Η δίκη του πιονιέρου

0
174

Παντελεήμων Ρομάνοφ (μετάφραση: Δ.Β.Τριανταφυλλίδης)

Ι

Μια ομάδα πιονιέρων σε μια ξεχασμένη απ’ όλους πόλη συγκλονίστηκε από μία δυσάρεστη ανακάλυψη: ο πιονιέρος Αντρέι Τσουγκούνοφ συνελήφθη με την κατηγορία της κατά συρροής  διαφθορά της πιονιέρας Μαρίας Γκολουμπιόβα.

Ξεκίνησε ανάκριση για να στηλιτευτεί ο ένοχος και να αποκαθαρθεί  το περιβάλλον των πιονιέρων από τα επιβλαβή στοιχεία, αφού επικρίσεις για τη νεολαία είχαν διατυπωθεί πολλές φορές επιμόνως από την πλευρά των μικροαστών.

Έλεγαν πως η νεολαία έχει χάσει εντελώς το δρόμο της και έχασε κάθε μέτρο καθορισμού του καλού και του κακού. Και, φυσικά, πρώτα απ’ όλα το εξηγούσαν αυτό με το επιχείρημα «ξέχασαν το θεό», «ζουν εκτός θρησκείας».

Αναφορικά με το Θεό, δεν έχουμε να πούμε τίποτα, ως προς ορισμένα όμως πρόσωπα, παρόμοια με τον Αντρέι Τσουγκούνοφ, αποφασίστηκε στη γενική συνέλευση να ληφθούν εναντίον τους τα πιο αυστηρά μέτρα. Αν στο κοπάδι βρεθεί ένα μαύρο πρόβατο, θα χαλάσει όλο το κοπάδι.

Οργανώθηκε μυστική επίβλεψη και παρακολούθηση του Τσουγκούνοφ, ο οποίος δεν είχε υποπτευθεί το παραμικρό.

Το έγκλημα του γινόταν ακόμη πιο ειδεχθές λόγω του γεγονότος ότι η Μαρία Γκολουμπιόβα ήταν χωρική (ζούσε σε αγρόκτημα, σε απόσταση ενός βέρστι[1] από την πόλη). Τι γνώμη θα σχημάτιζαν οι χωρικοί για τους πιονιέρους;

Αποδείχτηκε πως πολύ συχνά αυτός έκανε μαζί της μεγάλους περιπάτους στον δημοτικό κήπο της πόλης και στη συνέχεια, ορισμένες φορές, την ξεπροβόδιζε στο σπίτι της, αργά το βράδυ.

Αποφασίστηκε η παρακολούθηση να ξεκινήσει από το βράδυ της Πέμπτης, που ήταν η ημέρα όπου τελείωναν πολύ αργά τα μαθήματα στη Λέσχη και μπορούσαν να υποθέσουν μετά βεβαιότητας ότι αυτός θα τη συνόδευε σπίτι της.

Εκείνη τη βραδιά η ομάδα ήταν ανήσυχη και νευρική. Όλοι ένιωθαν μια ανησυχία, μια καχυποψία και τα μάτια όλων άθελα τους παρακολουθούσαν τον Τσουγκούνοφ.

Ήταν ένα αγόρι δεκαπέντε χρονών, ο οποίος πάντα κυκλοφορούσε με το πανωφόρι ριγμένο στους ώμους του. Τα μαλλιά του ήταν ασυνήθιστα σκληρά και ξηρά και πάντα ατίθασα. Γι’ αυτό κι εκείνος διαρκώς τα χτένιζε με μια χτένα που έβγαζε από την τσέπη του. Το πρόσωπο του ήταν χλομό, σπυριάρικο. Κυκλοφορούσε πάντα χωριστά από τους υπόλοιπους, κοντά στο φράχτη της σχολικής αυλής και περπατώντας έλεγε τα μαθήματα. Η εμφάνισή του δεν είχε κάτι που θα μπορούσε να κάνει κάποιον να σκεφτεί την πιθανότητα πραγματοποίησης ενός τέτοιου εγκλήματος.

Το παρουσιαστικό της Μαρίας Γκολουμπιόβα προκαλούσε την αίσθηση της απόλυτης αθωότητας: ήταν ένα ήρεμο, σκεπτικό κορίτσι, το οποίο μόλις είχε διαβεί το κατώφλι της άνοιξης των δεκαέξι της χρόνων. Είχε μια συνήθεια: αντί να χτενίζει τα μαλλιά της κοτσίδα, τα τύλιγε γύρω από το κεφάλι της σε αντίθετες πλευρές, χάρη σ’ αυτό όμως τα κομμένα της μαλλιά φαίνονταν ανεμοδαρμένα, και στη συνέχεια τα έπλεκε σε ένα στρογγυλό κότσο.

Κανείς δεν την κατέκρινε σχεδόν, αφού την έβλεπαν όλοι σαν ένα αθώο θύμα. Την κοιτούσαν όμως μόνο με περιέργεια και συμπάθεια, όταν περνούσε δίπλα τους.

Όλη η δυσαρέσκεια συγκεντρωνόταν στο πρόσωπο του Τσουγκούνοφ.

Την Πέμπτη, μετά τη λήξη των μαθημάτων στη Λέσχη, οι εντεταλμένοι για την παρακολούθηση δύο πιονιέροι έκαναν πως δεν μπορούν να βρουν τα καπέλα τους, για να περιμένουν να δουν πότε θα βγει ο Τσουγκούνοφ με την Γκολουμπιόβα. Και όλοι ήθελαν να δουν τι θα συμβεί. Γι’ αυτό και είχαν μαζευτεί όλοι στην γκαρνταρόμπα. Γίνονταν σιγανές, προσεκτικές συζητήσεις. Και όλοι κοιτούσαν στο διάδρομο. Ξαφνικά κάποιος έδωσε το σήμα ότι έρχονται, και όλοι, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον, βγήκαν τρέχοντας στο δρόμο.

Από τη μισάνοιχτη πόρτα φαινόταν τι γινόταν στην γκαρνταρόμπα.

Όλοι μαζεύτηκαν γύρω από την πόρτα και παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον.

-Σύντροφοι, πηγαίνετε σπίτι, – ανατέθηκε σε δύο συντρόφους, θα παρακολουθήσουν, και στη συνέχεια θα αναφέρουν, εσείς δεν έχετε καμιά δουλειά εδώ, – είπε ο αρχηγός.

Όλοι όμως ήταν πολύ νευρικοί, ταραγμένοι, και κανείς δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Στη συνέχεια ξαφνικά άρχισαν να τρέχουν και κρύφτηκαν πίσω από τη γωνιά. Είχε φανεί ο Αντρέι Τσουγκούνοφ με την Μαρία.

Δεν πήρε ο καθένας το δρόμο του, όπως θα περίμενε κανείς, αφού τα σπίτια τους ήταν σε αντίθετες κατευθύνσεις, αλλά έφυγαν μαζί, προς την άκρη της πόλης. Ήταν προφανές ότι η Αντρέι θα πήγαινε μαζί της μέχρι το χωριό της.

Στη συνέχεια όλοι είδαν – στο ημίφως του απογεύματος, πως ο Αντρέι πάτησε πάνω στα κούτσουρα στο ρυάκι και έδωσε το χέρι του στη Μαρία. Εκείνη πέρασε πάνω από το ρυάκι, κρατώντας το χέρι του.

Οι δύο της παρακολούθησης κούμπωσαν τα πανωφόρια τους λόγω του ανέμου και προσεκτικά πήραν στο κατόπι εκείνους που έφευγαν.

Οι υπόλοιποι ένιωσαν μια μεγάλη ταραχή λόγω αυτής της μυστηριώδους κατάστασης αλλά και λόγω του ότι ο Αντρέι εκείνη τη στιγμή περπατούσε, χωρίς να υποπτεύεται τίποτα, τη στιγμή που τον παρακολουθούσαν στενά δύο σκιές.

Εκείνη τη βραδιά όλοι άργησαν να κοιμηθούν, αφού περίμεναν την επιστροφή εκείνων που έκαναν την παρακολούθηση για να μάθουν τα αποτελέσματά της.

Τα αγόρια και τα κορίτσια κάθισαν για ώρα πολλή στην τραπεζαρία γύρω από το τραπέζι, από το οποίο είχαν μαζέψει τα πιάτα και μιλούσαν με σιγανές φωνές, σωπαίνοντας κάθε φορά που περνούσε δίπλα τους ο καθοδηγητής.

Δεν ήθελαν να τον ενοχλήσουν γι’ αυτή την υπόθεση, μέχρι να ξεκαθαρίσει πλήρως η εικόνα.

Στις έντεκα η ώρα τα παιδιά επέστρεψαν. Όλοι ρίχτηκαν πάνω τους κι άρχισαν να τους ρωτάνε τι έγινε κι αν επιβεβαιώθηκαν οι κατηγορίες. Εκείνοι έκατσαν να φάνε με μεγάλη όρεξη στην άκρη του τραπεζιού και σώπαιναν. Δήλωσαν πως μέχρι να γίνει η δίκη δε θα πουν κουβέντα.

-Θα κάνουν πως δε ξέρουν τίποτα!  – είπε κάποιος.

Όχι, σύντροφοι, έχουν δίκιο ∙ αυτοί, ως επισήμως εντεταλμένοι, δεν μπορούν να ικανοποιήσουν την απλή περιέργεια, – είπε ο Νικολάι Κοπσούκοφ, ένας από τους παλαιότερους στην ομάδα.

Τα παιδιά σώπασαν, και όρθιοι γύρω από τα δύο παιδιά που έτρωγαν το βραδινό τους, σιωπηλά κοιτούσαν τα αναμαλλιασμένα τους μαλλιά και τα στόματα που με βουλιμία μασούσαν το πλιγούρι.

Με ακόμη μεγαλύτερη ανυπομονησία περίμεναν πια τη δίκη, τη διεξαγωγή της οποίας όρισαν την τρίτη ημέρα μετά την έναρξη της παρακολούθησης, δηλαδή την Κυριακή.

 

ΙΙ

Στο κοινόβιο από το πρωί έμοιαζε με κυψέλη την ώρα που παίρνουν το μέλι. Όλοι ήταν κάπως εκνευρισμένοι, άσκοπα περιφέρονταν πέρα δώθε.

Εκείνοι που ήταν υπηρεσία έφεραν τσάι και ψωμί. Όλοι ήπιαν αμέσως τσάι κι έτρεξαν στον πάνω κοιτώνα, στην αίθουσα του οποίου είχε οριστεί να γίνει η δίκη.

Δεκάδες μάτια στράφηκαν προς τον Τσουγκούνοφ, όταν μπήκε στην αίθουσα μετά από κλήση του αρχηγού, δίχως ακόμη να υποπτεύεται το παραμικρό.

Το προεδρείο της δίκης κάθισε σε ένα τραπέζι που είχε τοποθετηθεί στο κέντρο της αίθουσας.

Τα παιδιά έκατσαν στα περβάζια και σε πάγκους. Στην αίθουσα μπήκε και η έγκυος γάτα, την οποία για κάποιο ανεξήγητο λόγο αποκαλούσαν «Μίσκα» και άρχισε να τρίβεται στα πόδια τους.

-Πιονιέρε Τσουγκούνοφ! – είπε ο πρόεδρος του δικαστηρίου. Λέγοντας αυτά, σηκώθηκε και σιάζοντας το τσουλούφι, κοκκίνισε, επειδή ο σύντροφος που καθόταν δεξιά του τον άρπαξε από το μανίκι, θέλοντας να του δείξει ότι μπορεί να μη μιλάει όρθιος μα καθιστός.

-Ο πιονιέρος Αντρέι Τσουγκούνοφ κατηγορείται από τους συντρόφους του για τη συστηματική αποπλάνηση συντρόφου του στην ομάδα, της Μαρίας Γκολουμπιόβα.

-Τι συμβαίνει; – ρώτησε, ο Τσουγκούνοφ αφού σηκώθηκε από τον πάγκο και, κοιτάζοντας γύρω του, ανασήκωσε τους ώμους, σα να ρωτούσε όλους – αν είναι με τα καλά τους και έχουν καλή μνήμη οι τύποι που κάθονται στο τραπέζι;

Στη συνέχεια θα δώσεις τις εξηγήσεις σου, – διέκοψε τον Τσουγκούνοφ ο πρόεδρος. – Σύντροφοι ! – είπε, υψώνοντας τη φωνή και κοιτώντας προς τα παράθυρα, απ’ όπου ακούγονταν οι σιγανές φωνές των παιδιών που συζητούσαν μεταξύ τους. – Προσοχή παρακαλώ. Διώξτε αυτή τη γάτα, να πάει στο διάβολο! Σύντροφοι, από τη στιγμή, όπου κατηγορούν τη νεολαία για έκλυση των ηθών, πράγμα που δεν αξίζει στους πιονιέρους, είμαστε υποχρεωμένοι να κρατήσουμε ψηλά τη σημαία. Τα στοιχεία εκείνα όμως που μας διαβάλουν, θα πρέπει να τα παρακολουθούμε επιμελώς και να τα διώχνουμε από τις ομάδες μας.

Ο Τσουγκούνοφ καθόταν με το πανωφόρι του ριγμένο στους ώμους και ανασήκωνε τους ώμους, σα να έλεγε ότι όλα αυτά είναι καλά, μα τι σχέση έχουν με εκείνον;

-Οι παρατηρήσεις ορισμένων συντρόφων μας υποχρέωσαν να οργανώσουμε τη διερεύνηση της υπόθεσης και το συγκεντρωθέν υλικό επιβεβαιώνει τις παλαιότερες δηλώσεις μεμονωμένων συντρόφων. Επιτρέψτε μου τώρα να ρωτήσω το σύντροφο Αντρέι Τσουγκούνοφ.

Ο πρόεδρος έσιαξε με την παλάμη του τα μαλλιά του, σα να ήθελε να σκεφτεί τι ερωτήσεις να κάνει.

Εκείνος που καθόταν δεξιά του κάτι του ψιθύρισε.

Καλύτερα όχι, – είπε ο πρόεδρος, – στην αρχή θα διαβάσω τι είδαν εδώ και τρεις ημέρες δύο σύντροφοι, στους οποίους είχε ανατεθεί από την ομάδα να παρακολουθήσουν τον Τσουγκούνοφ. Ορίστε λοιπόν:

«Στις έντεκα η ώρα, όταν τελείωσαν τα μαθήματα στη Λέσχη και όλοι πήγαν να πάρουν τα πανωφόρια τους, εμείς κάναμε πως τάχα χάσαμε τις τραγιάσκες μας και καθυστερήσαμε για να μπορέσουμε να δούμε. Βγήκε ο Τσουγκούνοφ μαζί με τη Μαρία και όταν εκείνη άρχισε να φοράει το πανωφόρι της, εκείνος κρατούσε τη σάκα και το τσουβάλι, το οποίο έπρεπε να πάει σπίτι της, γιατί είχε μέσα αλεύρι από το συνεταιρισμό.

Στη συνέχεια πήγε μαζί της αριστερά από το σχολείο, πέρασαν το ποταμάκι, όπου της έδωσε το χέρι για να περάσει απέναντι, πάνω από τον κορμό, λες κι είναι κάποια κυρία της αριστοκρατίας. Στη συνέχεια μαζί πήγαν παρακάτω. Δεν μπορούσαμε να τους πλησιάσουμε γιατί θα μας έβλεπαν. Γι’ αυτό και δεν ακούγαμε καλά για ποια πράγματα κουβέντιαζαν. Ακούσαμε όμως να λένε κάτι για ποιήματα. Παρέμεινε ωστόσο άγνωστο αν μιλούσαν για δικά τους ποιήματα ή για ποιήματα γνωστών συγγραφέων. Στη συνέχεια εκείνος πήρε το τσουβάλι της κι άρχισε να το κουβαλάει αντί για εκείνη. Στη συνέχεια για ώρα πολλή στέκονταν στην κατηφοριά, αλλά δεν είδαμε τι έκαναν, αφού ήταν σκοτεινά. Στη συνέχεια εκείνη έφυγε μόνη της, ενώ εκείνος επέστρεψε, μη έχοντας εντοπίσει εμάς που ήμασταν κρυμμένοι στους θάμνους της πλαγιάς».

-Ιδού. Το πράγματα είναι ξεκάθαρα σύντροφοι. Μπροστά μας έχουμε εκείνη τη συμπεριφορά που είναι ανάξια για τον πιονιέρο, όπως υποπτεύτηκε ολόκληρη η ομάδα μας.

-Παραδέχεσαι; – ρώτησε τον Τσουγκούνοφ.

-Τι να παραδεχτώ;

-Αυτά που διαβάσαμε μόλις τώρα. Ήταν έτσι;

-Έτσι ήταν.

-Πάει να πει ότι την βοήθησες να περάσει το ποταμάκι και της κουβάλησες το τσουβάλι;

-Το κουβάλησα το τσουβάλι.

-Τίνος ήταν τα ποιήματα που απήγγειλες;

-Αυτό είναι προσωπική μου υπόθεση, – απάντησε, κοκκινίζοντας μελαγχολικά ο Τσουγκούνοφ.

-Όχι, δεν είναι προσωπική σου υπόθεση. Πλήττεις την αξιοπρέπεια της ομάδας. Αν απήγγειλες δικά σου ποιήματα όχι στην κολεκτίβα αλλά στην κυρία σου, τότε αυτό, αδελφέ, δεν είναι προσωπική σου υπόθεση. Αν αρχίσουμε όλοι μας να γράφουμε ποιήματα και να σηκώνουμε από κάτω τα μαντιλάκια που πέφτουν (κι εσύ αυτό έκανες), τότε δεν θα έχουμε ομάδα των μελλοντικών στρατιωτών της επανάστασης, αλλά ένας διάβολος ξέρει τι. Αυτό δεν είναι προσωπική σου υπόθεση, γιατί εσύ διαφθείρεις και έναν άλλο σύντροφο. Εμείς όμως θα πρέπει να έχουμε ατσαλωμένους στρατιώτες και ίσους, ενώ εσύ κουβαλάς το τσουβάλι της, της δίνεις και το χεράκι σου για να περάσει το ποταμάκι, της απαγγέλεις και στιχάκια … Και αυτό έχει υπογραμμιστεί από καιρό – ότι θα προσπαθήσουν να διεισδύσουν στην ομάδα τα βλαστάρια των μαγαζάτορων…

-Δεν είμαι γιος μαγαζάτορα, ο πατέρας μου είναι ηλεκτρολόγος στο εργοστάσιο! – φώναξε κοκκινίζοντας από τον επαίσχυντο υπαινιγμό ο Τσουγκούνοφ.

Ο πρόεδρος όμως, αφού έσιαξε τα μαλλιά του, τον κοίταξε και είπε:

-Ακόμη χειρότερα, σύντροφε Τσουγκούνοφ, αυτό κάθε άλλο παρά σε δικαιώνει, αλλά απεναντίας. Γιος ενός έντιμου ηλεκτρολόγου, φλερτάρει με μια πιονιέρα. Αν αυτή σου χρειαζόταν για φυσική επαφή, θα μπορούσες έντιμα, συντροφικά να της το δηλώσεις, και όχι να τη διαφθείρεις σηκώνοντας το μαντιλάκι της που έπεσε και κουβαλώντας αντί γι’ αυτή το τσουβάλι. Μας χρειάζονται γυναίκες, οι οποίες θα έχουν τον ίδιο βηματισμό μ’ εμάς. Αν όμως της χρειάζεται το χεράκι του συνοδού της για να περάσει το ποταμάκι, αδελφέ τέτοιες δεν τις θέλουμε.

Εγώ δεν την ήθελα για φυσική επαφή, – είπε ο Τσουγκούνοφ, κοκκινίζοντας πολύ, – δεν θα επιτρέψω να την προσβάλουν…

-Και για ποιο λόγο τότε την ήθελες; – ρώτησε, μισοκλείνοντας τα μάτια, εκείνος που καθόταν δεξιά από τον πρόεδρο, εκείνος ο ίδιος, ο οποίος στην αρχή τράβηξε το μανίκι του προέδρου, – Για ποιο λόγο λοιπόν;

-Για ποιο λόγο; Από πού να ξέρω εγώ, για ποιο λόγο … Γενικά. Συζητούσα μαζί της.

-Και γι’ αυτό θα έπρεπε να κρύβεστε από όλους;

-Δεν κρύφτηκα ποτέ, ήθελα να είμαι μόνος μαζί της.

-Μόνος μαζί της θα μπορούσες να ήσουν για τη συνουσία. Αυτό είναι προσωπική σου υπόθεση, γιατί έτσι δεν την αποσπάς από την κολεκτίβα, αλλά την διαπαιδαγωγείς προς τη σωστή κατεύθυνση.

-Κι αν μου έλεγε τον καημό της; – είπε, κοκκινίζοντας και πάλι ο Τσουγκούνοφ.

-Κι εσύ τι είσαι; Παπάς;

-Δεν είμαι παπάς. Αυτή όμως μου είπε κάτι κι εγώ την λυπήθηκα, κι έκτοτε εμείς …

-Η αληθινή πιονιέρα δεν πρέπει να κλαίγεται σε κανέναν, κι αν ο καημός είναι μεγάλος, τότε θα πρέπει να τον πει στην ομάδα και να μην απομονώνεται σα ζευγαράκι. Τότε οι ομάδες δεν θα κάνουν για τίποτα, και θα τρέχουν όλοι στον παπά κι έχει καλώς, – είπε ο πρόεδρος.

Από τα πίσω καθίσματα ακούστηκαν γέλια.

Γενικά, σύντροφοι, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Η διατυπωθείσα κατηγορία παραμένει εν ισχύ καθότι δεν ανατράπηκε. Ο σύντροφος Τσουγκούνοφ μιλάει διαφορετική γλώσσα, γι’ αυτό και δεν μπορούμε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλον. Αυτό γίνεται ακόμη πιο οδυνηρό, σύντροφοι, γιατί κι αυτός, όπως κι εμείς, είναι γιος εργάτη, αλλά είναι διαλυτικό στοιχείο και όχι μαχητής και υποδειγματικό μέλος της κολεκτίβας. Θέτω σε ψηφοφορία τέσσερα ζητήματα:

-Ει, «Μίσκα» τράβα απ’ εδώ – απαγορεύεται η είσοδος εις του μη έχοντας εργασίαν,  ακούστηκε μια πνιχτή φωνή από τη μεριά των παραθύρων.

1. Αποδείχτηκε ή όχι η διατυπωθείσα κατηγορία για συστηματική διαφθορά από τον πιονιέρο της Δεύτερης ομάδας Τσουγκούνοφ της πιονιέρας Μαρίας Γκολουμπιόβα;

2. Θα πρέπει να τον διαγράψουμε από την κατάσταση των πιονιέρων;

3. Θα θεωρήσουμε ένοχη και την Μαρία;

4. Θα πρέπει να τη διαγράψουμε κι αυτή;

Οι φωνές που ακούστηκαν ήταν μοιρασμένες. Η πλειοψηφία φώναζε ότι αν αφήσουν αυτή την υπόθεση έτσι, τότε η έκλυση των ηθών θα βγάλει βαθιές ρίζες και αντί για σταθερούς στρατιώτες της επανάστασης θα σχηματιστούν ζευγαράκια, τα οποία θα ζωγραφίζουν ο ένας στον άλλον περιστέρια και θα εξομολογούνται τα τρυφερά τους αισθήματα. Αυτοί μόνο χρήσιμοι δεν είναι. Αυτός ο έρωτας είναι ότι και η θρησκεία, δηλαδή όπιο, το οποίο αδυνατίζει το μυαλό και την επαναστατική βούληση.

Ας ασχολούνται με τον έρωτα κι ας γράφουν ποιήματα οι γιοι των ανθρώπων της Νέας Οικονομικής Πολιτικής[2], εμάς μας φτάνει η υγιής ανάγκη, για την ικανοποίηση της οποίας δεν θα πάμε στις πόρνες, αφού γι’ αυτό υπάρχουν οι συντρόφισσες.

Η μειοψηφία αντιδρούσε λέγοντας πως έτσι θα ξεριζωθούν για πάντα τα ανθρώπινα αισθήματα, ότι έχουμε ψυχή που ζητάει…

Τότε ακούστηκε μια κραυγή και διάφορες ειρωνικές φωνές:

-Φτάσαμε να μιλάμε για ψυχή! Τι καλά! Αϊ τι καλοί που είστε! «Μίσκα», έχεις κι εσύ ψυχή;

-Η ψυχή τους ζητάει ποιήματα! – ακούστηκε μια ειρωνική φωνή.

-Αλήτες!

-Καλύτερα αλήτες, παρά να ασχολούμαστε με τον έρωτα.

-Σύντροφοι σταματήστε! – φώναζε ο πρόεδρος, κουνώντας το χέρι του προς την πλευρά, απ’ όπου ακούγονταν οι περισσότερες φωνές, στη συνέχεια, σκύβοντας σ’ εκείνον που καθόταν δεξιά του, ο οποίος κάτι του είπε ψιθυρίζοντας, είπε: – Θα ψηφίσουμε οργανωμένα. Αρτιόμ πέταξε έξω τη γάτα. Και κλείστε την πόρτα τελείως, μην αφήνετε αυτή την ψωριάρα να μπει μέσα.

Κατά την ψηφοφορία του πρώτου ερωτήματος περί ενοχής για συστηματική διαφθορά, η ενοχή συγκέντρωσε την πλειοψηφία των ψήφων.

Κατά την ψηφοφορία για τη διαγραφή μια ορισμένη ασήμαντη μειοψηφία καταγράφηκε. Σύμφωνα με την απόφαση της πλειοψηφίας διαγράφηκε.

Κατά την ψηφοφορία για την ενοχή της Μαρία, η ενοχή έγινε δεκτή από την πλειοψηφία.

Στο τέταρτο ερώτημα, η πλειοψηφία αποφάσισε να παραμείνει, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι θα φροντίσει να μείνει το λάβαρο του πιονιέρου ατσαλάκωτο.

Ο Τσουγκούνοφ σιωπηλά έβγαλε την κόκκινη γραβάτα του, την έβαλε πάνω στο τραπέζι και βγήκε από την αίθουσα με το πανωφόρι του ριγμένο στους ώμους. Δέκα πιονιέροι σηκώθηκαν από τη θέση τους και, φωνάζοντας προς το μέρος των υπολοίπων «Αλήτες! Ηλίθιοι!» βγήκαν από την αίθουσα ακολουθώντας τον Τσουγκούνοφ.

Ο πρόεδρος πήρε την κόκκινη γραβάτα, την τύλιξε, την έριξε στο καλάθι των αχρήστων.

Και είπε: «Έφυγαν; Ας πάνε στο διάολο!»

 

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

Τίτλος του πρωτοτύπου: Пантелеймон Романов Суд пионера

 

Ποιος είναι ο Παντελεήμων Ρομάνοφ.

Γόνος παλιάς οικογένειας ξεπεσμένων ρώσων ευγενών ο Παντελεήμων Ρομάνοφ, γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1884 και πέθανε τον Απρίλιο του 1939 στη Μόσχα.

Παρά το γεγονός ότι έγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας, αντί να σπουδάσει, προτίμησε να παραμείνει στο πατρογονικό αγρόκτημα και να ασχοληθεί με την αυτομόρφωσή του και στη συνέχεια με το γράψιμο.

Τα πρώτα του διηγήματα δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά «Ρωσική σκέψη»  και «Ρωσικά νέα» το διάστημα από το 1911 μέχρι και το 1917.  Εγκωμιαστικές ήταν οι κριτικές από τους μεγάλους, εκείνη την εποχή ρώσους συγγραφείς Μ. Γκόρκι και Κορολένκο. Το 1918 δημοσίευσε στην εφημερίδα «Νέα ζωή» άρθρα με τα οποία ασκούσε κριτική στην πολιτική των μπολσεβίκων για τον αγροτικό κόσμο. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου υπηρέτησε στο Πέτρογκραντ, ενώ από το 1920 άρχισε να ζει στη Μόσχα.

Γνωστός  έγινε στις αρχές της δεκαετίας του 1920 ως συγγραφέας και ως ερμηνευτής των έργων του. Οι σύγχρονοι του τον θαύμαζαν για το μοναδικό ταλέντο του αναγνώστη – ηθοποιού. Οι εμφανίσεις του πάνω στη σκηνή είχαν πάντα τεράστια επιτυχία. Την ίδια εκείνη εποχή άρχισε να γράφει το μεγάλο του έργο, αποσπάσματα από το οποίο ο Ρομανόφ συμπεριλάμβανε πάντα στις ζωντανές του εμφανίσεις. Το μυθιστόρημα του «Ρους» αποτελούμενο από έξι μέρη δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Είναι μια εποποιία για την αγροτική ζωή της Ρωσίας την παραμονή του παγκοσμίου πολέμου, όπου κυριαρχούν οι σκηνές από τη ζωή των αφεντών και των μουζίκων. Το μυθιστόρημα «Ρους» προκάλεσε αντιτιθέμενες κριτικές, η πλειονότητα των κριτικών υπογράμμιζαν την αποσπασματικότητα της πλοκής, αλλά και την υψηλή τεχνική περιγραφής διαφόρων χαρακτήρων και διαλόγων.  Ο ίδιος ο Παντελεήμων Ρομάνοφ εργάστηκε με ζήλο αλλά και εξαιρετική επιτυχία σε ορφανοτροφείο ως παιδαγωγός και έγραψε μια νουβέλα με τίτλο «Παιδική ηλικία» για τη ζωή των ευγενών στα αγροκτήματα τους μέσα από τα μάτια ενός μικρού παιδιού.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 έγινε μέλος της εταιρείας «Σάββατα στης πύλης Νικίτιν», έγραψε θεατρικά έργα που έγιναν δημοφιλή («Σεισμός», «Η γυναίκα της νέας γης»), στα οποία επιτέθηκε πολιτικά ο Μαγιακόφσκι το 1929.

Ο Παντελεήμων Ρομάνοφ έγραψε ένα μεγάλο αριθμό διηγημάτων, με τα οποία άσκησε κριτική στη σοβιετική καθημερινότητα, μεταχειριζόμενος με εξαιρετική λεπτότητα την ειρωνεία. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1920 γράφει μια σειρά διηγημάτων, στα οποία ασκεί έντονη κοινωνική και πολιτική κριτική στη «νέα» ηθική των μπολσεβίκων, όπως «Η δίκη του πιονιέρου», «Το δικαίωμα στη ζωή ή το πρόβλημα να μην είσαι μέλος του κόμματος» κ. α. Στα διηγήματα αυτά ασκεί δριμεία κριτική στην «ερωτική ζωή» των μελών της Οργάνωσης της κομμουνιστικής νεολαίας.

Λίγο καιρό μετά, ξεκίνησε μια εκστρατεία δυσφήμισης του συγγραφέα και αποκλεισμού του. Παρά τη συστηματική πολεμική που του γίνεται από τις σοβιετικές αρχές και τους πειθήνιους σε αυτές συγγραφείς, μέχρι σήμερα παραμένει μνημείο ελευθερίας και ελευθεροφροσύνης η ομιλία του Παντελεήμων Ρομάνοφ στο 1ο Συνέδριο των σοβιετικών συγγραφέων το 1934.

Το 1937 ο Παντελεήμων Ρομάνοφ έπαθε έμφραγμα αλλά πέθανε από λευχαιμία στο νοσοκομείο του Κρεμλίνου ένα χρόνο αργότερα. Ο τάφος του βρίσκεται στη Μονή Νοβοντεβίτσι της Μόσχας.

 

 

 

 

 

 

 


[1] Βέρστι = 1000,46 μέτρα.

[2] Νέα Οικονομική Πολιτική, η πολιτική που εφάρμοσε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης επί Β. Ι. Λένιν, όταν ήρθε αντιμέτωπο με την πλήρη κατάρρευση της οικονομίας της χώρας τόσο εξαιτίας του Εμφυλίου πολέμου που είχε προηγηθεί, όσο και των πειραματισμών των μπολσεβίκων. Αντικαταστάθηκε από την σταλινική πολιτική της βίαιης εκβιομηχάνισης και της αποκουλακοποίησης (σ.τ.μ)

Προηγούμενο άρθροΝτέιβιντ Μίτσελ: τα εύκολα μυθιστορήματα ξεχνιούνται
Επόμενο άρθροΔημοσθένης Κορδοπάτης: Μεταφράζοντας τον Chaucer

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ