Ο Μίροσλαβ Χόλουμπ, ο Σπάνιας και οι μπανάνες του Κάλας (γραφει από τη Ν. Υόρκη ο Χρήστος  Τσιάμης)

0
281
Μ. Χόλουμπ
Spread the love

γραφει από τη Ν. Υόρκη ο Χρήστος  Τσιάμης

 

Ποίηση πάνω από αχνιστά πιάτα καπαμά

 Οι δημοσιογραφικές αντένες τού ποιητή Νίκου Σπάνια είχαν αντιληφθεί ότι είχε φτάσει στη Νέα Υόρκη ένας διάσημος Τσεχοσλοβάκος ποιητής.  Ήταν το 1979, στο μεσοδιάστημα δηλαδή ανάμεσα στην «άνοιξη της Πράγας», που την είχαν πατάξει σχεδόν αμέσως τα Σοβιετικά τανκς, και στην πτώση του «τείχους του Βερολίνου» που σήμανε το τέλος των κομμουνιστικών καθεστώτων στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που, μέχρι τότε, δεν άφηναν να φύγει κουνούπι έξω από την επικράτεια τους.  Έτσι, η άφιξη ενός ανθρώπου τού πνεύματος από εκεί ήταν μια ευκαιρία που ο δημοσιογράφος Σπάνιας δεν θα άφηνε να του ξεφύγει.  Και βρήκε τρόπο να έρθει σε επαφή με τον ποιητή Μίροσλαβ Χόλουμπ και να τον προσκαλέσει σε τραπέζι.  Μαζί κάλεσε και έναν είκοσι οχτάχρονο εκκολαπτόμενο Έλληνα ποιητή.

Συναντήθηκαν λοιπόν οι τρεις.  Οι δυο μεγαλύτεροι, στα προχωρημένα πενήντα τους, συνομήλικοι, ήταν καταξιωμένοι, στης χώρας τους την ποίηση.  Όσο για το νεαρό, σε λίγους μήνες επρόκειτο να εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή.  Συναντήθηκαν στο Ελληνικό εστιατόριο «Ακρόπολις», στο δυτικό Μανχάταν, να συζητήσουν για ποίηση, και για ό,τι άλλο θα έφερνε η συζήτηση, επάνω από αχνιστά πιάτα καπαμά που είχε προτείνει ενθουσιωδώς ο «οικοδεσπότης» τους.  Το εστιατόριο βρισκόταν σε μια βολική τοποθεσία, δίπλα εκεί στα θέατρα τού Μπρόντγουεϊ όπου είχε πρόγραμμα να πάει κατόπιν ο ξένος επισκέπτης.  Και το φαγητό ήταν πρώτης κλάσης, κατά τον πρεσβύτερο Έλληνα ποιητή που ήταν πάντα απαιτητικός στις γαστρονομικές προτιμήσεις του.

Πρώτη φορά συναντιόντουσαν.  Είχαν όμως διάφορα κοινά που τους έφερναν πλησίον και που σύντομα ζέσταναν την ατμόσφαιρα.  Να, ο Τσέχος και ο νεαρός Έλληνας, πέρα από την ποίηση, είχαν και οι δυο τους καριέρες στην επιστήμη.  Και συζήτησαν πώς η μια τους ενασχόληση, κατά τη γνώμη τους, συνέδραμε την άλλη.  Και ο «κύριος Σπάνιας» με τον Τσέχο μοιράστηκαν την αμέριστη αγάπη τους για το θέατρο.  Ο πρώτος ανέφερε πως ήταν το θέατρο που τον είχε φέρει στην Αμερική.  Είχε πάρει μια υποτροφία για τη μετάφραση τού θεατρικού έργου τού Τένεσι Γουίλλιαμς The glass menagerie που είχε κάνει στα είκοσι τρία του.  Ήταν ιδιαίτερα υπερήφανος για την επινόηση του στη μετάφραση τού τίτλου.  «Ο γυάλινος κόσμος» το είχε μεταφράσει στα Ελληνικά.  Η μετάφραση ήταν για λογαριασμό του «Θεάτρου Τέχνης» τού Καρόλου Κουν που το είχε ανεβάσει το 1946.  Και ο τίτλος έγινε έκφραση και μπήκε στην κουλτούρα τής χώρας.  Χρόνια αργότερα έγινε και τίτλος τραγουδιού τού μεγάλου λαϊκού τραγουδιστή Στέλιου Καζαντζίδη.  Ο Χόλουμπ τους είπε πως είχε προγραμματίσει να περάσει τις μέρες του στη Νέα Υόρκη βλέποντας, αποκλειστικά, θέατρο.  Απέφυγαν να συζητήσουν θέματα πολιτικά.  Ο επιστήμων (ανοσολόγος ήταν) ποιητής, δεν τα πήγαινε και τόσο καλά με το καθεστώς της χώρας του, και δεν επρόκειτο να διακινδυνεύσει την άδεια που είχε καταφέρει να αποσπάσει για μια ολιγόχρονη παραμονή στην πολιτεία Οχάϊο της Αμερικής, στο μικρό, αλλά σημαντικό στον κόσμο των τεχνών, Κολλέγιο Όμπερλιν.  Τον είχαν καλέσει εκεί οι θαυμαστές και μεταφραστές τού έργου του στη χώρα αυτή.

Από την όμορφη εκείνη βραδιά στην Ακρόπολη με τον Χόλουμπ, και από την κουβέντα τους όταν, αργότερα, τον συνόδευσε λίγα τετράγωνα μέχρι το θέατρο, μετά από τόσα χρόνια στου νεαρού ποιητή τη μνήμη δυο τρία πράγματα μόνο έχουν μείνει.  Πως ο Τσέχος είχε συναντήσει τον Έζρα Πάουντ, , στην Ιταλία, σε μεγάλη ηλικία πιά, αλλά δεν θυμόταν τι τού είχε πει (αν είχε πει τίποτα, γιατί μάλλον είχε ήδη περάσει απ’ τη μεριά τής σιωπής…).  Θυμόταν όμως πολύ καλά τη μορφή τού Αμερικανού ποιητή.  Όπως είπε, θα ήταν η μορφή τής ποίησης, αν η ποίηση είχε πάρει ποτέ ανθρώπινη μορφή!  Με ανάλογη ποιητική ευλάβεια  μίλησε και για τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο.  Μα το πιο συγκινητικό ήταν η αντίδραση του όταν ο νεαρός Έλληνας τού είπε ότι είχε πρωτοδιαβάσει τη δική του ποίηση, στα Ελληνικά, στις μεταφράσεις τού σπουδαίου λυρικού ποιητή και μέντορα του Σωκράτη Λ. Σκαρτσή.  Ο Σκαρτσής είχε δημοσιεύσει, το 1973, δέκα ποιήματα του στο περιοδικό «Υδρία», που είχε αρχίσει να το εκδίδει στην Πάτρα τα χρόνια της δικτατορίας.  Ο Χόλουμπ θα έφευγε για το Όμπερλιν την επόμενη μέρα και του ζήτησε, αν ήταν δυνατόν, να του ταχυδρομήσει το περιοδικό με τις μεταφράσεις. Τα ταχυδρομεία όμως δεν τους έκαναν τη χάρη.  Μια μέρα ακριβώς προτού να επιστρέψει στη χώρα του έγραψε στο νεαρό ποιητή ότι δεν είχε λάβει ακόμη το περιοδικό.  Είθε να φτάσει, έγραφε, έστω και την τελευταία στιγμή!  Του έστειλε και τη διεύθυνση του στην Πράγα, σε περίπτωση που χρειαστεί.  «Γράψε μου όποτε θέλεις… και τους χαιρετισμούς μου στο Ν. Σπάνια και στο Σ. Σκαρτσή στην Υδρία», κατέληγε το γράμμα στις 31 Μαΐου τού 1979.  Η αλληλογραφία, όμως, τότε την εποχή τού χαρτιού, δεν ήταν ένα από τα δυνατά προσόντα τού νεαρού Έλληνα ποιητή.  Και κάπως έτσι τελείωσε αυτή η ιστορία …

 

 

Νικόλας Κάλας

Οι μπανάνες του Κάλας

Για τον Νικόλαο Κάλας ίσως ξέρετε πολλά.  Ότι νεαρός στην Αθήνα ήταν στις παρέες του Ανδρέα Εμπειρίκου και του Οδυσσέα Ελύτη.  Ότι έφυγε νωρίς να πάει να ζήσει στο Παρίσι.  Ότι είχε γίνει τροτσκιστής και ότι έδωσε το «παρών» και ως σουρεαλιστής.  Μάλιστα, έγινε πρωτοπαλίκαρο του Αντρέ Μπρετόν τότε που αυτός είχε γράψει το μανιφέστο εκείνου του μεγάλου κινήματος τής τέχνης.  Και του είχε πει: ανάμεσα μας έχουμε πολλούς ποιητές, καλύτερα εσύ να γράψεις δοκίμιο.  Και έγραψε το περίφημο «Foyers dincendie» («Εστίες πυρκαγιάς»).  Ότι έφυγε μαζί με άλλους διάσημους Γάλλους (με τον Μαρσέλ Ντυσάν, και με τον ζωγράφο Υβ Τανγκί) για την Αμερική, για να αποφύγουν τους Ναζί.  Ότι έχτισε μια μεγάλη καριέρα κριτικού της τέχνης εκεί.  Ότι είχε κερδίσει τον σεβασμό τού μεγάλου Αμερικανού ποιητή Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς, που είχε μεταφράσει ποιήματα του από τα Γαλλικά (αυτό θα το βρείτε στη βιβλιογραφία).  Και, επίσης, ότι είχε το σεβασμό των νεότερων Αμερικανών ποιητών της εποχής του, και ειδικά του διάσημου Άλλεν Γκίνσμπεργκ (αυτό το συμπέρανα από κουβέντα που είχα με τον ίδιο τον Μπητ ποιητή).  Αυτό, όμως, εδώ που είμαι έτοιμος να σας πω, είμαι απολύτως σίγουρος ότι δεν σας είναι γνωστό.

 

Ο Νικόλαος Κάλας τρελαινόταν για τις παραγινωμένες μπανάνες!  Ήταν η μόνη προτίμηση του στο φαγητό που μου είχε εκμυστηρευθεί όλα εκείνα τα χρόνια που ήμαστε φίλοι.  Ακόμα δεν ξέρω γιατί είχε νιώσει την ανάγκη να μου το πει.  Από όλες τις σουπερμάρκετ στη γειτονιά του, στο Άπω Ανατολικό Μανχάτταν, είπε, προτιμούσε τη Food Emporium, στην Τρίτη Λεωφόρο, με ένα κριτήριο και μόνο: τις μπανάνες τους.  Του άρεσε, είπε, να ψωνίζει εκεί γιατί δεν μάζευαν από τα ράφια τους τις μπανάνες όταν είχαν αρχίσει να μαυρίζουν.   Ήθελα να του πω ότι οι μπανάνες μπορούσαν να ωριμάσουν το ίδιο γρήγορα και στο σπίτι του.  Όμως με πρόλαβε, λέγοντας μου πόσο του άρεσε να στέκεται μπροστά στο ράφι με τις «όμορφα τοποθετημένες» μπανάνες και να διαλέγει, μέσα στην οσμή που ανέδιναν, τις πιο μαύρες.  Και υπέθεσα ότι εκείνη η βαριά, γλυκιά μυρουδιά θα έπρεπε να του γαργαλούσε τα μυαλά, στις περιοχές τού εγκεφάλου εκεί όπου αναδύεται η ποίηση.  Δεν έχω άλλη εξήγηση.

 

Προηγούμενο άρθροΠανόραμα της διαχρονικής αφροαμερικανικής δυναμικής (γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης)
Επόμενο άρθρο«Οιδίποδας», Ρόμπερτ Άικ: «Οι άνθρωποι έχουν ταλέντο να μην ξέρουν» (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ