To μικρό βιβλίο ή η ποίηση του πεζού

2
162

Χρήστος Τσιάμης (Γράμμα από το Μανχάταν).

Ο Σεφέρης έγραψε ένα ποίημα και το αποκάλεσε «Mυθιστόρημα», και ο Νικολάϊ Γκόγκολ στο εξώφυλλο του μυθιστορήματός του «Νεκρές Ψυχές» είχε τυπωμένο με μεγάλα γράμματα τον προσδιορισμό «Ποίημα».  Δεν πρόκειται για λογοτεχνικά παιχνίδια.  Πρόκειται γιά εγχειρήματα επί της ουσίας.  Γιατί ο μεν ήθελε να συμπυκνώσει μια μεγάλη αφήγηση μέσα στην οικονομία του χώρου και του χρόνου που του προσέφερε η ποίηση, ο δε ήθελε την αφήγηση του να έχει τα αιφνίδια ποιητικά περάσματα από εικόνα σε εικόνα χωρίς την αυστηρή υποταγή στη λογική της πλοκής και της σύνταξης.  Ηθελε δηλαδή την ευελιξία της ποίησης.  Εκεί που γίνεται η παντρειά αυτών των δύο τάσεων όλο και πιό συχνά είναι σε αυτό που θα το αποκαλούσαμε το ‘μικρό βιβλίο’.  Ενα βιβλίο δηλαδή σε πεζό, γύρω στις εκατό τόσες σελίδες, που μπορεί να προσδιορισθεί από τον συγγραφέα του ως μυθιστόρημα, ή ως νουβέλλα, ή και ακόμη να μην έχει κανένα προσδιορισμό παρά μόνο την επιθυμία του συγγραφέα να το εκδώσει σαν βιβλίο αυτόνομο.  Σε μερικές περιπτώσεις ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί να έχει και χαρακτήρα μη αφηγηματικό, ή να έναι μια σύνθεση αφηγήσεων, και ακόμα μπορεί να ξεπερνάει κατά πολύ και τον αριθμό των σελίδων που αναφέραμε παραπάνω.  Αρκεί μόνο να κλείνει μέσα του έναν ολόκληρο κόσμο στο μέγεθος μιας πυγμής, που σφίγγει κατά την πράξη της γραφής και σβέλτη χτυπά τον ανγνώστη στον ‘σταυρό’ της ύπαρξης και τον αφήνει άφωνο.  Ενα τέτοιο βιβλίο  είναι και η νουβέλλα «Ονειρα Τραίνων» (Train Dreams) του Αμερικάνου συγγραφέα Ντένις Τζόνσον (Denis Johnson).

 

Ο Ντένις Τζόνσον είναι μια περίεργη περίπτωση της σύγχρονης Αμερικάνικης λογοτεχνίας.  Πριν λίγα χρόνια, το 2007, του είχε απονεμηθεί το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου

για το μυθιστόρημά του «Το Δέντρο του Καπνού» (Tree of Smoke).  Ηταν ένα συγκλονιστικό τεράστιο μυθιστόρημα, 600 περίπου σελίδων, γραμμένο για έναν πόλεμο που είχε τελειώσει 40 χρόνια πρίν.  Μερικοί θεώρησαν ότι παρόλο που ο συγγραφέας περιέγραφε τον πόλεμο του Βιετνάμ εκείνο που στριφογυρνούσε στο νού του ήταν ο πόλεμος στο Ιράκ που εμαίνετο τα χρόνια της συγγραφής.  Το θεώρησαν δηλαδή μια έμμεση κριτική του πρόσφατου πολέμου.  Ειπώθηκε επίσης ότι σαν τον «Πόλεμο και Ειρήνη» του Τολστόϋ χρειάζεται να περάσει πολύς καιρός, σχεδόν μισός αιώνας, για να γραφεί το βιβλίο ενός μεγάλου πολέμου.  Σύγκριση πολύ επαινετική.  Και όμως, πριν από αυτό το βιβλίο ο Τζόνσον είχε γράψει πολλά άλλα βιβλία που δεν είχαν τύχει της απαιτούμενης προσοχής.  Για την ακρίβεια, έχει γράψει συνολικά δέκα μυθιστορήματα, συμπεριλαμβανομένου και αυτού που ακολούθησε τα «Ονειρα Τραίνων» με τον τίτλο «Τα Γελαστά Τέρατα» (The Laughing Monsters), μια συλλογή διηγημάτων, «Ο Γιός του Χριστού» (Jesus’ Son), ένα βιβλίο με κοινωνικό ρεπορτάζ, καθώς και συλλογές ποίησης και θεατρικών έργων.  Το στοιχείο που τον διακρίνει είναι ότι του αρέσει να αλλάζει το είδος της γραφής από βιβλίο σε βιβλίο.  Επί παραδείγματι, ενώ γράφει ένα μυθιστόρημα με ιστορικό υπόβαθρο, «Το Δέντρο του Καπνού», το επόμενό του, «Μην κινηθεί κανείς» (Nobody Move), είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα.  Και αμέσως μετά ακολουθεί μια νουβέλλα ζωής στις μοναξιές της Αμερικάνικης Δύσης, αρχές του 20ου αιώνα («Ονειρα Τραίνων»), κι ύστερα ένα πολιτικό θρίλλερ στην Αφρική («Τα Γελαστά Τέρατα»).  Κι αυτή η ανησυχία στη γραφή είναι εκείνο ακριβώς που απεχθάνεται η κριτική, που της αρέσει να ταξινομεί τα πράγματα επιμελώς.  Οι συνάδελφοί του, όμως, φαίνεται να τρέφουν μεγάλη εκτίμηση για τον κόσμο που ο Ντένις Τζόνσον χτίζει υπομονετικά με τις λέξεις του, αν κρίνουμε απ’ τα λεγόμενα του Τζόναθαν Φράνζεν και του Νόρμαν Ράς.  Οπως ο ίδιος είχε πεί, «η αλήθεια είναι ότι απλώς γράφω προτάσεις…..Οταν γράφω δεν σκέφτομαι με βάση κάποιο θέμα – να σας πώ την αλήθεια, ούτε καν σκέφτομαι επι κάποιας βάσης.  Κάνω εκείνο που ο T.S. Eliot το είχε ονομάσει ‘ημι-μουσικές αποφάσεις’.  Απλώς αυτοσχεδιάζω και προσαρμόζομαι…».

 

Σε αυτό το μικρό βιβλίο, το «Ονειρα Τραίνων», ο Ντένις Τζόνσον έχει συμπυκνώσει μια ιστορία και μια μυθολογία.  Πρόκειται για το ιστορικό μιας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας εποχής στην εξέλιξη της Αμερικής.  Είναι οι πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα που δίνουν στη χώρα τα χαρακτηριστικά που της αναγνωρίζουμε σήμερα.  Κα πρόκειται για το μύθο του μελλοντικού Αμερικάνου που φτάνει από το πουθενά (γιατί η φτώχεια και η καταδίωξη σε αυτόν το μύθο δεν έχουν πατρίδα) σε έναν τόπο-ευλογία.  Εδώ όμως πρέπει να αναμετρηθεί ηρωϊκά με τα τεράστια αναστήματα που φανερώνονται μπροστά του (είτε πρόκειται για το τοπίο, είτε για της φύσης τα στοιχεία, είτε για την οργανωμένη κοινωνία και της κατασκευής της τα μεγαθήρια) και να κερδίσει το δικό του κομμάτι αυτής της ευλογημένης φαντασίας που θα του ανήκει για πάντα.

 

Την ιστορία του ήρωα, Ρόμπερτ Γκρέϊνιερ, μας την δίνει συνοπτικά ο συγγραφέας λίγο πρίν το τέλος του βιβλίου: «Είχε μια αγαπημένη- τη γυναίκα του, τη Γκλάντις- όριζε ένα στρέμμα γής, δυο άλογα, κι ένα κάρο.  Ποτέ του δεν μέθυσε.  Ποτέ του δεν είχε αγοράσει όπλο ή είχε μιλήσει στο τηλέφωνο.  Ταξίδευε συχνά με το τραίνο, πολλές φορές με αυτοκίνητα, και μια φορά με αεροπλάνο.  Την τελευταία δεκαετία της ζωής του έβλεπε και τηλεόραση όταν κατέβαινε στην πόλη.  Δεν είχε ιδέα ποιοί θα μπορούσαν να ήταν οι γονείς του, και δεν άφησε πίσω κανένα κληρονόμο.»  Μέσα σ’ αυτό το μικρό πλαίσιο ο Ντένις Τζόνσον σκιαγραφεί αδρά τη θέληση, την πολυπραγμοσύνη, και τη σκληρή δουλειά του ατόμου να χτίσει μια ζωή.  Σκιαγραφεί τη συλλογική προσπάθεια (μαζί με το μέγεθος της προπάθειας, τις αντιξοότητες, τις θυσίες) μιας χώρας να δημιουργήσει το θαύμα που θα την μεταμορφώσει (ένα τεράστιο δίκτυο από σιδηρόδρομους κι αργότερα από υπερλεωφόρους).  Εμβάλλει στην αφήγηση καίριες μα περιεκτικές αναφορές για τις συγκεκριμένες εκφάνσεις του θαύματος αυτού: το αυτοκίνητο, το αεροπλάνο, το μεγάλο θέαμα, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση.  Εμβάλλει επίσης και σημεία από της χώρας τους δαίμονες: την κακομεταχείριση του Ινδιάνου (μαζί με την άγνοια της σοφίας του), το ρατσισμό (μια δυο αναφορές αφορούν Κινέζους που έτυχε να βρίσκονται τότε στις βορειοδυτικές πολιτείες της Αμερικής του βιβλίου), ακόμα και το στίγμα του εμφυλίου πολέμου (αίμα στις τέντες, κληρονομιά από τον πόλεμο, όπου τώρα κατασκηνώνουν οι εργάτες των σιδηροτροχιών).  Μα η ουσία του βιβλίου είναι το προσωπικό δράμα του Ρόμπερτ Γκρέϊνιερ, ενός αγνού ανθρώπου.

 

Ο νεαρός Ρόμπερτ Γκρέϊνιερ ερωτεύεται, φτιάχνει οικογένεια, βάζει ρίζες, σπιτικό στου βουνού την άγρια, όμορφη φύση.  Κι έρχεται η καταστροφή.  Η μεγάλη φωτιά που τα πάντα θα αφανίσει όταν ο Γκρέϊνιερ λείπει σε ταξίδι.  Δεν μπορεί να πιστέψει ότι εδώ τελειώνει ό,τι του επιφυλάσσει η ζωή.  Πιστεύει ότι τουλάχιστον το παιδί του έχει διασωθεί με κάποια πρόνοια της φύσης (εδώ έρχονται σαν αρωγός και του Ινδιάνου οι αντιλήψεις).  Γυρίζει στο βουνό, στ’ αποκαίδια, κι αρχίζει με κόπο κι επιμονή να ξαναχτίζει.  Ενας αγώνας. (Σαν του Χέμινγουεϊ τον γηραιό ήρωα στη θάλασσα, εδώ έχουμε τον νεαρό ήρωα του Τζόνσον να δίνει επική μάχη με το βουνό.) Αρχίζει και μια βαθύτερη επαφή με τη φύση που ίσως να του επιτρέψει να κατανοήσει τι συνέβη, που ίσως τον φέρει πιό κοντά με το χαμένο παιδί του.  Σημειωτέον ότι το βιβλίο δεν τελειώνει με τον φυσικό θάνατο του Γκρέϊνιερ, το 1968, αλλά σ’ ένα μικρό υποκεφάλαιο που ακολουθεί το χρονικό του θανάτου όπου, το 1935, σε μια παράσταση σ’ έναν επαρχιακό κινηματογράφο ο Γκρέϊνιερ παρακολουθεί ένα ‘παιδί-λύκο’ να βγάζει μια κραυγή που περιείχε την απαρχή κάθε ήχου: «Και ξαφνικά μια μαυρίλα πλάκωσε το πάν.  Κι εκείνη η εποχή έφυγε παντοτινά».  Το βιβλίο, λοιπόν, τελειώνει με το αιφνίδιο τέλος της αγνότητας ενός ανθρώπου, ενός τρόπου ζωής.

 

Διαβάζοντας το «Ονειρα Τραίνων» με έκανε να ανατρέξω στην προσωπική μου λίστα μικρών βιβλίων που, σαν ένα ποίημα, μπορείς να τα διαβάζεις και να τα ξαναδιαβάζεις ανάλογα με συγκεκριμένες αφορμές και συγκινήσεις της ζωής σου.  Επιτρέψτε μου να  μοιραστώ μαζί σας τη λίστα αυτή:

:

«Η Μεταμόρφωση» του Φράντς Κάφκα

«Ο Ξένος» του Αλμπέρ Καμύ

«Η καρδιά του σκότους» του Τζόζεφ Κόνραντ

«Η φάρμα των ζώων» του Τζόρτζ Οργουελ

«Ο γέρος και η θάλασσα» του Ερνεστ Χέμινγουεϊ

«Το υπόγειο» του Φιοντόρ Ντοστοέβσκυ

«Το Πανωφόρι» του Νικολάϊ Γκόγκολ

«Πέδρο Πάραμο» του Χουάν Ρούλφο

«Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκεζ

«Οι Δουβλινέζοι» του Τζέϊμς Τζόϋς

«Γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή» του Ρίλκε

«Αόρατες Πόλεις» του Ιταλο Καλβίνο

 

Και από την Ελληνική λογοτεχνία έρχονται στο νού τρία μικρά βιβλία που,κατά σύμπτωση, στο σύνολό τους αγγίζουν, σαν μεταφορά, αυτά που ζούμε τελευταία:

 

«Ο ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα (χρόνια της απάτης και της απληστίας— άλλοι καιροί και άλλα πρόσωπα, όμως η ίδια ατμόσφαιρα)

 

«Ο Βασίλης ο Αρβανίτης» του Στρατή Μυριβήλη (η τόλμη για την ελευθερία – παρόλο που αν ακούσουμε καλά τον ποιητή η ελευθερία χρειάζεται και αρετή, γιατί η τόλμη μόνη μπορεί να οδηγήσει σε πράξεις που ισοδυναμούν με αυτοκτονία).

 

«Η κάθοδος των εννιά» του Θανάση Βαλτινού (μια τρομερή υπενθύμιση, μέσα από το δράμα της ιστορίας και τη διαύγεια στο ύφος της διήγησης, για τον αποδεκατισμό όπου  οδηγεί ο δρόμος της διχόνοιας).

 

Είμαι σίγουρος ότι έχω παραλείψει πολλά και αξιόλογα έργα της κατηγορίας του ‘μικρού βιβλίου’.  Αυτές εδώ είναι απλώς κάποιες προσωπικές προτιμήσεις από μια αναγνωστική εμπειρία περιορισμένου βεληνεκούς.

 

Με την ανακάλυψη του διαδίκτυου, το συνεχές της επικοινωνίας, και με την επιτάχυνση όλων των ρυθμών της ζωής μας, είχα σκεφτεί ότι η ποίηση, με την περιεκτική της μορφή, θα έπρεπε να αναδειχθεί ως η δεσπόζουσα μορφή λογοτεχνίας.  Ποιός θα είχε το χρόνο να διαβάσει τις περιπέτειες που περικλείει ένας «Πόλεμος και Ειρήνη» ή να εντρυφήσει σε κάθε μικρή λεπτομέρεια που εμπεριέχεται στην «Αναζήτηση του χαμένου χρόνου»;   Ομως κάτι τέτοιο δεν έχει ακόμα συμβεί.  Η ποίηση εξακολουθεί να παραμένει μια τέχνη περιθωριακή.  (Ισως επειδή οι ποιητές  προτιμούν και επιμένουν να μιλούν μια γλώσσα δική τους, σχεδόν αυτιστική).  Διαβάζοντας όμως τα «Ονειρα Τραίνων» του Ντένις Τζόνσον, και ξαναδιαβάζοντας μερικά από τα βιβλία που αναφέρονται παραπάνω, αρχίζω να πιστεύω πως το ‘μικρό βιβλίο’ ταιριάζει στην εποχή μας όλο και πιό πολύ!

 

2 ΣΧΟΛΙΑ

    • Σας ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο σας. Και με εκπλήσσει το ενδιαφέρον σας για το περιοδικό γιατί, αν κρίνω σωστά από το όνομά σας, τα ελληνικά μάλλον δεν είναι η μητρική σας γλώσσα. Χαίρομαι!

      Χ.Τ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here