Η γλώσσα των δέντρων (μεγαλοσαββατιάτικο διήγημα του Ευάγγελου Αυδίκου)

0
376
Ελιά, έργο του Χρήστου Μποκόρου

Ευάγγελος Αυδίκος

 

Ήταν μόνοι  τους για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια. Απόλυτη ησυχία, μόνη εξαίρεση η τηλεόραση, διαγγέλματα, φλυαρίες και το χέρι να κουνιέται συχνά. Μείνετε σπίτια σας, μη βγαίνετε έξω.  Του έλειπε ο καφές, η παραλία. Όχι ότι έκανε τίποτε σπουδαίο. Αγόραζε την εφημερίδα του, καθόταν στο ίδιο καφέ κάθε πρωί, προτιμούσε τις πρωινές ώρες για να είναι ελεύθερο το  ίδιο τραπέζι. Του λείπουν αυτά τα μικρά, δεν του άρεσε η φασαρία, το ημίφως στα βραδινά μαγαζιά. Αλλά….Ανάγκα και θεοί πείθονται. Ζορίστηκε, είν’ αλήθεια. Στην αρχή, πρώτη κίνηση το πρωί να πάει στο σημείο που άφηνε το κλειδί του αυτοκινήτου, να φορέσει το καπέλο του, ανάλογα με την εποχή, να βγάλει το κινητό από τον φορτιστή και να βγει έξω. Πού πας, βλογημένε. Η ένταση της φωνής της γυναίκας του απροσδόκητη. Προτιμούσε τους ήπιους τόνους. Τι έπαθε και φωνάζει. Μην ετοιμάζεσαι για έξω. Ξεκούτιανες;  Δεν επιτρέπεται. Γύρισε και την κοίταξε ξαφνιασμένος. Τι με κοιτάς, είμαστε ευπαθής ομάδα.

Ευπαθής ομάδα, όσοι είναι πάνω από εξήντα πέντε χρονών κινδυνεύετε, έλεγε και ξανάλεγε το χέρι που κουνιόταν σαν κομπρεσέρ. Ευπαθής ομάδα. Μα έκανα όλες τις εξετάσεις πριν από μια βδομάδα. Να δες, όλες είναι τζάμι, έτσι είπε ο γιατρός. Έψαξε στο συρτάρι που είχε τον φάκελο με τις ιατρικές εξετάσεις, τα μάτια της γυναίκας του συμπονετικά, τα λόγια της καρφιά. Λογικέψου, άνθρωπέ μου. Κι άκου δω. Δεν θα μου φέρεις αυτή την παλιοβρωμιά στο σπίτι μου. Άμα είναι να πααίνεις έξω….Σταμάτησε για λίγο. Καλά, ντιπ ξεκούτιανες, είμαστε ευπαθής ομάδα. Δεν ακούς τι λένε! Κανένας δεν μπορεί να βγει έξω.

Έκανε την ανάγκη φιλοτιμία. Είχε δίκιο η συμβία. Πού να τα βάλεις με το δάχτυλο στην τηλεόραση. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Πειθάρχησε, η λέξη που ποτέ του δεν του άρεσε. Την  είχε βγάλει από το λεξιλόγιό του, ένιωθε να κουβαλάει ηλεκτρισμό, κάτι σαν βασανιστήριο. Προτιμούσε να βρει διαφορετικό τρόπο, με πιο πολλές λέξεις, να βγάλει από μέσα τους την ευθύνη των μαθητών του και των συνομιλητών του. Δεν τα κατάφερνε, τις πιο πολλές φορές. Ματαιότης ματαιοτήτων; Πάλευε να μην πάρει στροφή το μυαλό του, να μη  γίνει γιο γιο του τεντωμένου δάχτυλου,  δεν μπορούσε να τραβήξει μονοκονδυλιά στη ζωή του, ο άνθρωπος είναι ελεύθερο πνεύμα, η εκπαίδευση, οι αρχές έχουν υποχρέωση να καλλιεργήσουν  την ελεύθερη σκέψη.

Όσα δεν έκαναν τα διαβάσματα, τα κατάφερε ο κορόνας. Αναλύσεις, επιφυλλίδες, αφιερώματα, φωτογραφίες της δυστυχίας και της μοναξιάς. Άνθρωποι απορριγμένοι στα πεζοδρόμια του κόσμου, με ψαλλιδισμένα φτερά. Με μια συμφωνία, είπε. Ύψωσε το στέρνο του, τουλάχιστον να μην πέσει αμαχητί. Η συμβία τον κοίταζε απορημένη. Άκου, λοιπόν. Αφού δεν μπορώ να βγαίνω στην παραλία, θα πίνω τον καφέ μου στην πίσω βεράντα. Αυτό είναι μόνο; Η φωνή της συμβίας έδειχνε ανακουφισμένη. Έχει ψύχρα το πρωί, άνθρωπέ μου. Θα πουντιάσεις.

Τελικά βρήκαν μια μεσαία λύση. Θα τραβούσε την κουρτίνα, το τζάμι της μπαλκονόπορτας ήταν μεγάλο και η θέα στην πίσω μεριά του κτήματος πανοραμική. Έβλεπε όλα τα λιόδεντρα, τα είχε φυτέψει όλα με το χέρι του, ποτισμένα ένα ένα, τον καιρό που είχε αναβροχιά. Τις ώρες που ήταν στο σπίτι και δεν έγραφε στον υπολογιστή, πήγαινε να κάνει παρέα με τα λιόδεντρα. Να μιλήσει μαζί τους, να εξομολογηθεί τις στενοχώριες του, να τα φροντίσει, να τα κανακέψει. Τα λιόδεντρα έχουν ψυχή, δεν δεχόταν δεύτερη κουβέντα. Ακόμη κι όταν η γυναίκα του κουνούσε το κεφάλι της. Πού να καταλάβουν οι άνθρωποι που έχουν χάσει τη δική τους ψυχή. Δεν ακούνε τον αέρα, τις κουβέντες που λένε τα λιόδεντρα, τη χαρά τους για τη συντροφιά . Και είναι τα άτιμα ευγνώμονα. Ένα τους δίνει πέντε σου επιστρέφουν. Σπάνια πια το πιάτο περνάει πάνω από τα σύνορα των σπιτιών.

Για να μη στερηθεί την εφημερίδα του γράφτηκε στην ηλεκτρονική έκδοση. Κάθε πρωί πήγαινε στην τουαλέτα, έπλεε να δόντια, με επιμέλεια, όπως διάβασε τις οδηγίες των γιατρών, τελικά βρέθηκε αντισηπτικό υγρό. Άπλωνε στο χέρι το υγρό, παντού στις παλάμες, ανάμεσα στα δάκτυλα. Τριάντα δευτερόλεπτα. Καλά, άνθρωπέ μου, θα ξεπετσιαστείς, φώναζε η κυρά. Να βάζεις και μαλακτική κρέμα πού και πού , θα αγριέψει το δέρμα σου. Μερικές φορές, τα σαπούνιζε , για καλύτερα, δυο φορές καλύτερα από μία, απαντούσε στο σταυροκόπημα της συμβίας. Είπανε του κώλου να χέσει κι αυτός το παράκανε. Μετά , άνοιγε το πτυσσόμενο τραπέζι στη μέση του παραθυριού, έπιανε  την εφημερίδα, διάβαζε τα νέα και πολύ τακτικά σταματούσε αγναντεύοντας τη δική του λιμνοθάλασσα, έστω μικρή τεχνητή λίμνη με τα λιόδεντρα.

Από τη Μεγάλη Πέμπτη σιάζονταν να μιλήσει με τη μάνα του. Πήγαινε στον τάφο των γονιών, δεν έβρισκε αυτό που ήθελε. Το έκανε από αγγαρεία, να μη μας πιάσουν στο στόμα τους οι συγγενείς, άστραψε και βρόντησε η κυρά , μια χρονιά που βαριόταν να πάει. Προτιμώ το Σάββατο, ψέλλισε. Μην είσαι ανάποδος, όλα έχουν τη σειρά τους. Η Πέμπτη είναι για τους πεθαμένους. Ανησυχώ για σένα.

Δεν αντιδρούσε, τι  να πει άλλωστε, ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο. Προτιμούσε να περάσει το Μεγαλοβδόμαδο με τα δέντρα του. Ειδικά το Μεγάλο Σάββατο, δεν του καιγόταν καρφί τι έλεγαν οι άλλοι. Αν τον νόμιζαν ανάποδο. Ήθελε να είναι εκεί, μόνος του. Να ακούσει τα λιόδεντρα, τους ψιθύρους για όλο τον χρόνο, τα παράπονά τους. Ένιωσε την πίκρα τους τη χρονιά που ο δάκος δεν άφησε ελιά  για ελιά. Ο καρπός σούρωσε , σαν σώμα ανθρώπινο που έχασε το αίμα τους. Εκείνη τη χρονιά  ο αέρας ήταν ένα βουβό μοιρολόι, που ξεκινούσε απ’ τις κορφές σταύρωνε τα κλαδιά, περνούσε μέσα από τα φύλλα κι έφτανε στη βεράντα, όπου ξεψυχούσε. Άλλες φορές, ο αέρας γινότανε αναστεναγμός για τα πάθη της φύσης, για τους ανθρώπους που φτηνύνανε. Τα δέντρα έχουν τη δική τους γλώσσα, τη γλώσσα που οι άνθρωποι ξέχασαν. Αυτό έλεγε σε όσους έπεφτε στην κουβέντα, τον κοίταζαν περίεργα.

Όμως, το Μεγάλο Σάββατο ήταν η ώρα που περίμενε έναν ολόκληρο χρόνο, η συνάντηση  με τη μάνα του. Καμάρωνε παλιά, όταν πρωτόρθαν στο κτήμα, τις ελιές που φύτευε, καθόταν στο πίσω μέρος του σπιτιού , για να μην την  χτυπήσει ο αέρας, κι έδινε συμβουλές, για όλα. Ίσως να του μετέδωσε η μάνα το χάρισμα ν’ ακούει τα λιόδεντρα, να νιώθει την ψυχή τους. Το σκέφτηκε πολλές φορές, όχι είναι βέβαιο, κοντά στη μάνα έμαθε τη γλώσσα των δέντρων, τότε που σαν πρωταργάτισσα δούλευε στο μάζεμα του βενετσιάνικου ελαιώνα. Μπορεί στο τέλος της χρονιάς, που μάζευαν μαζί, μάνα και γιος, τα μπορμπολόγια, να τα πουλήσουν, για να περάσουν το Πάσχα. Κι εκεί που υπολογίζανε να  μη γεμίσει το τσουβάλι, τα λυγερόκορμο και ουρανοϊσκιωτα λιόδεντρα τίναζαν τις κορφές τους, ήταν οι δικοί τους άνθρωποι.

Η μάνα έκανε την αρχή στο φύτεμα του δικού του μικρού ελαιόκηπου. Μάζεψε την ποδιά της, σήκωσε τα μανίκια της, έδεσε καλά το φακιόλι της, σταύρωσε το δέντρο, το τοποθέτησε στη γούβα, παλάμισε το χώμα γύρω από τη ρίζα, την ευχή μου να έχετε, τον φίλησε σταυρωτά και γύρισε στη θέση της. Κάθε χρόνο η συνάντησή τους ήταν σ’ αυτό το δέντρο. Μετά τις δέκα το πρωί, μόλις γινόταν η πρώτη Ανάσταση, στην Κέρκυρα πρώτα και μετά στην πόλη του ,στο Σαϊτάν Παζάρι. Έβαζε το ραδιόφωνο, που ακούμπαγε  στο τραπέζι και περίμενε. Η μάνα ποτέ δεν έλειψε από το ετήσιο αντάμωμα.

Φέτος όμως ανησυχούσε. Θα ανεβούν οι ψυχές στη γη; Τι είναι αυτά που λες, άνθρωπέ μου; Η συμβία του άστραψε και βρόντηξε με τις ανησυχίες του. Ο εγκλεισμός είναι για τους ζωντανούς, όχι για τους πεθαμένους. Πεταμένα πάνε όσα ξέρεις. Έστρεψε το βλέμμα προς αυτή με συγκατάβαση. Πού να ξέρει.  Καρφί δεν του καιγόταν που δεν θα έψηνε κατσίκι , μόνοι τους ήταν. Χωρίς την εγγονή και τα παιδιά το κρέας είναι άνοστο. Όμως, τον έτρωγε η αδημονία για τη μάνα. Αυτό ήταν το Πάσχα γι’ αυτόν. Το γιόρταζε πρώτα με τη μάνα και μετά με τους άλλους.

Αυτή την ώρα θα πετούσαν τα μπότια στο Σαϊτάν Παζάρι, σχολίασε ο δημοσιογράφος του τοπικού ραδιοσταθμού. Ήρθε η ώρα, σκέφτηκε. Έκλεισε το ραδιόφωνο, έκλεισε την πόρτα του δωματίου, να  μη χάσει τον παραμικρό ήχο και μισάνοιξε την μπαλκονόπορτα. Το μάτι ήταν καρφωμένο στην κορφή της ελιάς, που άρχισε να ταλαντώνεται. Ήρθε, το μόνο που είπε κι άρχισε να νιώθει σύγκρυο να διαπερνά τη σπονδυλική του στήλη. Η μάνα είναι εδώ, ψέλλισε. Στην αγαπημένη της ελιά. Η πνοή του αέρα έγινε στρόβιλος, πέρασε ανάμεσα από τα κλαδιά και κάθισε στο μεγάλο μπράτσο του δέντρου.

Κάθε χρόνο το Μεγάλο Σάββατο σα να έμπαινε στη χρονομηχανή. Σα να μίκραινε, να πήγαινε πίσω , τότε που ήταν οκτώ χρονών. Γιόρταζε την Ανάσταση με τη μάνα, στη Φανερωμένη. Τα χέρια της  ήταν το τέμπλο της οικογενείας της, μόνο που αυτός  τότε δεν μπορούσε να μετρήσει τις αγωνίες της που έγιναν κόμποι, πληγές από το λιομάζωμα κι από το τσαπί που της μάτωνε τις παλάμες. Καταπίνει τον κόμπο στον λαιμό του . Δεν της ταιριάζει η λύπηση. Ούτε η νοσταλγία. Δεν ζήτησε ποτέ αντίδωρο για τα ροζιασμένα χέρια της. Έρχεται κάθε χρόνο να γιορτάσει κι αυτή με την μεγάλο της, να μάθει τα νέα.

Απέναντι του η ριπή του αέρα γουργουρίζει. Είναι πρόσκληση, να ξεκινήσουν,  να κάνουν πάλι το αναστάσιμο δρομολόγιο στη Φανερωμένη. Το χρειάζεται κι ο ίδιος. Αυτή τη χρονιά το έχει ανάγκη περισσότερο από τα προηγούμενα χρόνια. Να ξύσει το λίπος που έχει κατακάτσει στην ψυχή. Να γιορτάσει στη Φανερωμένη, στα δικά του νερά της Στυγός, να δει τον εαυτό του, όσα έκανε , όσα παρέλειψε.

Αφήνεται και μπαίνει στη μηχανή του χρόνου. Νιώνει το ελαφρό σκούντημα στο μπράτσο. Είναι η μάνα, φασκιωμένη στο φακιόλι της. Σκωθείτε, να προλάβουμε την Ανάσταση. Το σπίτι που κοιμόταν, αποκτά ζωή. Οι λαμπάδες σας. Η τσίμπλα υποχωρεί, η Ανάσταση στη Φανερωμένη ήταν η υπόσχεση της μάνας. Πρώτη φορά στη Φανερωμένη, μεγάλωσαν.

Η νύχτα έχει πέσει βαριά. Έντεκα το βράδυ, τα δέντρα μοιάζουν σκελετοί της φύσης. Στον  δρόμο οι σκιές αυγαταίνουν, βγαίνουν από σπίτια, από χεριώνες. Αμίλητες, χωρίς φανάρι, μην ανάβετε τις λαμπάδες, δεν κάνει. Στον Μπούρμπο τα νερά αρυτίδωτα, ένας μόνο βάτραχος κοάζει. Ακούγεται παφλασμός, μαζεύεται στην ποδιά της μάνας, μπορεί να είναι το κοριτσάκι που έπεσε στο πηγάδι, ψιθυρίζει μια τρομαγμένη φωνή. Μπορεί κι αυτή η ψυχή να μπήκε στη σειρά των σκιών  που πήραν τον ανήφορο για τη Φανερωμένη.

Μπροστά η μεγάλη κρεββατιά με τα θεόψηλα λιόδεντρα. Σκοτάδι πηχτό. Δεν ξεχωρίζει τίποτε. Μόνο οι ανάσες ακούγονται που δίνουν τον ρυθμό στον χορό των βαδιστών. Εκείνη την ώρα , το σκοτάδι επιβάλλει τον δικό του νόμο. Καταργεί τα γιορτινά ρούχα, τα βαφτιστικά χάνουν την αξία τους, τα καινούρια παπούτσια δεν έχουν φωνή, να μιλήσουν για τις δικές τους ιστορίες, για τα φωτίκια. Μάνα, πότε θα βάλω τα παπούτσια της νουνάς; Τσώπα, μη μιλάς, όταν δούμε τα φώτα της εκκλησιάς. Φορούσε τις λαστιχένιες μπότες του, με τι χαρά περίμενε τη στιγμή που θα φορέσει τα κατακόκκινα παπούτσια του και μ’ αυτά θα έμπαινε στη Φανερωμένη, σαν εκείνο τον ήρωα, δεν θυμάται το όνομά του, που έμπαινε καβάλα στην εκκλησιά. Μη μιλάς , παιδί μου, είναι αμαρτία. Να μεταλάβουμε πρώτα. Δεν ξαναμίλησε.

Τίποτα δεν ξεχωρίζει, μόνο οι ανάσες και η έγνοια να προλάβουν την Ανάσταση. Τα λιόδεντρα  έμοιαζαν με θεόρατους ξύλινους σταυρούς, που σταύρωναν τη μάνα του. Έτσι, είχε πει στον μπάρμπα Μανόλη, τ’ αφεντικό της με τις ελιές. Τα βλέπεις αυτά, μπάρμπα Μανόλη; Για αυτές τις γυναικούλες που μαζώνουν ελιές είναι ο σταυρός τους. Μη ζητάς να τους κόψεις το λαδάκι που παίρνουν μεροκάματο.

Οι σκιές προχωρούν την πορεία τους αμίλητες. Φοβάμαι, η μόνη λέξη που ακούγεται και ο γρήγορος σταυρός, «όλα τα κακά σκορπά» προσθέτει η μάνα, μη φοβάσαι, ψυχούλα μου, θα μαζωχτούνε στην τρύπα όλα τα διαόλια, σε λίγο ο παπάς θα πει «Χριστός Ανέστη».  Η ψυχή της ήξερε τη δική της ταραχή. Στα μάτια της το γυαλί του φόβου, η μύτη της έσταζε ιδρώτα, το  φως του φεγγαριού που μπόρεσε να τρυπώσει μέσα από τις φυλλωσιές, φώτισε φευγαλέα το ασκητικό της πρόσωπο.

Μάνα, μια πυγολαμπίδα πέρα εκεί. Αυτή είναι η Φανερωμένη, παιδί μου, ήρθε η ώρα για τα καλά παπούτσια σου. Η καμπάνα χτυπούσε δαιμονισμένα. Οι σκιές έβγαιναν από το σκοτάδι κι αποκτούσαν μορφή. Πρόσωπα αυλακωμένα από τον μόχθο.

Σε πήρε ο ύπνος; Η συμβία με σκουντούσε. Είσαι ιδρωμένος, η φωνή της ακουγόταν ανήσυχη. Σ’ άκουγα που μιλούσες με τη μάνα σου, είσαι άρρωστος; Να σε θερμομετρήσω, μη χρειαστεί να τηλεφωνήσω στον γιατρό. Αργεί να γίνει το κακό μ’ αυτή τη βρωμιά που μας βρήκε;. Όση ώρα είχε το θερμόμετρο στη μασχάλη του, έψαχνε το τηλέφωνο του γιατρού στην ατζέντα της. Για καλό και για καλό, είπε. Δος μου το θερμόμετρο. Το χέρι της είχε ένα ελαφρό τρέμουλο. Σκούπισε τα μάτια της. Αν είναι δυνατόν, φώναξε. Τριάντα έξι και δύο. Δεν έχεις τίποτε. Και ο ιδρώτας; Σιώπησε.

 

(*) Ο Ε. Αυδίκος είναι πανεπιστημιακός και συγγραφέας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here