Λέξεις – κουβαλητές της Ιστορίας (του Βασίλη Κουνέλη)

0
417
Καταυλισμός στα Άγραφα, Εμφύλιος, 1949. Αρχείο Δημοσθένη Σκλεπάρη

 

του Βασίλη Κουνέλη

 

«Γιατί στο χιόνι αποθέταμε τις ελπίδες να σκε-

πάσει τα αίματα και τα ίχνη βημάτων, να παραδώ-

σει την τιμή τού καθενός άχραντη κι αμόλυντη, να

σβήσει τα παλιά ίχνη και τα πρότερα όνειρα, να θά-

ψει βαθιά διαφορές …»[1].

 

Μπορεί η υψηλή λογοτεχνία να μας αποκαλύπτεται μ’ ένα σιρκουί λιτότητας, αποφυγής σχημάτων, παράλειψης επιθέτων και προσδιορισμών, και εν γένει μέσω μιας κατασκευής μετριασμού των «πυροτεχνημάτων» και του εντυπωσιασμού;

Μπορεί μια σπονδυλωτή πολυαφηγηματική μυθιστορία μόλις εκατόν πενήντα σελίδων να αποδεικνύεται σπαρακτικότερη και αναλυτικότερη από εκατοντάδες επιτηδευμένων και αναλυτικών περιγραφικών σελίδων;

Μπορεί ένας φιλόλογος (με μακρά συγγραφική δραστηριότητα στα θέματα διδασκαλίας της γλώσσας στην εκπαίδευση) να καταργεί σχεδόν το λεκτικό, συντακτικό και εκφραστικό οπλοστάσιο της ελληνικής γλώσσας, μετριάζοντάς το στα απολύτως απαραίτητα, προκειμένου να μετατραπεί σε απόλυτο λογοτέχνη;

Ναι είναι η απάντηση, καθώς όλα τα παραπάνω και πολλά περισσότερα ακόμα, γίνονται κατορθωτά στο Χιόνι των Αγράφων, του Χατζημωυσιάδη. Και έτσι πέραν της σημαντικής ιστορίας που με ζωντάνια μας μεταφέρει ο συγγραφέας, μας καταλείπει ένα εξίσου- αν όχι –πιο σημαντικό μάθημα γραφής και λόγου.

Και μας θυμίζει τη γνήσια ανάγκη της συγγραφής: Την ανάγκη της ίδιας της ιστορίας να ειπωθεί. Κι αυτό σε μια εποχή, που συχνά η ανάγκη της αφήγησης υποκαθίσταται από την ανάγκη του συγγραφέα να μιλήσει και να δηλώσει το διετές παρόν του, με απούσα πολλές φορές την ιστορία και την ίδια την αφήγηση…

Είχε προφανώς δίκιο ο διεισδυτικός κριτικός μας ,Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, όταν πολύ πριν την έκδοση του παρόντος βιβλίου διέκρινε στο έργο του συγγραφέα την αύρα του συγγραφικού εργαστηρίου.[2]

Στην κριτική του για το έργο «Ασθενείς και Οδοιπόροι» του Γιώργου Θεοτοκά, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς επισημαίνει: «Πρώτος όρος της ύπαρξης ενός μυθιστορήματος… είτε δημιουργεί ανθρώπους…είτε στήνει χαρακτήρες.. είτε βυθίζεται μέσα σε εφιαλτικές σκιές …είναι η μυστηριακή και απροσδιόριστη κίνηση, που από τις πρώτες σελίδες κυριολεκτικά παγιδεύει τον αναγνώστη και τον αναγκάζει να παραδοθεί…να ξεχάσει ότι διαβάζει,ότι γυρνάει τυπωμένες σελίδες, πεπεισμένος πια πως «παρίσταται» σε ό,τι τελείται!»[3]. Αυτό ακριβώς φαίνεται να καταφέρνει με επιτυχία ο Χατζημωυσιάδης, αφήνοντάς μας ένα κείμενο που πιάνει τον αναγνώστη απ’ τον λαιμό, καθιστώντας τον συνοδοιπόρο της σπαρακτικής πορείας.

Μια (ακόμα) πραγματική ιστορία του εμφυλίου, η συνταρακτική πορεία ενόπλων, αλλά κυρίως αόπλων επίστρατων του Δ.Σ.Ε. απ’ την ευρύτερη περιοχή των Αγράφων και της Θεσσαλίας, που διασχίζουν τον κάμπο των Φαρσάλων, τη λίμνη Κάρλα, τον Πηνειό, τις πλαγιές του Ολύμπου και τις κορυφές των Πιερίων με κατεύθυνση τη Μακεδονία και την Ελεύθερη Ελλάδα. Ένα θέμα που εντάσσει το βιβλίο πιθανότατα στην επονομαζόμενη από την σημαντική κριτικό Ελισάβετ Κοτζιά ως «λογοτεχνία του τραύματος»[4].

Μεγάλο κι άπιαστο (για το εύρος και τη σημασία του, όπως και η τρομοκρατία) λογοτεχνικό θέμα ο ελληνικός εμφύλιος, μα πρωτίστως ιστορικό, πολιτικό και κοινωνικό. Εβδομήντα και περισσότερα πια χρόνια κλειστό, ασυζήτητο και συνεπώς άλυτο και αδικαίωτο. Έφτασε στη γενιά μου και στη γενιά του συγγραφέα μέσα απο σιωπές[5] κι άλλοτε με ευρείς αναστοχασμούς ενοχικά, σαν μια βαριά αρρώστεια που η ανάμνηση της με βεβαιότητα θα δοκιμάσει την εύθραστη πια ατομική και ιδίως συλλογική υγεία, που μοιάζει να δυσανασχετεί απ’ τα βαριά τραύματα της μνήμης.  Και κυρίως μας έφτασε από τρίτο χέρι. Ένα τρίτο χέρι, κολλημένο σε στερεότυπα και πολιτικές στοχεύσεις. Μέσα από ιστορικές αφηγήσεις μερικές και λειψές, όχι τόσο των πρωταγωνιστών και των δευτεραγωνιστών, που μας άφησαν μόνο τη σιωπή τους, αλλά κυρίως άλλων, που αναζητούσαν άλλοτε την προσωπική ή οικογενειακή δικαίωση, άλλοτε την αποφυγή των ευθυνών κι άλλοτε την όποια –κατά την κρίση ή το συμφέρον τους –αναδιάταξη των γεγονότων. Ακόμα και ο μεγάλος αριθμός του άμεσα εμπλεκόμενου στις στρατιωτικές επιχειρήσεις πληθυσμού, πάνω από μισό εκατομμύριο ανθρώπων κι από τις δυο πλευρές, αποσιωπήθηκε[6]. Τι κι αν ακόμα πίσω απ’ τη σύγκρουση υπάρχει ο αγώνας και η θυσία ανθρώπων, απλών ανθρώπων και ανιδιοτελών αγωνιστών. Που έδωσαν, όπως λέει ο Δ. Ραυτόπουλος την ψυχή τους και τη ζωή τους- μ’ αυτή τη σειρά –στα ιδανικά τους και που εντέλει παρέμειναν ηθικά αδικαίωτοι.[7]

Και όλη αυτή η αντιμετώπιση είναι που δεν μπορεί παρά να λειτουργεί σαν τροχοπέδη, τροχοπέδη στο αύριο, και στο πολιτικό και στο ιστορικό…

Η δεξιά, κυρίαρχη και νικήτρια της σύγκρουσης, αρκέστηκε στις δάφνες της αφήγησης της, περί της υφιστάμενης σχάσης μεταξύ των επικρατησάντων εθνικοφρόνων, που έσωσαν τη χώρα και την πορεία της στον δυτικό κόσμο και των «συμμοριτών» που έθεσαν την πορεία της χώρας στον πάγκο του «κόκκινου χασάπη». Πρόκειται στην ουσία για μια ανέξοδη (μετά τη συνθήκη της Γιάλτας) πλην συντονισμένη διαγραφή της ιστορικής μνήμης, που περιέλαβε βολικά για τη συντηρητική παράταξη και το έπος της εαμικής εθνικής αντίστασης. Σε ένα δίτομο λεύκωμα της ιστορίας του Ελληνικού Στρατού, που προσφέρθηκε ως δώρο αριστείας στους αριστεύσαντες μαθητές του Γυμνασίου, μεταξύ αυτών και σε μένα στα τέλη του ’70, οι σελίδες μετά το 1944 ήταν κολλημένες με κόλλα! Βοήθησα ο ίδιος τον εξαίρετο Κύπριο φιλόλογο μου κ. Παπαγαπίου να κολλήσουμε με UHU τις «απαγορευμένες σελίδες», διαβάζοντας κρυφίως στο μεταξύ τ’ ακατανόμαστα…

Απ’ το στρατόπεδο των ηττημένων, την επίσημη Αριστερά , δεν έγινε ποτέ ένας επίσημος απολογισμός της ήττας, ούτε βέβαια απόπειρα αιτιολόγησης των όποιων αποφάσεων… Μοιάζει συνήθεια που φτάνει ως τις μέρες μας η απουσία σοβαρού απολογισμού των γεγονότων και ο μη καταλογισμός των (όποιων) ευθυνών, πέραν των βολικών αποδιοπομπαίων τράγων. Γράφει ο Χατζημωυσιάδης: « Οι μεγάλες ήττες θέλουν τους φταίχτες τους και οι νέες αυλές θέλουν τους αυλικούς τους κι όποιος δεν ανήκε στους δεύτερους θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βρεθεί ανάμεσα στους πρώτους και συνέχισαν …», σελ. 134. Ένας αναστοχασμός με το βλέμμα στο σήμερα!

Το χιόνι του βουνού, των Αγράφων, αλλά και του Κίσσαβου, του Ολύμπου, του Γράμμου, οι παγωμένες όχθες της Κάρλας και του φαραγγιού του Ενιπέα, οι βόμβες, ακόμα και από πλοία του πολεμικού ναυτικού, αλλά κι οι άλλες, εκείνες οι ναπάλμ του Βαν Φλίτ που ξέρασαν τα αεροσκάφη SB2C-5 Helldivers, ως παγκόσμιο στρατιωτικό πείραμα στο Γράμμο,[8] φαίνεται να έσβησαν τα ίχνη και να ξεπάτωσαν μαζί με τα σώματα και τη μνήμη.

Ακολούθησαν οι εξορίες και οι μακρές διώξεις του μετεμφυλιακού κράτους, μα και η ανάγκη της επιβίωσης μετά. Και εκείνος ο ιστορικός συμβιβασμός του ’80, που παρέμεινε ρηχός, ατελής και ανολοκλήρωτος…

Όλα όμως έχουν τη θέση τους στην αφήγηση του Χατζημωυσιάδη:

Η Ελεύθερη Ελλάδα

«Ελεύθερη Ελλάδα

Κατά που πέφτει  αυτή η Ελλάδα;

Εκεί που παν κι άλλοι

Κι αν δεν πάνε σωστά;

Φτάνει που φεύγουμε από δω…» σελ. 89

 

Το όνειρο του σοσιαλισμού –ουτοπία, χωρίς όμως επουδενί αυτό να μετατρέπεται σε λογοτεχνικό βαρίδι[9]  

«Εκεί δεν υπήρχαν χωροφύλακες, μοναρχοφασίστες, πλούσιοι κεφαλαιοκράτες, πονηροί παπάδες κα κακοί πατεράδες…ο καιρός ήταν πάντα καλός, είχε συνέχεια άνοιξη, κόκκινα τριαντάφυλλa ανθίζαν στις αυλές, παπαρούνες φυτρώνανε στους δρόμους, γάργαρα νερά κυλούσαν, μανάδες χαμογελούσαν στα παιδιά…», σελ. 93

 

Η φύση κι ο αδυσώπητος κύκλος της, ο κύκλος του χρόνου:

«…τα ζωντανά του μοναστηριού, που φύτρωναν, πρασίνιζαν και ξεραίνονταν, και κυρίως το χιόνι, που ‘πεφτε, πάγωνε και έλιωνε, όλα εκεί μέσα θα ‘μοιαζαν με τη μνημειώδη περιγραφή της επιμνημόσυνης δέησης, αιώνια, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά», σελ. 46

Οι έριδες, ο διχασμός, η σύγκρουση:

«Μοιράστηκαν οι μοναχοί στα δυο, χώρισαν τα τραπέζια, τους κοιτώνες, τα ψαλτήρια, τα στασίδια, παράτησαν και τις λοιπές δουλειές τους. Ο αμπελώνας και ο κήπος γέμισαν χορτάρια, τα κτίσματα μετά βίας συντηρούνταν, το κιόσκι γκρεμίστηκε  απ’ τον αέρα. Μια δυο τρεις φορές προσπάθησε ο επίσκοπος να τους φιλιώσει, είδε κι απόειδε…», σελ. 47

Η μεταπολίτευση:

«… το κόμμα είχε πλέον βγεί από την παρανομία, το παρά πόδα όπλο κρεμάστηκε σαν οικογενειακό κειμήλιο στον τοίχο κι ο λεβεντόκορμος αντάρτης δεν ήταν …παρά ένας χωλός και σκεβρωμένος γέρος… Όλα άλλαζαν γρήγορα, βολικά και τελεσίδικα · όλα εκτός από τη δήλωση…», σελ. 50

Η μεγάλη μάχη της μνήμης απέναντι στην λήθη

«… ύπουλη εξουσία της λήθης, του χρόνου και των αναγκαστικών ή ηθελημένων συνθηκολογήσεων», σελ. 50

Η πορεία του παραλογισμού παρά τις προειδοποιήσεις

«…σαν να ‘θελε κάτι να τους πει κι η φύση, μια προειδοποίηση, μια απειλή ή και μια συμβουλή ακόμη, μα που μυαλό να σταθούν να την ακούσουν…», σελ. 52

Οι γειτόνοι και οι συγγενήδες, αλλά πάντα αντίπαλοι –η ρητορική του μίσους «Δέκα πεινασμένοι λύκοι και δεν έφταναν τη λύσσα που διέκρινε στο βλέμμα του μπάρμπα του, του Μητρούσια, κάθε φορά που διασταυρώνονταν στον δρόμο –είκοσι χρόνια μια καλημέρα δεν του αντιγύρισε…», σελ. 57

Ο φόνος που μένει -κατά τις επιταγές των μεγάλων τραγικών- εκτός σκηνής, μαζί και τα σημάδια[10]:

«Ο Χαραλάμπης στέκει για λίγο μπροστά στο μεγάλο παράθυρο του εντευκτηρίου, σκοτεινός και αμίλητος, σφίγγοντας στα χέρια το ντουφέκι. «Σαν παράξενα λαλούν οι κοκόροι. Πετούμενο δεν είν’ στον ουρανό κανένα να πετάει», έρχονται στο μυαλό του τα λόγια της μάνας του», σελ. 65.

Η αμφιβολία, απόφαση, αμφισβήτηση, πλάι στις ένοχες βεβαιότητες

«…η περιβόητη υπόθεση των ασυρμάτων, που κάποιος είδε, ένας άλλος άκουσε κι ένας τρίτος νόμισε, για να σχηματίσει στο τέλος ο Αρχηγός τη βεβαιότητα…», σελ. 68

Ο ανθός της νεολαίας, η ταξιαρχία αόπλων, τα φτερουγίσματα των ανθρώπων

«Μπροστά τους διαβαίνει ο νεανικός ανθός των Αγράφων και της Ρούμελης …τα πόδια των επίστρατων ξυλιάζουν απ’ τον πάγο, μα κείνοι δεν κρυώνουν, ο ψυχρός αέρας φυσάει στο κορμί τους, μ’ ένα καρβέλι ψωμί γεμίζουν τις κοιλιές τους…», σελ. 78

Η διαφωνία, ο προφανής δισταγμός, η διαφορά, το διαρκές δίστρατο της ζωής

 «Αριστερά το ανέβασμα της Πίνδου, δεξιά η κατεβασιά της Θεσσαλίας. Σηκώνει το χέρι… διατάζει την κατεβασιά. …κανείς δεν έχει το θάρρος να δηλώσει φωναχτά τη διαφωνία του», σελ. 78

Το λάθος, η άγνοια, η έλλειψη στρατηγικής

« τα προβλήματα …κρύβονταν κάτω από τις φωνές, τα τραγούδια …εμφανίζονται …βρίσκονται σε μη φίλια εδάφη… ο εχθρός καραδοκεί με ενέδρες…δεν έχουν καμιά φυσική κάλυψη…δεν υπάρχει φιλικά προσκείμενο χωριό για να διανυκτερεύσουν. Το φαγητό δεν αρκεί…σελ. 80.

Κι ενώ λοιπόν «κάθε αλλαγή της κοινωνικής τάξης πραγμάτων είναι μια ιστορική διαδικασία που συνοδεύεται από δυσκολίες, ανεπίλυτα προβλήματα, αδυναμίες και, όπως είναι αναπόφευκτο, σφάλματα[11] στην προκειμένη αφήγηση δεν υπήρξαν μόνο σφάλματα, διαφορές ή έλλειψη στρατηγικής[12], αλλά αυτό που επισημαίνει αφοπλιστικά και ωμά ο Γεωργιάδης- ο παρασημοφορημένος αξιωματικός και μόνος γνώστης στρατιωτικής οργάνωσης και τακτικής: «Από στρατιωτική άποψη όλα ήταν λάθος», σελ. 143

Η υποκρισία, η κακοποίηση, η πατριαρχική εξουσία

« Η ίδια να μυρίζει και να βλέπει παντού κοπριές, η μάνα της να κάνει ότι δεν ξέρει αυτά που ήξερε, ο Σωτήρης να κάνει ότι δεν καταλαβαίνει αυτά που καταλάβαινε, ο παπάς του χωριού να κάνει ότι δεν ακούει αυτά που άκουγε κι ο πατέρας της να συνεχίζει να κάνει…», σελ. 90.

 

 

Ο πατέρας –τέρας

«αμπαρώνει την πόρτα….μυρίζει ούζο, κοπριά και ιδδρώτα….γρυλίζει σαν λυσσασμένος σκύλος…αγκομαχάει και κουνιέται ασταμάτητα… γυρνάει την πλάτη και πιάνει το φτυάρι», σελ. 97.

Ο αρχηγός –τέρας ο Γούσιας που για να προλάβει την ενέδρα έριχνε τους άοπλους μπροστά:

«Με το που πιάνει η αγέλη των λύκων το πιο αδύναμο, γέρικο ή μικρό πρόβατο γλιτώνει το υπόλοιπο κοπάδι», σελ. 95 σαν τον πατέρα που προσπαθεί να αποφύγει την κακοτοπιά: «έβαζε τη μάνα μπροστά να περπατάει στο χιονισμένο μονοπάτι», …σελ. 94.

Η έρμη η δικαιοσύνη

«…Κατά τις έντεκα όμως, που ‘σφιξε για τα καλά το κρύο, μεταφέρθηκαν σε μια μικρή κάμαρα… τα βλέφαρα των δικαστών είχαν αρχίσει να βαραίνουν από τη νύστα… Λυπάμαι σύντροφοι δικάζετε εδώ …κι εσείς κοιμάστε όλοι σας…» σελ. 135

Ο «ονειρικός» αστικός συμβιβασμός

«…η ουρά στα σκέλια… ονειρεύεται τον γάμο με…να ελπίζει σ’ ένα μερίδιο στο καινούργιο οικόπεδο…στο ισόγειο του δίπατου σπιτιού…μια θέση στην τράπεζα…τρια κουτσούβελα…το τραπέζι στρωμένο…σταθερό εκκλησιασμό»,  σελ. 145

Το πεπρωμένο

«Η ιστορία συνέχιζε ν’ αφήνει πατημασιές και πτώματα στο χιόνι…»,   σελ. 146

Ο ακραίος ατομισμός

«Μόνο ο Γούσιας είχε απόθεμα(καπνού). Όταν μαζεύονταν στη σκηνή του αξιωματικοί,έβγαζε κι έστριβε τσιγάρο χωρίς να προσφέρει σε κανέναν ·μονάχος του φουμάριζε»[13], σελ. 149

Τα «δίδυμα» του συγγραφέα, όπως ο Αποστόλης κι η Θεανώ ή ο Σωτήρης με τη Σωτηρία (μια ωδή στην γυναικεία χειραφέτηση), ή τα δυο νέα δεκαεξάχρονα αγόρια, με το συνθηματικό τρόπο ομιλίας τους (ντζι- ίντζι) να εκθέτουν την απαγορευμένη ομοφυλόφιλη επιθυμία τους πρωτού κατακεραυνωθούν· ταιριαστά κι αχώριστα ζευγάρια θα προκάμουν άραγε ν’ απολαύσουν κάτι στη σύντομη τρεχαλητή ζωή τους, πριν μας αποχαιρετήσουν με μια σφαίρα στο μέτωπο;

Το κυνήγι- η καταδίωξη –η  κατάληξη

«Τα πιο καλά κυνήγια τα ‘εκανε ο πατέρας της στο χιόνι…», σελ. 100

Ο ατιμωτικός θάνατος

«… παραπάτησε κι έπεσε με γυρισμένη την πλάτη. Κάτι πήγε να πει, αλλά δεν είχε χρόνο. Από μια ταινία φυσίγγια άδειασε ο καθένας πάνω του…», σελ. 156

Και όλα αυτά τα μεγάλα και τα τρανά, τα ειπωμένα και τα ανείπωτα, τίθενται ως ερωτήματα στο Χιόνι των Αγράφων. Όχι, δεν παίρνουμε μιαν απάντηση, όπως τη δίνει στο «Κιβώτιο» του, ο Άρης Αλεξάνδρου: «…κι όλη η επιχείρηση Κιβώτιο στο σύνολο της, στάθηκε άχρηστη κι αυτή, άχρηστες οι εκτελέσεις, άχρηστοι οι θάνατοι…»[14], σελ. 276

Γιατί στο Χιόνι των Αγράφων, αυτό το σβέλτο ποιητικό τανγκό με παρτνενέρ από τη μια την ζωή κι απ’ την άλλη το θάνατο, έχει εφαρμογή η εύστοχη παρατήρηση του Αχιλλέα Κυριακίδη:

«Η καλή λογοτεχνία θέτει τα ερωτήματα. Η κακή τα απαντά».[15]

 

 

 

[1] Βασίλη Κουνέλη, Νοματαίος, σελ. 288, εκδ. Ωκεανίδα 2011

[2] Βαγγέλη Χατζηβασιλείου Η κίνηση του εκκρεμούς, εκδ. ΠΟΛΙΣ 2018 σελ. 423

[3] Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, Αλέξανδρος Κοτζιάς, σελ. 257 συλλογικό έργο Η ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ Ο ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ επιμ. Μισέλ Φάις, εκδ. ΠΟΛΙΣ 2002

[4] Ελισάβετ Κοτζιά ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΑΘΜΑ Ελληνική πεζογραφία 1974-2010, σελ. 235 επ.

[5] Η Τρίτη γενιά, γεννημένη μετά το 1955, σε γενικές γραμμές ήταν απρόθυμοι να μας μιλήσουν και να απαντήσουν σε ερωτήσεις. «Ορίστε τίποτα δεν ξέρουμε, αυτό να γράψεις», Mark Mazower Μετά τον πόλεμο σελ. 310, εκδ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 2003.

[6] «Το σύνολο Ελλήνων που αλληλοσφάζονται αυτήν την εποχή είναι 300.000…Σε κατάσταση παρανομίας βρίσκονται 50.000. Εξ αυτών εξόριστοι ή κρατούμενοι 40.000. Μισό εκατομμύριο πληθυσμού ονομάζονται ανταρτόπληκτοι, αν και ο επίσημος χαρακτηρισμός τους είναι συμμοριόπληκτοι», Βασίλη Ραφαηλίδη Ιστορία του Νεοελληνικού Κράτους 1830-1974, σελ. 272, εκδ του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ 1993

[7] Δημήτρη Ραυτόπουλου «εμφύλιος και λογοτεχνία», εκδ. ΠΑΤΑΚΗ 2012, σελ. 89, με αφορμή τη ΛΕΣΧΗ του Στρατή Τσίρκα

[8] Βασίλη Κουνέλη: «Οι μάχες στον Γράμμο και η χρήση βομβών Ναπάλμ, όταν η δημιουργική γραφή προηγείται της ιστορικής έρευνας- Στρατής Χαβιαράς /The Heroic Age», Εφημερίδα ΕΠΟΧΗ 13-12-2009

[9] [9] Όπως άλλωστε επισήμανε ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου («Η κίνηση του εκκρεμούς», εκδ. ΠΟΛΙΣ 2018 σελ. 422) ο κόσμος των χαλασμένων ιδεών προέχει στις σελίδες και των προηγούμενων έργων του Χατζημωυσιάδη!

[10] Σημάδια, όπως  το μάτι του σφαγμένου ζώου που παραμονεύει στη …σούπα, ο σκορπιός που παίζει ρώσικη ρουλέτα με τον κρατούμενο, το όνειρο που συμπληρώνει πεισματικά την πραγματικότητα, κ.ο.κ.

[11] Έκθεση της Εξεταστικής Επιτροπής τη κυβέρνησης Ντούμπτσεκ για τς πολιτικές δίκες της Τσεχοσλοβακίας, 1968, Χτίζοντας τη Λαϊκή Δημοκρατία, σελ. 243, Μark Mazower Σκοτεινή Ήπειρος Ο Ευρωπαϊκός Εικοστός Αιώνας, εκδ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 2001

[12] Για μια στοιχειώδη εκτίμηση των πραγματικών δυσκολιών μιας ορεινής πορείας στα προκείμενα βουνά ενδεικτικά θα βοηθούσε η ανάγνωση του βιβλίου ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΗΠΕΙΡΟΥ Νικ. Σχινά ταγματάρχου Αθήνα 1886 Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης, 2014.

[13] Απόθεμα καπνού, όπως και διαλεχτής τροφής, που αντιδιαστέλλεται πολλαπλά με το «κατσαμάκι»,  έναν χυλό νερού με αλεύρι, που προορίζονταν για τους πολλούς.

[14] Δημήτρη Ραυτόπουλου «εμφύλιος και λογοτεχνία», εκδ. ΠΑΤΑΚΗ 2012, σελ. 123, με αφορμή το Κιβώτιο.

[15] Αχιλλέα Κυριακίδη Σημειώσεις για μια ιδιωτική θεωρία της λογοτεχνίας εκδ. Κίχλη 2015, σελ. 13

 

 

 

 

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδη,Το χιόνι των Αγράφων, Κίχλη

Βρες το εδώ

 

Προηγούμενο άρθροΣπύρος Βαλτετσιώτης (Βιβλιοπωλείο Fata Libelli στον Πειραιά): Η μοίρα των βιβλίων..
Επόμενο άρθροΗ συμμετοχή των Μικρασιατών προσφύγων στην εξέλιξη της σύγχρονης Ελλάδας (συνέδριο)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ