Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Ο περίτεχνος Τζων Μπάνβιλ (γράφει η Δήμητρα Ρουμπούλα)

Ο περίτεχνος Τζων Μπάνβιλ (γράφει η Δήμητρα Ρουμπούλα)

0
513
Spread the love

 

γράφει η Δήμητρα Ρουμπούλα

Όλοι οφείλουν να έχουν ένα όνομα, για την                                                                                                    ακρίβεια δύο ονόματα”!

 

Ο Τζων Μπάνβιλ είναι ένας πολύ σπουδαίος συγγραφέας, αλλά δεν τον διαβάζεις για την ιστορία, εκτός κι αν πρόκειται για τα αστυνομικά του μυθιστορήματα που υπογράφει ως Μπέντζαμιν Μπλακ. Τον διαβάζουμε για την πρόζα, τον πλούτο των χαρακτήρων, τη λαμπερή και συχνά σκανταλιάρικη νοημοσύνη του, το χιούμορ και τις εκπληκτικές εκρήξεις φαντασίας, την απίστευτη ικανότητά του να αποδίδει τα γεγονότα και την ατμόσφαιρα σε λεκτικές εικόνες. Όλα αυτά δηλαδή που έχουν εξασφαλίσει στον 80χρονο σήμερα Ιρλανδό συγγραφέα τη φήμη ως ενός από τους καλύτερους στυλίστες της γραφής και που του έχουν χαρίσει πολλά βραβεία υψηλού κύρους, όπως το Μπούκερ, και την παρουσία του στα προγνωστικά υποψηφίων για Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Στο τελευταίο, 20ό μυθιστόρημά του, “Μοναδικότητες”, που κυκλοφορεί όπως τα περισσότερα έργα του από τις εκδόσεις Καστανιώτη, ο Μπάνβιλ περιπλανάται στον μέχρι τώρα λογοτεχνικό του βίο αναβιώνοντας χαρακτήρες από προηγούμενα βιβλία του για να στήσει μια έξυπνη και κομψή ιστορία που στο βάθος της είναι μια προσπάθεια κατανόησης του κόσμου, αλλά και διερεύνησης του αινιγματικού παρελθόντος των ηρώων του. Κορυφαίος ή πρώτος ανάμεσά τους είναι ο Φρέντι Μοντγκόμερι, αφηγητής στο “Βιβλίο της αλήθειας” (Ωκεανίδα, 1998) και κεντρικός ήρωας στο “Άπειροι κόσμοι” (Καστανιώτης, 2010) ο οποίος, αφού έχει δολοφονήσει μια υπηρέτρια κατά τη διάρκεια διάρρηξης κι έχει χάσει σύζυγο και γιό σε τροχαίο, τώρα εμφανίζεται με το που αποφυλακίζεται μετά από είκοσι πέντε χρόνια ισόβιας κάθειρξης – “Να τος που εκδράμει πάλι στον κόσμο, μες στη λαμπρότητα ενός δροσερού απριλιάτικου πρωινού, ελεύθερος άνθρωπος λίγο πολύ”.

Οι “Μοναδικότητες” ξεκινούν με ένα πονηρό ερώτημα: “Ναι, στην ποινή του μπήκε τελεία, αλλά μήπως αυτό σημαίνει ότι έχει κάτι άλλο να προσθέσει;” Ο Φρέντι, με ψεύτικη ταυτότητα ως Φίλιξ Μόρντοντ – “λες κι ένα νέο όνομα μπορούσε να κρύψει παλιές αμαρτίες” -, επιστρέφει, ανοίγοντας την αυλαία της ιστορίας, στην Οικία Άρντεν, ένα παλιό ιρλανδικό εξοχικό σπίτι, εκεί όπου ισχυρίζεται ότι μεγάλωσε, αλλά όλα “τα φυλακτά της μνήμης τού φάνηκαν παραδόξως αλλαγμένα”. Το Άρντεν είναι μετονομασία του Κουλγκρέιντζ, όπως ο ίδιος το θυμόταν, ή του “Πουθενά της Λήθης” αναφέρει αλλού, και το οποίο ήταν το σκηνικό στους “Άπειρους κόσμους”. Σε εκείνο το μυθιστόρημα ο ετοιμοθάνατος μαθηματικός Αδάμ Γκόντλι βάδιζε προς την αιωνιότητα. Τώρα, η χήρα του, Ούρσουλα, κλεισμένη σε μια σοφίτα, “μες στα σπαράγματα του παρελθόντος της”, οδεύει προς τον θάνατο. Στο μεταξύ ο γιός του, επίσης Αδάμ, με τη σύζυγό του Έλεν, πρώην ηθοποιός, η οποία βουτάει ολοένα και περισσότερο στο αλκοόλ, έχει προσλάβει έναν βιογράφο για να καταγράψει τη ζωή και το έργο του διάσημου πατέρα του με “όλους τους σπίλους και τα ψεγάδια του”.

Βρισκόμαστε σε μια παράξενη επικράτεια με απόκοσμη αύρα, περίτεχνα δίχτυα συμπτώσεων, αλλόκοτες λεπτομέρειες και επιστημονικά αινίγματα, θαρρείς και όλα υπακούν στη θεωρία Μπράχμα, επινόησης Αδάμ Γκόντλι του πρεσβύτερου, μια θεωρία που αμφισβητεί τη φύση της πραγματικότητας και το συνεχές του χωροχρόνου, ανοίγοντας την πόρτα σε πολλαπλά παράλληλα σύμπαντα. Σε αυτό λοιπόν το περιβάλλον μπαίνουν δύο ξένοι: Ο ένας είναι ο μόλις αποφυλακισμένος Μόρντοντ, στο πρόσωπο του οποίου οι ένοικοι του σπιτιού δεν αναγνωρίζουν κάποιον που να έχει ζήσει κάποτε εκεί, ο οποίος εγκαθίσταται σε ένα κατάλυμα που του παραχωρείται και αναλαμβάνει τη θέση του οδηγού. Υπάρχει και ο Γουίλιαμ Τζέιμπι, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Αρκαδίας (“ένας κυνικός, ειρωνικός ευφημισμός”), ο οποίος αναρωτιέται συνεχώς γιατί επελέγη και γιατί δέχτηκε να αναλάβει την επίσημη βιογραφία της σκοτεινής προσωπικότητας του “διάσημου σοφού, οι θεωρίες του οποίου είχαν καταρρίψει ακαριαία τις αντιλήψεις του κόσμου σχετικά με το τι είναι τι και γιατί”. Σημειωτέον ότι η αρχική συνάντησή του με τον Αδάμ Γκόντλι τζούνιορ έγινε σε ένα μπαρ στο Νέο Άμστερνταμ – ή αλλιώς τη Νέα Υόρκη ενός παράλληλου σύμπαντος. Οι “Μοναδικότητες” διερευνούν τις περίπλοκες σχέσεις όλων αυτών των χαρακτήρων, μαζί με μια άλλη γυναίκα, την αριστοκρατική Άννα Μπέρενς, επίσης παλιά ηρωίδα του Μπάνβιλ, ερωμένη κάποτε του αποδημήσαντα καθηγητή όσο και του Μόρντοντ, επίδοξου μαθηματικού άλλοτε, και τώρα επανασυνδέεται με τον τελευταίο υποβάλλοντάς του ένα εξωφρενικό αίτημα.

Ο Τζων Μπάνβιλ δεν είναι ξένος με τη χρήση επαναλαμβανόμενων χαρακτήρων, αλλά εδώ φτάνει στα άκρα. Εκτός από τους προαναφερόμενους, ζωντανεύει κι άλλους παλιούς ήρωες, σε μια πινακοθήκη λογοτεχνικών επιτυχιών του, οι οποίοι είτε με μεγάλα είτε με σύντομα περάσματα γλιστρούν μέσα κι έξω από τους κόσμους της φαντασίας του. Ο συγγραφέας μοιάζει να παίζει ένα παιχνίδι με τους αναγνώστες που προσπαθούν να μαντέψουν ποιος είναι ποιος, αλλά οι μη εξοικειωμένοι με το έργο του δεν πρέπει να ανησυχούν, καθώς οι “Μοναδικότητες” είναι ένα απολύτως αυτόνομο μυθιστόρημα και μας καλεί να προσεγγίσουμε τους χαρακτήρες με φρέσκια ματιά ή από άλλη οπτική γωνία. Αυτή η παιχνιδιάρικη διάθεση και οι χρονικές ολισθήσεις από το παρελθόν στο παρόν και αντιστρόφως (χρησιμοποιείται τόσο ο παρελθοντικός όσο και ο ενεστώτας χρόνος, συχνά μέσα στην ίδια παράγραφο) ταιριάζουν ιδανικά με τα θέματα της νοσταλγίας, της μνήμης και της ταυτότητας στο μυθιστόρημα.

Οι ίδιοι οι χαρακτήρες αποτελούν μυστήρια ο ένας για τον άλλον και για τον εαυτό τους. Μήπως η ζωή είναι απλώς “περίτεχνες συμπτώσεις” και η πραγματικότητα “τίποτα περισσότερο από τα ανακατεμένα θραύσματα μιας θρυμματισμένης ζωφόρου πίσω από την οποία μια εντελώς διαφορετική τάξη πραγμάτων είναι γαλήνια και ακλόνητα στερεωμένη”; Παρακολουθούμε τον Τζέιμπι να μαγεύεται από την Έλεν, μόνο που αυτή έλκεται από τον αποφυλακισθέντα ξένο, και συγχρόνως να αναζητά εναγωνίως υλικό για τη βιογραφία του “διαβόητου υπερόπτη” Γκόλντι που ισχυριζόταν ότι “το άπειρο έχει τα όριά του και, επιπλέον, ότι το δικό μας άπειρο σύμπαν δεν είναι παρά ένα από τα απειράριθμα άπειρα σύμπαντα που υπάρχουν”. Η δουλειά του δεν γίνεται ευκολότερη ακόμη κι όταν του δίνεται πρόσβαση σε μια κρύπτη που φυλάσσονταν τα πολύτιμα έγγραφα του καθηγητή. Για ένα πράγμα είναι σίγουρος: την πρόθεσή του να σκίσει “το πέπλο των μύθων και των παρερμηνειών που τόσα χρόνια καλύπτει τη σκοτεινή προσωπικότητα του Αδάμ Γκόλντι από τα έμπλεα θαυμασμού μα παραπλανημένα βλέμματα του κόσμου”. Να ξεμπροστιάσει τον βίο και την πολιτεία του. Παίρνουμε μια γεύση από την άθλια ζωή του καθηγητή που κακομεταχειριζόταν τις γυναίκες και οδήγησε την κόρη του σε αυτοκτονία, που εκμεταλλευόταν φίλους και εξόντωνε εχθρούς, όμως η βιογραφία δεν φτάνει ποτέ σε ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα, αφού “το άγνωστο καταλάμβανε τη μερίδα του λέοντος”. Οφείλεται μήπως σε μια σύγκρουση διαφορετικών συμπάντων, σύμφωνα με την, κατά τον Γκόλντι, επανερμηνεία των νόμων της φύσης;

Οι “Μοναδικότητες” δεν αποτελούν εξαίρεση ως προς το ότι η πλοκή για τον Μπάνβιλ δεν είναι το παν. Υπάρχει σίγουρα πλοκή, αν και κάποιες φορές είναι δύσκολο να την παρακολουθήσεις, καθώς αναρωτιέσαι ποιος πραγματικά αφηγείται κάθε φορά την ιστορία, αλλά αυτό δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία. Η πραγματική χαρά βρίσκεται στη χειμαρρώδη πρόζα, στη ζωντάνια των περιγραφών, στα πεδία που με άνεση κινείται από την επιστήμη, την τέχνη, τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία και την ιστορία μέχρι την ελληνική μυθολογία με τον παντογνώστη αφηγητή να είναι σε μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος ο γλαφυρός και άτακτος Ερμής. Αθέατος και πανταχού παρών, ο αγγελιοφόρος των θεών, σε μια “αμφιταλαντευόμενη απεραντοσύνη”, συγκεντρώνει χαρακτήρες από το λογοτεχνικό σύμπαν του συγγραφέα και διασκεδάζει με τα τεκταινόμενα μέχρι που στο τέλος κουράζεται: “Μερικές φορές εξαντλούνται ακόμα και οι θεοί”.

Μοναδικός στυλίστας, ο Μπάνβιλ αγαπά τις ελικοειδείς και καλογραμμένες προτάσεις. Προσφέρει απλόχερα τη χαρά της ανάγνωσης ακόμη κι όταν αφιερώνει μια ολόκληρη παράγραφο για να περιγράψει τον βίο μιας καρέκλας ή τη σικάτη, αν και παλιομοδίτικη, αμφίεση του Μόρντοντ όταν αποφυλακίζεται και κατευθύνεται σε ένα κατάστημα αυτοκινήτων πρώην συγκρατούμενού του για να παραλάβει ένα ζωηρό σπορ αυτοκίνητο με το οποίο διασχίζει “τον κατακερματισμένο κόσμο” προς το Άρντεν όπου η βαριεστημένη από τη ζωή της Έλεν τον “κόβει” από πάνω μέχρι κάτω μόλις τον βλέπει. Οι περιγραφές του είναι όμορφες και ακριβείς, όπως όταν αφηγείται τη “βενετσιάνικη μαρτυρία”, την τελευταία ερωτική τρέλα του καθηγητή Γκόλντι με νεαρή κοπέλα στην πληγωμένη από την πανώλη Βενετία. Ή για να αποτυπώσει την κλονισμένη ψυχική κατάσταση της Ούρσουλα γράφει: “Το μνημονικό της ήταν σαν ένα κιβώτιο με αγαλματάκια από σπάνια πορσελάνη, που γλιστρώντας απ΄ τα χέρια αδέξιου μεταφορέα είχε πέσει σε μαρμάρινο πάτωμα: ήταν όλα εκεί … αλλά σπασμένα πια σε αμέτρητα κομμάτια που σχηματίζουν έναν αξεδιάλυτο σωρό”.

Οι “Μοναδικότητες” είναι μια γιορτή για όσους επιθυμούν να απορροφήσουν την τεράστια ποσότητα αναφορών και τις γλωσσικές δεξιότητες του συγγραφέα με τις στολισμένες προτάσεις γεμάτες πνεύμα και ανατροπές, πυκνότητα και ποιητικό ύφος. Ακόμη και τις ευφυείς ατάκες του που θέλεις να αντιγράψεις: “Μέχρι ποιου σημείου ξεφλουδίζεται το κρεμμύδι ώσπου να πάψουμε να είμαστε ό,τι θέλουμε να πιστεύει ο κόσμος πως είμαστε και να γίνουμε ο αληθινός, αστόλιστος εαυτός μας”. Μια γραφή που απολαμβάνουμε χάρη στη μετάφραση της Τόνιας Κοβαλένκο.

 

 

“Μοναδικότητες” Τζων Μπάνβιλ, εκδ. “Καστανιώτης”, μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο

 

 

Προηγούμενο άρθροΜάγοι, Ινδιάνοι, λευκοί και μαύροι (του Φίλιππου Φιλίππου)
Επόμενο άρθροΤο ήθος και το κύρος της κριτικής γραφής του ποιητή Παλαμά (του Ευριπίδη Γαραντούδη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ