Ντέιβιντ Μίτσελ: τα εύκολα μυθιστορήματα ξεχνιούνται

1
677

 

Συνέντευξη στον  Θανάση Μήνα.

 

Τα «χίλια φθινόπωρα» στον τίτλο  του μυθιστορήματος του Ντέιβιντ Μίτσελ (Ντέιβιντ Μίτσελ ,Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ, εκδ. Τόπος) υποδηλώνουν –σύμφωνα μ’ ένα ιαπωνικό γνωμικό- τη σχετικότητα του χρόνου, που κυλά αργά και βασανιστικά στο άλγος της εναγώνιας προσμονής. «Χώρα των χιλίων φθινοπώρων» εξάλλου αποκαλείται και η ίδια η Ιαπωνία, πιο συγκεκριμένα η Ιαπωνία των τελών του 18ου αιώνα, όπου τοποθετείται το βιβλίο του Ντέιβιντ Μίτσελ. Το προτελευταίο, πέμπτο κατά σειρά μυθιστόρημα του 45χρονου βραβευμένου Βρετανού συγγραφέα, δημιουργού του περίφημου Cloud Atlas που μετέφεραν στον κινηματογράφο οι αδελφοί Γουατσόφσκι, εκτυλίσσεται κατά την επονομαζόμενη περίοδο σάκοκου. Πρόκειται για την περίοδο κατά την οποία το (υπό την κυριαρχία του οίκου των Τοκουγκάβα) φεουδαλικό σογκουνάτο έκλεισε, ύστερα από μερικές δεκαετίες σχετικής εξωστρέφειας, τις εμπορικές του πύλες προς τη Δύση, εγκαινιάζοντας μια μακρά εποχή απομονωτισμού που διήρκεσε έως τα τέλη του 19ου αιώνα. Χαμένοι από το κλείσιμο των λιμανιών της Ιαπωνίας στο διεθνές εμπόριο ήταν πρώτα απ’ όλους οι Ολλανδοί, πιο σωστά η Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, που ήλεγχε έως τότε το εμπόριο στην Άπω Ανατολή, έχοντας ως κεντρική αποικιοκρατική βάση της την Μπατάβια (σημερινή Ινδονησία). Ήταν άλλωστε η εποχή μετά από τον λεγόμενο Χρυσό Ολλανδικό Αιώνα (17ος αιώνας), κατά την οποία ο ολλανδικός καπιταλισμός υπέστη αλλεπάλληλες ήττες από τον αντίστοιχο αγγλικό, ενώ και η ίδια η Δημοκρατία των Ηνωμένων Επαρχιών (Κάτω Χώρες) είχε περιέλθει στην κυριαρχία των Γάλλων κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους.

Σ’ αυτό λοιπόν το μεταίχμιο της  Ιστορίας τοποθετείται το μυθιστόρημα τον Μίτσελ. «Σ’ αυτή την ιστορία ακεραιότητας και διαφθοράς, πάθους και εξουσίας, το κλειδί είναι ο έλεγχος: του πλούτου, της σκέψης, ακόμα και του θανάτου», όπως επισημαίνεται στο οπισθόφυλλο. Στις σελίδες του βιβλίου ξετυλίγονται οι «ατελείωτες» μέρες παραμονής των εντεταλμένων μελών της τελευταίας εμπορικής αποστολής της Εταιρείας στα ιαπωνικά νερά, πιο συγκεκριμένα στην Ντεζίμα του Ναγκασάκι, που αποτελούσε τη μοναδική ρωγμή στο κέλυφος του ιαπωνικού απομονωτισμού: ένα τεχνητό νησί «όχι μεγαλύτερο από την πλατεία Τραφάλγκαρ στο Λονδίνο», το οποίο ενωνόταν με την ενδοχώρα μέσω γέφυρας. Οι άντρες αυτοί έχουν κυριολεκτικά ξεμείνει στην Ντεζίμα και υφίστανται ήδη τις συνέπειες της αυξανόμενης δυσπιστίας των τοπικών αρχών. Στην πραγματικότητα έχουν περιπέσει σε δυσμένεια και αντιδρούν σπασμωδικά, άλλοτε υποκύπτοντας σε ταπεινωτικούς συμβιβασμούς και άλλοτε συνεχίζοντας  να συμπεριφέρονται με την αλαζονεία του επικυρίαρχου. Το κυριότερο, δείχνουν ανήμποροι να συνειδητοποιήσουν ότι τα γεγονότα τους έχουν ξεπεράσει: έχουν παγιδευτεί στις σπείρες της Ιστορίας. «Κάθε άφιξη είναι κάποιος θάνατος», όπως αποφαίνεται ένας από τους ήρωες. Ανάμεσά τους είναι και ο γιατρός Γιάκομπ Ντε Ζουτ, κεντρικός ήρωας του βιβλίου. Γιος πάστορα, άνθρωπος μορφωμένος και με φιλελεύθερες πεποιθήσεις, ο Ντε Ζουτ είναι νεοφερμένος στην Ντεζίμα. Ως υπάλληλος της Εταιρείας, έχει ως αποστολή να ελέγξει τα εκεί ταμεία και να ξεσκεπάσει τη διαφθορά. Ενώ όμως εκτελεί τα καθήκοντά του, στην πορεία εμπλέκεται ερωτικά με την Αϊμπαγκάβα Ορίτο, μια γοητευτική λόγια που είναι αρκετά χειραφετημένη σε σχέση με τα κοινωνικά πρότυπα της Ιαπωνίας της εποχής της. Το ειδύλλιο αυτό θα περιπλέξει τα πράγματα και θα τους βάλει όλους σε περιπέτειες. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο χαρακτήρας του Γιάκοπμπ Ντε Ζουτ βασίζεται χαλαρά στον Ολλανδό Χέντρικ Ντουφ, ο οποίος πράγματι έζησε στην Ντετζίμα από το 1799 ως το 1817 ως εντεταλμένος εμπορικός διοικητής της Εταιρείας. Ο Ντουφ φέρεται να είναι ο πρώτος Δυτικός που έγραψε χαϊκού, ενώ συνέταξε και το πρώτο ολλανδοϊαπωνικό λεξικό. «Μελάνι, […] εσύ το πιο γόνιμο νερό…», όπως σημειώνει ο Μίτσελ στη σελ. 9.

Το βιβλίο του Μίτσελ προσιδιάζει σε μυθιστορήματα όπως το Mason & Dixon του Τόμας Πίντσον και ο Υδράργυρος του Νιλ Στίβενσον. Και τα τρία αυτά μυθιστορήματα τοποθετούνται χρονικά σε κομβικά σημεία της Ιστορίας. Στον μεν Πίντσον τις παραμονές της Αμερικανικής Επανάστασης του 1775, στον δε Στίβενσον στην Αγγλία των τελευταίων δεκαετιών του 17ου αιώνα, όταν οι επιστημονικές ανακαλύψεις από τους προδρόμους του Διαφωτισμού έθεταν τις βάσεις για τη Βιομηχανική Επανάσταση. Ο Μίτσελ επιλέγει την περίοδο των Ναπολεόντειων πολέμων και της πρώτης σύγκρουσης των ανταγωνιστικών καπιταλιστικών δυνάμεων της Ευρώπης, γεγονότα των οποίων ο απόηχος και οι επιδράσεις φτάνουν ως την Άπω Ανατολή (ο κόσμος ήταν πάντα λίγο πιο παγκοσμιοποιημένος απ’ ότι πιστεύαμε). Εντοπίζεται άλλη μια αξιοσημείωτη αναλογία ανάμεσα στα τρία μυθιστορήματα. Στον Υδράργυρο ο Στίβενσον επιχειρεί να εξερευνήσει τη διαλεκτική ανάμεσα στη φιλοσοφία του Νιούτον και αυτή του Λάιμπνιτς. Στο Mason & Dixon ο Πίντσον τη διαλεκτική ανάμεσα στις διαφορετικές κουλτούρες και εθνικότητες και τα διαφορετικά θρησκευτικά δόγματα που συγκρότησαν το αμερικανικό έθνος. Αντίστοιχα, στα Χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ Ντε Ζουτ ο Μίτσελ, αξιοποιώντας τις γνώσεις του πάνω στην κουλτούρα της Ιαπωνίας, στην οποία έζησε επί οκτώ χρόνια διδάσκοντας αγγλικά στη Χιροσίμα, αντιπαραβάλλει τον δυτικό και τον ιαπωνικό πολιτισμό και τρόπο σκέψης. Παραθέτει και αναλύει τις μεταξύ τους συγκλίσεις και αποκλίσεις με ψυχραιμία και με σεβασμό στην ετερότητα, χωρίς ίχνος δυτικής υπεροψίας αλλά και χωρίς να παρασύρεται από τον ρομαντισμό του οριενταλισμού.

Ο Μίτσελ χρησιμοποιεί για πρώτη φορά σε βιβλίο του την τριτοπρόσωπη αφήγηση. Παρακολουθεί γραμμικά τη ροή του χρόνου. Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ είναι λοιπόν ένα γνήσιο ιστορικό μυθιστόρημα, χωρίς όμως να υπακούει στις συμβάσεις και στις αφηγηματικές ευκολίες αυτού του είδους μυθοπλασίας και, κυρίως, χωρίς να συνιστά μια οπισθοδρόμηση στο κλασικό, ρεαλιστικό ιστορικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα. Ο Μίτσελ  γράφει για το χθες έχοντας όμως το βλέμμα στραμμένο στο παρόν. Για να το πετύχει αυτό πειραματίζεται με τις δυνατότητες της γλώσσας, την οποία αξιοποιεί δημιουργικά και πρωτότυπα. Όπως δήλωσε και ο ίδιος σε πρόσφατη συνέντευξή του (Το Βήμα, 30/11), αρχικά προσπάθησε να γράψει σε μια γλώσσα αρχαΐζουσα, όσο το δυνατόν πιο πιστή στο πνεύμα του ύστερου 18ου αιώνα (Φίλντινγκ, Ρίτσαρντσον, Ντεφόε κ.ά.) και έφτασε σε αδιέξοδο. Αποφάσισε τότε να επινοήσει μια «ιστορική διάλεκτο», η οποία όμως να ανταποκρίνεται στο σήμερα. Κατά τη γνώμη μου το πέτυχε απόλυτα. Ο καθένας από τους πολυάριθμους χαρακτήρες του μυθιστορήματος διαθέτει τη δική του διακριτή φωνή. Πρόκειται για μια γλώσσα σπαρταριστή, με απίθανους, ολοζώντανους διαλόγους, πασπαλισμένους με άφθονο χιούμορ και λεπτή ειρωνεία όπου χρειάζεται. Με την επινοητικότητα και την επιδεξιότητά του στον χειρισμό της γλώσσας, στα Χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ Ντε Ζουτ ο Ντέιβιντ Μίτσελ υποδεικνύει τον τρόπο (ή έστω έναν από τους τρόπους) με τον οποίο μπορεί  να γραφτεί στις μέρες μας ένα σπουδαίο ιστορικό μυθιστόρημα.

 

Ο Βρετανός συγγραφέας απαντά σε μια σειρά ερωτήσεων για το έργο του:

 

Κύριε Μίτσελ, Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ είναι ένα μυθιστόρημα που τοποθετείται στο 1799, δηλ την εποχή που οι Ολλανδοί ήλεγχαν το εμπόριο στην Άπω Ανατολή. Γιατί ρίξατε το βάρος στην συγκεκριμένη ιστορική περίοδο και σ’ αυτή την περιοχή;

 

Επειδή το 1799 σηματοδοτεί την αρχή του τέλους του ολλανδικού ελέγχου του εμπορίου στην Άπω Ανατολή, και τα ιστορικά μυθιστορήματα τρέφονται από τις τεκτονικές εναλλαγές στην εξουσία. Η σταθερότητα δεν ευνοεί την πλοκή. Χάρη στον Ναπολέοντα, ο οποίος μετάτρεψε τις Κάτω Χώρες σε γαλλική επαρχία, και εξαιτίας των ύπουλων, καιροσκόπων Βρετανών οι οποίοι διεκδικούσαν τις υπερπόντιες κτήσεις της Ολλανδίας, η Ντεζίμα απομονώθηκε και οι εκεί Ολλανδοί καθηλώθηκαν χωρίς να γνωρίζουν πότε, ή εάν, θα επιστρέψουν κάποτε στην πατρίδα τους. Όλη αυτή η αβεβαιότητα και η δυστυχία κάνει ευτυχισμένο έναν συγγραφέα.

 

Κατά πόσο είναι σημαντικό για σας ως συγγραφέα να καταπιάνεστε με διαφορετικά μυθιστορηματικά είδη ή ακόμα και να τα υπερβαίνετε από βιβλίο σε βιβλίο;

 

Είναι σημαντικό να συνεχίζω να μαθαίνω και να εξελίσσομαι ως συγγραφέας, διαφορετικά όλα μου τα βιβλία θα δείχνουν τα ίδια και θα γίνω ένας ξινός και ηλικιωμένος συγγραφέας, το αντίθετο δηλαδή του φιλέρευνου και παμφάγου ηλικιωμένου συγγραφέα, και έτσι οι αναγνώστες με το δίκιο τους δεν θα θέλουν να με διαβάζουν. Η εναλλαγή είδους από βιβλίο σε βιβλίο με ενθαρρύνει να μαθαίνω και να εξελίσσομαι. Δεν προσπαθώ συνειδητά να «υπερβώ ένα είδος» –δεν είμαι καν σίγουρος ότι γνωρίζω τι σημαίνει αυτό– όμως οπωσδήποτε προσπαθώ συνειδητά να αποφεύγω τα στερεότυπα, επειδή αυτά είναι η χοληστερίνη της αφήγησης. Υπάρχει ένα παράδοξο εδώ: ένα είδος θεωρείται είδος εξαιτίας των στερεότυπων, όμως τα παράδοξα είναι ευχάριστα, έτσι δεν είναι; Απολαμβάνω την πρόκληση να παραμένω στα όρια ενός είδους και συγχρόνως να ανατρέπω τα στερεότυπα, να τα υπονομεύω ή να τα αποδομώ.

 

 

Διάβασα ότι σας αρέσει ο κινηματογράφος του Ακίρα Κουροσάβα. Τι είναι αυτό που σας συναρπάζει στις ταινίες του και ποιες από αυτές είναι οι αγαπημένες σας;

 

Δεν είμαι στ’ αλήθεια ειδικός, όμως ο Κουροσάβα είναι ένας αδιαφιλονίκητα μεγάλος σκηνοθέτης, και πιστεύω ότι ανήκει στον Κανόνα για όποιον ενδιαφέρεται για την τέχνη του εικοστού αιώνα. Οι αναπαραστάσεις του σε ότι αφορά το παρελθόν είναι συγχρόνως πειστικότατα λεπτομερείς αφήνοντας συγχρόνως την αίσθηση του ονείρου (άλλο ένα παράδοξο), και οι σκηνές μάχης του, που δείχνουν σαν χορογραφίες ενώ συγχρόνως πνίγονται στο αίμα, είναι έξοχες. Δοκιμάστε με την ταινία Οι Επτά Σαμουράι αν είστε πρωτάρηδες στον Κουροσάβα.

 

Το Cloud Atlas, πιθανότατα, είναι το βιβλίο σας που έχει διαβαστεί περισσότερο. Ως πιο βαθμό, κατά τη γνώμη σας, η κινηματογραφική μεταφορά του παρέμεινε πιστή στις απαιτήσεις του βιβλίου; Συμφωνείτε με αυτούς που πιστεύουν ότι αυτό το βιβλίο είναι αδύνατο να κινηματογραφηθεί, κατά τον ίδιο τρόπο που δεν μεταφράζεται η ποίηση;

 

Είμαι ευχαριστημένος από το Cloud Atlas ως ταινία. Είναι, βέβαια, μια ιδιαίτερα ασυνήθιστη ταινία, και δίχασε τους κριτικούς, όμως αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Η ταινία νομίζω ότι λειτουργεί ακριβώς επειδή δεν ήταν απόλυτα πιστή στο βιβλίο. Τα βιβλία έχουν άλλη λειτουργικότητα και μπορούν να πετύχουν πράγματα που δεν μπορούν οι ταινίες και το αντίστροφο, και έτσι οι ταινίες πρέπει να στηρίζονται στα κινηματογραφικά τους πλεονεκτήματα. Για παράδειγμα, μου άρεσε πολύ ο τρόπος με τον οποίο στην ταινία χρησιμοποιήθηκαν οι ίδιοι ηθοποιοί σε διαφορετικούς ρόλους, διαφορετικά φύλα, εθνότητες και αιώνες προκειμένου να υπαινιχθεί το ζήτημα της μετενσάρκωσης. Είναι κάτι που δεν μπορώ να κάνω ως συγγραφέας, επειδή στα μυθιστορήματα δεν χρησιμοποιούνται ηθοποιοί.

 

Μετά Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ Ντε Ζουτ εκδώσατε το μυθιστόρημα The Bone Clocks (αμετάφραστο ακόμα στα ελληνικά) που, ως έναν βαθμό, είναι αυτοβιογραφικό. Θα θέλατε να μας πείτε ποια είναι κατά τη γνώμη σας η θέση του στο «εν προόδω έργω του Ντέιβιντ Μίτσελ»;

 

Το The Bone Clocks δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοβιογραφικό στο περιεχόμενό του –απ’ όσο ξέρω, δεν υπάρχουν δύο ανταγωνιστικές φατρίες ψευδο-ημίθεων που παρακολουθούν την κάθε μου κίνηση και σχεδιάζουν να με εμπλέξουν στον αγώνα τους για την εξουσία. Είναι όμως, παρόλα αυτά, ένα είδος απάντησης στη μέση ηλικία που βρίσκομαι, κατά την οποία η νεότητα είναι παρελθόν και ο θάνατος δεν είναι πλέον ένα αφηρημένο γεγονός μακριά στον ορίζοντα, αλλά μια παρουσία στον καθρέφτη, στα κόκκαλα και στους μυς μου. Το βιβλίο περιέχει αρκετούς χαρακτήρες από άλλα μυθιστορήματά μου, συμπεριλαμβανομένου του γιατρού Ντε Ζουτ από τα Χίλια φθινόπωρα. Η ραχοκοκκαλιά του είναι ο κοινωνικός ρεαλισμός, όμως στην καρδιά του είναι ένα είδος σκοτεινού fantasy. Ένα από τα πιο αγαπημένα μου μυθιστορήματα είναι το Ο Μετρ και η Μαργαρίτα του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ το οποίο συνδυάζει τον κόσμο της πολιτικής με τον κόσμο του Διαβόλου και των αγγέλων. Είναι ένα παράδοξο που δύσκολα ελέγχεται μέσα στο ίδιο μυθιστόρημα, κάτι σαν ύλη και αντιύλη, αλλά ποιος ο λόγος να γράψεις ένα εύκολο μυθιστόρημα; Τα μυθιστορήματα που είναι εύκολα στο γράψιμό τους συνήθως ξεχνιούνται, έτσι δεν είναι;

 

 

 

 

μιτσελINFO: Ντέιβιντ Μίτσελ ,Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ

Τόπος, 2014

μετάφραση: Μαρία Ξυλούρη

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΚρίμα που είναι πόρνη
Επόμενο άρθροΗ δίκη του πιονιέρου

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here