του Μανώλη Γαλιάτσου
Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι Το Αριστερό Μου Χέρι (Left-Handed Girl, 2025) είναι μια ταινία του Σον Μπέικερ διά χειρός της Σι-Τσινγκ Τσου; Μια ταινία που θα μπορούσε με άνεση να ενταχθεί, κατά το ήμισυ, έστω, μετά και την περσινή του πλήρη αναγνώριση, στην επίσημη φιλμογραφία του σκηνοθέτη της Ανόρα; Ο Μπέικερ «υποδηλώνει» την –πλέον του συνήθους- ανάμειξή του, συμμετέχοντας εδώ όχι μόνον ως παραγωγός και σεναριογράφος, μαζί με τη σκηνοθέτιδα, αλλά κρατώντας επίσης για τον εαυτό του την ιδιότητα του μοντέρ, κατά τον ιδιαίτερο τρόπο που το κάνει στις δικές του ταινίες. Με πιο χαρακτηριστική περίπτωση το Tangerine (2015), όπου του αρκούσε να μοντάρει πάνω σε πλάνα γυρισμένα εξ ολοκλήρου σε iPhone, παίζοντας με τις εντυπώσεις μιας υποτιθέμενης «μη σκηνοθεσίας» του – μέσω των εικόνων που του παρέδιδε αυτούσιες η ακατέργαστη πραγματικότητα. Ας πούμε λοιπόν για Το Αριστερό Μου Χέρι, και προκειμένου να είμαστε ακριβοδίκαιοι, ότι πρόκειται για ταινία της άτυπης «σχολής» του Μπέικερ. Στηριγμένη σε ιστορία βιωμένη από την ίδια τη σκηνοθέτιδα, η οποία επί σειρά ετών συνεργάζεται μαζί του –κυρίως από τη θέση της παραγωγού- κι έτσι έχει μάθει να «διαβάζει» και να κατανοεί τον κινηματογράφο του από τα μέσα.
Το καλειδοσκόπιο μέσα απ’ το οποίο, όχι τυχαία, παρατηρεί τον κόσμο γύρω της η μικρή Ι-Τσιν μας ειδοποιεί, απ’ την έναρξη κιόλας της ταινίας (και για μιαν ακόμα φορά στο –επιβεβαιωτικό- τέλος της), για το άνοιγμα στα πολλά πρόσωπα της ιστορίας, όπου το καθένα μοιάζει εντελώς απαραίτητο για να μπορέσει να συντεθεί η ιστορία του άλλου. «Φαίνεται μαγικό μέρος» σχολιάζει έκθαμβη –κατά την πρώτη της επίσκεψη στην Ταϊπέι- η μικρή αδελφή, για να συμπέσει με την εκτίμηση της συνομήλικής της στο τέλος του The Florida Project (2017) του Σον Μπέικερ και να συνδεθεί έτσι μιας κι εξαρχής μαζί της ως η νεότερη συγκάτοικος στο φιλμικό του σύμπαν. Την παλιότερη ηρωίδα την κινούσε η ανάγκη διαφυγής της απ’ την επώδυνη πραγματικότητα. Εδώ πρόκειται για την πιο καλόδεχτη, πρωτόφαντη διαπίστωση που ξετυλίγεται μπρος στα μάτια της λιλιπούτειας Ι-Τσιν και δεν αφήνει εξαρχής τα περιθώρια καμιάς αμφισβήτησης για την αλήθεια της. Διότι, αν μια φωτογραφία ενδέχεται και να σε παραπλανήσει, μάλλον σκόπιμα, όπως το σπίτι που ενοικιάζεται και αποδεικνύεται μικρότερο απ’ ό,τι έδειχνε μέσα απ’ τον διαφημιστικό του φακό, η ίδια η πραγματικότητα, ειδικά αν είσαι παιδί και ξέρεις να αφήνεσαι στις μυστικές ροές της, δεν μοιάζει να κρύβει την παραμικρή πρόθεση να σε διαψεύσει ποτέ. Ο κόσμος είναι στ’ αλήθεια μαγικός, όπως το «μαγικό σφουγγάρι» που προωθεί ο ερωτευμένος με τη μητέρα πωλητής καθαριστικών, και ο κόσμος είναι πολύχρωμος κι ανάλαφρος, όπως η νυχτερινή αγορά της Ταϊπέι όταν λούζεται ήρεμα στο διάφανο, φυσικό φως της μέρας.
Μια μητέρα με τις δύο κόρες της. Αυτές είναι οι κεντρικές ηρωίδες. Και η κινηματογραφίστρια είναι παρούσα για να καταγράψει με λεπτότητα τις συναισθηματικές μεταπτώσεις τους, κάθε στιγμή, μέχρι τη γαλήνια έξοδο. Σ’ αυτό το θηλυκό χαρακτηρολογικό τρίο το κάθε πρόσωπο διατηρεί το ξεχωριστό κέντρο βάρους του, την ίδια στιγμή που επιζητεί την εναρμόνισή του, έστω και με συχνά αμφίθυμη συμπεριφορά, με το κέντρο των άλλων δύο. Όπως συμβαίνει στον κινηματογράφο του Μπέικερ, όμως, έτσι και στην ταινία της Σι-Τσινγκ Τσου, προτεραιότητα έχουν τα παιδιά. Στο επίκεντρο της ταινίας, λοιπόν, δεν θα μπορούσε να βρίσκεται άλλος από το κορίτσι του τίτλου. Αλλά τι σημαίνει, αλήθεια, η αριστερόχειρη ιδιότητά του και γιατί την επισημαίνει με τόση έμφαση ο πρωτότυπος τίτλος; Το αριστερό μας χέρι αποτελεί όργανο του διαβόλου, όπως ισχυρίζεται μια παλιά κινέζικη –και όχι μόνον, ασφαλώς- προκατάληψη την οποία θα διδαχτεί απ’ τον παππού της και θ’ αναγκαστεί να την ενστερνιστεί πλήρως η μικρή Ι-Τσιν, για να ξεκινήσει τις κλοπές της με τις απρόβλεπτές τους συνέπειες. Συνέπειες ολωσδιόλου θετικές, εν τούτοις, κατά τον πιο παράξενο –φαινομενικά- τρόπο. Σ’ ένα εμπνευσμένο πλάνο απ’ το οποίο, όχι τυχαία, επιλέγεται η αφίσα της ταινίας, το κορίτσι ξαπλωμένο στο κρεβάτι του υψώνει το αριστερό του χέρι και το παρατηρεί εξονυχιστικά. Αν το αριστερό μας χέρι αποτελεί ιδιοκτησία του διαβόλου, τότε το δίλημμα προβάλλει ιδιαιτέρως επιτακτικό: το αριστερό μας χέρι πρέπει να αποκοπεί ή –τουλάχιστον- να απομονωθεί. Στην πρώτη περίπτωση καταφέρνουμε να μείνουμε εντελώς αμόλυντοι από το κακό, στη δεύτερη δεν έχουμε την παραμικρή ευθύνη για τις πράξεις του. Λίγο αργότερα, σ’ ένα εξίσου απρόσμενο πλάνο -με την αιφνίδια και συμπυκνωμένη ένταση ενός θρίλερ ψυχολογικών διαστάσεων – η Ι-Τσιν με τον μπαλτά της κουζίνας στο δεξί, φλερτάρει με την ιδέα ν’ απαλλαγεί οριστικά απ’ το αριστερό της χέρι. Τελικά αποφασίζει να το καλύψει μ’ ένα πάνινο σταμπωτό σακούλι και να το απομονώσει: η σχάση μέσα της έχει ολοκληρωθεί. Ο ανθρωπολογικός δυϊσμός έχει καταφέρει για μιαν ακόμα φορά να βρει το φρέσκο χώμα του και να φυτευτεί. Σε δύο μόλις πλάνα, η πιο ευσύνοπτη παρουσίαση της φιλοσοφικής, ηθικής και υπαρξιακής περιπέτειας του ανθρώπου, το πιο σύντομο ιστορικό στη διαδρομή της εσωτερικής του «αποξένωσης», έχει παρασταθεί από την κινηματογραφίστρια – κι έχει καταφέρει, με τον πιο εύγλωττο τρόπο, ν’ αποτυπωθεί. Η ψυχανάλυση θα είχε ίσως πολλά να πληροφορηθεί από την Τέχνη στο σημείο αυτό. Κάθε παιδί, άλλωστε, περιγράφει –κι εν συντομία επαναλαμβάνει- ολόκληρη την Ιστορία του ανθρώπινου είδους, από την πρωτόγονη κατάσταση μέχρι το φτάσιμό της στις διαδοχικές, πολύπλευρες πτυχώσεις του πολιτισμού. Αλλ’ αυτό, βέβαια, είναι κάτι που το ξέρει πολύ καλά η ψυχανάλυση. Για την Ι-Τσιν, πάντως, χρειάστηκε η φιλεύσπλαχνη παρέμβαση του διαβόλου καθώς, εξ αιτίας των «κακών της πράξεων», θα σωθεί όλη η οικογένεια, θα μαλακώσει η καρδιά από πέτρα της -χωρίς ιδιαίτερους ενδοιασμούς, αριβίστριας και φαντασμένης – γιαγιάς και θα μεταστραφεί η συμπεριφορά της διαρκώς εκνευρισμένης, επιθετικής και δύστροπης, μεγαλύτερης αδελφής της. Τι άλλο είναι λοιπόν το χέρι του διαβόλου από το χέρι εκείνο που παίρνει την πρωτοβουλία να δράσει για να κινήσει εκ νέου τα νήματα της ζωής; Μια αειφόρα δύναμη που εχθρεύεται κάθε μορφή ακινησίας και απεχθάνεται (όπως ο διάβολος!) το τέλμα; Ακόμα κι αν καθίσταται αναγκαίο να θυσιαστεί μια, κληρονομημένη απ’ τον νεκρό πατέρα, αεικίνητη σουρικάτα για να επιτευχθεί το σχέδιό του. Ο διάβολος (της ζωής) –και οι πάμπολλοι βοηθοί του με τις στρατιές των φτωχοδιάβολων προδρόμων του- μοιάζει να είναι ο μόνος που μπορεί να προσφέρει τη λύση. Και πώς αλλιώς θα το επιτύγχανε αν όχι μέσω της φαντασίας ενός παιδιού, καθώς η σκέψη του παιδιού αγνοεί τα άτεγκτα σχήματα και παρερμηνεύει τις μονοσήμαντες επιταγές των ηθικών τους κωδίκων; Χωρίς αυτό το παράξενο ανακάτεμα της τράπουλας, του κακού απ’ όπου αιφνίδια μπορεί και να προκύπτει ενίοτε το καλό, τι θα ήταν σε θέση να καταλάβει η ήδη μπερδεμένη, απ’ όσα αντικρουόμενα ακούει, άμοιρη Ι-Τσιν; Ούτε την έννοια της συγγνώμης –την οποία θα υποχρεωθεί να ζητήσει εκ των υστέρων-, αλλά ούτε και την αντίστοιχη κατανόηση των «θυμάτων» της που, με την πιο αυτονόητη γενναιοδωρία, πρόκειται να της δώσουν. Ένα δύσκολο και περίπλοκο μάθημα της ζωής που δίνει για την περίπτωση –ποιος άλλος;- ο διάβολος, προφανώς! Ας αναμένει ο μανιχαϊσμός…
Και ένα συμπληρωματικό, επιμέρους αλλ’ απαραίτητο σχόλιο σχετικό με όλα τα παραπάνω. Το βασικό μουσικό θέμα της ταινίας, αρμονικό και μελωδικό μαζί, σε μέτρο δώδεκα και δεκατεσσάρων όγδοων εναλλάξ, κάνει την εμφάνισή του κάθε φορά που η ζωή μοιάζει να βρίσκει τον δρόμο της, έτοιμη να μοιράσει τη χαρά της στους πάσχοντες ήρωες. Στις σκηνές των –σαν παιδικό παιχνίδι, «κρύψου μη σε πιάσουν»- κλοπών, το θέμα αυτό αποσύρεται για να παραχωρήσει τη θέση του σε μιαν οργιώδη, απελευθερωτική έκρηξη των κρουστών. Ρυθμός των δαιμόνων, για να μπορέσει να πάει μπροστά η ζωή. Με σύντομους, επαγωγικούς όρους: ζωή άγρια, ατημέλητη: μουσική του δρόμου. Diabolus in musica έτσι κι αλλιώς, με ή χωρίς τρίτονο, λοιπόν; Έτσι φαίνεται να μας διαβεβαιώνουν οι περί ων ο λόγος σκηνές. Η μουσική οντολογία υπερισχύει ενός σκέτου –όσο κι αν αυτό περιβάλλεται από το φωτοστέφανο της θρησκευτικής του κατασυκοφάντησης- μουσικού διαστήματος; Μα, φυσικά! Ποιος θα μπορούσε να πει όχι σε μιαν ανάλογη αντίληψη και να ισχυρίζεται ότι είναι σε θέση να κατανοεί -και την ίδια στιγμή να εξακολουθεί να υπολήπτεται- τη Μουσική;
Αν όμως η μικρή γίνεται -άθελά της- ο καταλύτης των εξελίξεων, στη μητέρα πέφτει ο κλήρος της εξισορρόπησης ανάμεσα στις δυσκολίες της επιβίωσης και τις απαράβατες προσωπικές της αρχές. Η ανάγκη να κρατήσει την ψυχή της αλώβητη, για να είναι σε θέση να την προσφέρει -ως στήριγμα- όποτε έρθει η κρίσιμη ώρα. Με όσα της συμβαίνουν δεν της είναι ιδιαίτερα βολετό να χαμογελάσει, διατηρεί παρ’ όλα αυτά το κουράγιο και τη γλυκύτητά της. Το να παραβλέπεις τις προσωπικές σου δυσχέρειες για να συνδράμεις τον γέρο πελάτη σου που ξέμεινε από τσιγάρα, ή ν’ αναγνωρίζεις ως «χρέος» σου τη συμπαράστασή σου στις τελευταίες στιγμές ενός συζύγου που έκανε, πριν εξαφανιστεί, με κάθε δυνατό τρόπο τη ζωή σου αληθινή κόλαση, κι ακόμα ν’ αναλαμβάνεις μιαν ευθύνη που δεν σου αναλογεί για να μη «φορτωθεί» πρόωρα μ’ ένα παιδί η νεαρής ηλικίας κόρη σου, αποτελεί αναμφίβολα έναν τρόπο. Όχι τον πιο εύκολο, ιδίως όταν έχεις απέναντί σου τους πάντες να σ’ επικρίνουν, έτοιμους να σου γυρίσουν την πλάτη αλλά και να σου αντιπαρατεθούν σφόδρα προκειμένου να σε «συνετίσουν»· να σε «σώσουν» απ’ τον ίδιο σου τον εαυτό. Επιβάλλεται τότε να τιμωρηθείς παραδειγματικά. Και αν όχι για λόγους που άπτονται του στενού ατομικού τους συμφέροντος, τουλάχιστον για τη βεβαιότητα και τη δικαίωση των αυστηρώς προσωπικών τους επιλογών. Μεθοδολογική αντίληψη, δηλαδή, όχι και τόσο διαφορετική απ’ αυτήν που η (θεωρούμενη ως) «ανεύθυνη» περιουσιακή διαχείριση ενός ατόμου, παρείχε κάποτε –άραγε όχι και σήμερα;- κάθε νομικό έρεισμα στους συγγενείς του για τον οικονομικό του αποκλεισμό και τον αυτόματο εγκλεισμό του σε άσυλο φρενοβλαβών. Όλα αυτά με το αζημίωτο για τους «συνετώς σκεπτόμενους» συγγενείς, φυσικά!
Και η μεγαλύτερη αδελφή; Αυτή δεν θ’ αργήσει να διαπιστώσει ότι συχνά η ζωή έχει τα δικά της –δίχως διόλου να μας ρωτάει- σχέδια. Θα μάθει ότι συχνά δεν είμαστε σε θέση να προβλέπουμε –κι ακόμα περισσότερο να ελέγχουμε- τις συνέπειες των πράξεών μας, και ότι τα πάντα δεν μετριούνται με την αξία των χρημάτων. Κάνει εμετό λόγω της προϊούσας, ανεπιθύμητης, εγκυμοσύνης της, για να μην κάνει εμετό πάνω στην ίδια της τη ζωή. «Γιατί είσαι τόσο κακιά;» θα της πει με δάκρυα στα μάτια, σε μιαν αυθόρμητη συναισθηματική αντίδραση μετά την επίσκεψη στον ετοιμοθάνατο πατέρα, η Ι-Τσιν. Προς το τέλος της ταινίας, στη σεκάνς της πλατιάς οικογενειακής συγκέντρωσης των γενεθλίων της γιαγιάς, όλα θα ξεκινήσουν χαρμόσυνα και εορταστικά. Αλλά, όπως συχνά συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις, οι οικείες –κατά τεκμήριο- σχέσεις, απ’ τις οποίες όμως απουσιάζει η πραγματική χαρά της αγάπης, κινδυνεύουν –ανά πάσα στιγμή- ν’ αποδειχθούν ένα πεδίο ιδιαιτέρως επικίνδυνο και ολισθηρό. Και όταν παίρνουν τέλος οι κρύες τυπικότητες, με τα κενά βλέμματα των αδιόρατων ειρωνειών, τότε πέφτουν οι μάσκες της ανέξοδης καλοσύνης – και με μεγάλη ευκολία μπορούν να κατρακυλήσουν όλα στον σκοτεινό χώρο των πιο αναπάντεχων αποκαλύψεων. Η Ταϊβανέζικης καταγωγής Σι-Τσινγκ Τσου ενσωματώνει εδώ την εμπειρία από τον πρώιμο κινηματογράφο του συμπατριώτη της Ανγκ Λι, αλλά και του Τόμας Βίντερμπεργκ της ταινίας του Οικογενειακή Γιορτή (Festen, 1998), από τη σκληροπυρηνική περίοδο του όρκου στο Δόγμα 95. Η Ι-Αν θ’ αντιδράσει στην πίεση που νιώθει να την περισφίγγει από παντού και, μπροστά στον διασυρμό που θ’ αναγκαστεί να υποστεί, παίρνει την απόφαση να ολοκληρώσει μόνη της την καταστροφή. Ένα ξέσπασμα απαραίτητο, όπως αποδεικνύεται, για ν’ ανακαλύψει αμέσως μετά τι σημαίνει να μην είσαι ευδιάθετη και όμως να χαμογελάς, και αυτό να το κάνεις μόνο και μόνο προς χάριν των άλλων. Ίσως έτσι μπορέσεις να δεις διαφορετικά και τη δική σου ζωή. Βαθμιαία θα οδηγηθεί στην αρχή της επιείκειας, αντί του μίσους και της εκδικητικής ανταπόδοσης που επιφύλασσε για όσους και όσα θεωρούσε ότι κάποτε την πείραξαν. Κανείς δεν ευθύνεται, εν τέλει, για την αρνητική μας συμπεριφορά. Έχει έρθει η στιγμή τότε να κάνεις ένα τσιγάρο, να ξεκαθαρίσεις τις σκέψεις σου και να προσπαθήσεις να δεις τα πράγματα λίγο πιο καθαρά. Καταλαβαίνεις ότι κάποτε η εντός μας αγάπη παραμένει κρυμμένη, ανεκδήλωτη. Ψάχνει την κατάλληλη αφορμή για να βγει απ’ το κρησφύγετό της. Αντλεί κουράγιο από την πτώση για να βρει μια και καλή την τόλμη της να εκφραστεί. Είναι η ώρα για να προστρέξεις στο στέρεο έδαφος της μητέρας και πάλι. Ν’ ανακαλέσεις την ψυχή της, να συναντηθείς με το φως της ξανά. Μια ψυχή της απαντοχής, λουσμένη με τη σειρά της στο φως αυτού του -μιας κι εξαρχής- μαγικού κόσμου. Εκεί όπου από καιρό σε περιμένει. Κάπου σε μια νυχτερινή αγορά στη μακρινή Ταϊβάν. Αν και όχι και τόσο μακρινή, τελικά, καθώς το φως υπάρχει για να μπορεί να μας ενώνει. Λίγο πιο κοντά, λοιπόν. Στην πολύβουη πρωτεύουσά της. Τη χρωματισμένη με το αριστερό μας χέρι -παρόμοια με ταινία του Γουόνγκ Καρ Γουάι- γήινη και μυριστική, αέρινη κι εξωτική Ταϊπέι. Κι αν νιώσεις ότι δεν τα καταφέρνεις ιδιαίτερα, μπορείς να το επιχειρήσεις με την έκπληκτη χάρη μιας πεντάχρονης που βλέπει τον κόσμο για πρώτη φορά, μεσ’ από τα περιστρεφόμενα κάτοπτρα ενός απλού –και άλλο τόσο θαυμαστού- καλειδοσκόπιου.











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)













