδοκώμενο αναγνώστη του την αποδοχή και την συμπόρευση, τη βοήθειά του, ώστε να ανασύρουν μαζί και να διερευνήσουν τις ποικίλες όψεις και εκδοχές των συμβάντων που περιγράφονται, τα οποία μάλιστα ούτε και η ίδια η συγγραφέας, καθώς τα κατέγραφε, είχε συνείδηση ότι την έσερναν στον πιο βαθύ και σκοτεινό εαυτό της, και σίγουρα διαρκώς θα αναρωτιόταν γράφοντας: «Πού με πάει αυτό το ποίημα», όπως και ο τίτλος της ποιητικής συλλογής του αείμνηστου Σταύρου Βαβούρη.

Για ετούτον ακριβώς το λόγο, πιστεύω, ότι τα 26 μικροδιηγήματα είναι σημαντικά, επειδή ο αναγνώστης όντως συμπλέει και συμπορεύεται, αγνοώντας, ή υποτιμώντας, τον αρχικό μύθο τους, με το βαθύτερο συναίσθημα που αδιόρατα διατρέχει την κάθε μια από αυτές τις ιστορήσεις να τον εμποτίζει και να τον παρασέρνει κι αυτόν στη ροή της.

Κυρίαρχες έννοιες-εικόνες στις διηγήσεις της: Το βαθύ σκοτάδι που περιτυλίγει τους «ήρωές» της, ο ασίγαστος πόθος για δικαίωση, για λύτρωση, των πασχόντων πρωταγωνιστών, και κατ’ αντιστοιχία της συγγραφικής persona από τις ενοχές που τους κατατρύχουν, όπως και τα υπόγεια αισθήματα οργής και πίκρας που πασχίζουν να αναδυθούν, να λάβουν μορφή. Η μοναχικότητα επίσης, η άκρα απελπισία, αλλά ταυτόχρονα και ο κρύφιος πόθος εκδίκησης εμφιλοχωρούν σε καθεμιά σχεδόν ιστορία.

Άτομα ανάπηρα, σωματικά ή ψυχικά, αλκοολικοί, ζητιάνοι, απόκληροι της κοινωνίας, ένα γνωστό πλέον σήμερα, όσο και θλιβερό περιθώριο, ο κόσμος των ηρώων της, με τα δίπολα αγάπη-μίσος, εμφανή να τους ποδηγετούν, με τους φόνους, τους βιασμούς, νοερούς ή επαπειλούμενους σε φαντασιακό επίπεδο, πανταχού παρόντες και την απουσία, πάνω απ’ όλα, του πατέρα, όπως και του αδελφού, ως προσδοκώμενη, πλην ανυπόστατη, προστασία να δεσπόζει, και την απέλπιδα προσδοκία, σαν μαχαίρι επίμονα να εισχωρεί όλο και βαθύτερα στη σάρκα. Η τρέλα επίσης φτερουγίζει γύρω από τους πρωταγωνιστές και ο θάνατος ανελέητος κανιβαλίζει σαδιστικά όλα τα πρόσωπα των ιστοριών.

Η αφηγήτρια, πανικόβλητη, αποζητά το νερό για να ξεπλυθεί, προσδο-κά την ευλογημένη κάθαρση, η οποία όμως δεν έρχεται, με τον σαρκασμό της πραγματικότητας του κάθε ήρωά της απροκάλυπτο, σε όλες ανεξαιρέτως τις ιστορήσεις, ο οποίος σαρκασμός δεν είναι παρά ο κεκαλυμμένος αυτοσαρκασμός που στιγματίζει την αφηγήτρια.

Υποστήριξα πως οι ιστορίες είναι προσχηματικές, προφάσεις της αφήγησης, αφού δεν εστιάζει η συγγραφέας σε μια πρωτότυπη συγκρότηση των συμβάντων της πλοκής, αλλά αναπαριστά τα περιστατικά, τα συμβάντα των ιστοριών στην πρωτογενή απλότητά τους, ώστε, πατώντας στο γνωστό και συχνά τετριμμένο, με βεβαιότητα ο αναγνώστης να φτάσει να διακρίνει το άδηλο, τον υπαινιγμό, ότι εδώ βρίσκεται η λογοτεχνική αξία του βιβλίου. Από μια κοινότοπη δηλαδή ιστορία, να κατορθώνει να εισχωρεί στα αφανή και κεκρυμμένα, να μπορεί να συμπάσχει με την απεγνωσμένη απόπειρα των κατατρεγμένων ηρώων να κοινωνήσουν τη μικρή χαρά, την παρηγορία, με τον πόθο τους να εξιλεωθούν, τόσον αυτοί όσο και η συνοδοιπόρος αφηγήτριά τους.

Υπό αυτό το πρίσμα, δεν θα αποπειραθώ επομένως να αναφερθώ στην «υπόθεση» της κάθε μιας από τις 26 ιστορίες, εάν διάλεγα πάντως ένα μόττο για το βιβλίο, θα αντέγραφα τη φράση από το εξαίρετο δεύτερο διήγημα της συλλογής «Ο Ερέτης» (σελ. 14): «Είμαστε φτιαγμένοι από λύπη». Αυτή η διαπίστωση συνοψίζει, πιστεύω, όλες τις ιστορήσεις της κυρίας Στεφανίας Τσουκαλίδου.

«Κάποιος γελάει μαζί μου», εξομολογείται ο λυπημένος αφηγητής στο αφήγημα «Βιώσιμη Διαχείριση» (σελ. 25).

Ο απόηχος από αυτό το χαιρέκακο γέλιο που συνοδεύει τα σκοτεινά διηγήματα, τα ύπουλα και μοχθηρά παιχνίδια της συγγραφικής φαντασίας, παρηχεί όλο και πιο δυναμωμένος, και αφού κλείσουμε το βιβλίο με τις μεστές νουάρ ιστορίες και την ποιητική ενατένιση ενός κόσμου ζοφερού, όπου η κανονικότητα απουσιάζει, με το «βασανισμένο άτομο» μια «Aναμνη-στική Eυτυχία» να αναπολεί, καθώς και ο τίτλος της προτελευταίας διήγησης, την παρηγορητική ίαση, η οποία όμως δεν λέει να έρθει, να αναδυθεί, ούτε καν στο φαντασιακό τους τοπίο.

Στεφανία Τσουκαλίδου, Παλαρμέ, εκδόσεις Βακχικόν

 

Προηγούμενο άρθροΓιατί η δημιουργία δεν είναι απλώς ‘παραγωγή αποτελεσμάτων’ (του Νικόλα Σεβαστάκη)
Επόμενο άρθροΌψεις του εμπορικού κινηματογράφου της δεκαετίας του 1980 (του Βαγγέλη Τζούκα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ