Δημοσθένης Κορδοπάτης: Μεταφράζοντας τον Chaucer

0
532

 

 

Συνέντευξη στη Βίκυ Βασιλάτου. (στη φωτό ο Παζολίνι ως Τσόσερ)

 

Θα μπορούσα να γράψω μα κυρίως να επαναλάβω αυτά που έχουν ήδη γραφτεί τόσο για τον Geoffrey Chaucer όσο και για τις Ιστορίες του Καντέρμπερυ. Προτίμησα όμως να δώσω τον λόγο στον αξιόλογο μεταφραστή του, Δημοσθένη Κορδοπάτη, με τον οποίο συζητήσαμε για το λογοτεχνικό του τόλμημα, χωρίς να στρουθοκαμηλίζει απέναντι στις μεταφραστικές δυσκολίες και χωρίς να προσπαθεί ν’ αδράξει δάφνες.

 

Κύριε Κορδοπάτη, πώς νιώσατε ερχόμενος μεταφραστικά αντιμέτωπος μ’ ένα μεσαιωνικό κείμενο, που θεωρείται ένα από τα πρώτα λογοτεχνικά αριστουργήματα της Αγγλίας;

Η απάντηση δεν είναι εύκολη, γιατί ανάγεται σε βάθος χρόνου πενήντα ετών. Δεν ήρθα μεταφραστικά αντιμέτωπος ξαφνικά με το μεσαιωνικό κείμενο των Ιστοριών του Chaucer. Τη δεκαετία του ’60, απέκτησα ένα πρώτο στερεότυπο κείμενό του, το The Knights Tale (εκδόσεις George G.Harrap & Co. Ltd), με εισαγωγή, σημειώσεις, παραρτήματα και λεξιλόγιο του J.A.W. Bennet, το οποίο κι άρχισα να διαβάζω σιγά σιγά, προς δική μου τέρψη και μόρφωση. (Όσοι αγαπούν τα κλασικά κείμενα μπορούν να με καταλάβουν.) Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, διάβασα αρκετά κείμενα για τον βίο και τα έργα του Chaucer, κι απέκτησα δύο εκδόσεις των Ιστοριών: της Wordsworth Poetry Library και των Penguin Classics, με εισαγωγή, σημειώσεις και λεξιλόγιο των Dr Lesley A.Coote (η πρώτη) και Jill Mann (η δεύτερη). Δεν είμαι επαγγελματίας μεταφραστής, μεταφράζω για δική μου αποκλειστικά ευχαρίστηση και μόνο κείμενα που μου ταιριάζουν και αγαπώ.

 

Χωρίς λοιπόν να θεωρείτε εαυτόν επαγγελματία μεταφραστή, και με εφόδιο την αγάπη σας για τον Chaucer, αποφασίσατε να καταπιαστείτε με ένα πολύ απαιτητικό κείμενο. 

Ναι, περίμενα πενήντα χρόνια να βρεθεί κάποιος να μεταφράσει τον Chaucer για να τον διαβάσω στα ελληνικά. Απελπίστηκα να περιμένω και το έκανα, στο μέτρο των δυνάμεών μου. Δεν με βοήθησε και δεν γνώριζα κανέναν για να με βοηθήσει, και προτίμησα ν’ αναλάβω τον κίνδυνο τυχόν παρανοήσεων ή λαθών, παρά να καταφύγω σε κάποια μετάφραση των Ιστοριών στα σύγχρονα Αγγλικά. Στο διαδίκτυο, τις βρίσκει κανείς όλες μεταφρασμένες, όποιος έχει την υπομονή ας συγκρίνει και ας βγάλει τα συμπεράσματά του…

 

Οι  μελετητές υποστηρίζουν ότι βοηθάει στην κατανόηση της μεσαιωνικής γλώσσας εάν διαβαστεί δυνατά. Εσείς, ακολουθήσατε τη συμβουλή τους; 

Αυτό υποστηρίζουν οι ερευνητές ότι έκαναν οι αντιγραφείς. Γι’ αυτό και υπάρχουν διαφορές μεταξύ των 84 χειρογράφων και πρώιμων εκδόσεων των Ιστοριών, που έχουν περισωθεί. Αν και η αγγλική γλώσσα είναι πολύ δύσκολη στην προφορά της, όπου θεωρούσα να προφέρω σωστά τις μεσαιωνικές λέξεις, μερικές φορές, ναι, το έκανα κι εγώ. Εκείνο, όμως, το οποίο έκανα πάντα, όταν βρισκόμουν προ ενός δύσκολου στίχου, ήταν να τον αποστηθίζω και να τον κρατώ στη μνήμη μου, κάνοντας μιαν άλλη δουλειά ή έναν περίπατο. Και τελικά, μέσα από την ήρεμη αυτή πνευματική εγρήγορση, ερχόταν η στιγμή που εύρισκα -ή νόμιζα ότι εύρισκα- τη σωστή ελληνική απόδοση του στίχου.

 

Πόσο χρόνο σας πήρε για να κάνετε κτήμα σας τα κείμενα του Chaucer και να τα αποδώσετε στα ελληνικά;

Μου πήρε περισσότερο από τρία χρόνια, με καθημερινή εργασία τουλάχιστον τεσσάρων ωρών, για να καταγράψω, σε μια πρώτη μορφή, τη μετάφραση των Ιστοριών. Εάν κατόρθωνα να μεταφράσω 20-25 στίχους τη μέρα, ήμουν ευτυχής. Τελικά, για να πάρει η μετάφραση τη σημερινή μορφή της έκδοσής της, έγραψα τα κείμενα των Ιστοριών, εξαρχής, άλλες δυο φορές. Ο σκοπός μου ήταν, αποκλειστικά, να συντάξω ένα ευχάριστο στην ανάγνωσή του κείμενο για τον μέσο Έλληνα αναγνώστη, που να μπορεί να το διαβάσει τις ώρες της ανάπαυλάς του, χωρίς προβληματισμούς ή γραμματολογικές παρατηρήσεις.

 

Ποιες δυσκολίες συναντήσατε στο έργο ενός καινοτόμου και γλωσσοπλάστη συγγραφέα όπως ο Chaucer;

Ήταν όντως καινοτόμος και γλωσσοπλάστης και οι δυσκολίες ήταν πολλές. Ουσιαστικά επρόκειτο για μια ξένη γλώσσα. Χρειάστηκε να καταβάλω πολύ κόπο και μόχθο, να επιστρατεύσω όλες τις δυνατότητές μου στα Αγγλικά και Ελληνικά, τη μνήμη μου (για να μη ξαναγυρίζω πάλι να ξαναβρίσκω την  έννοια λέξεων ή εκφράσεων που είχα ήδη συναντήσει και ερμηνεύσει) και κυρίως να εξοικειωθώ με το ρυθμό του λόγου του Chaucer, που έμοιαζε -συγχωρήστε μου την παρομοίωση- με καλπασμό αλόγου, με τον οποίο έπρεπε να συντονιστώ. Δυσκολεύτηκα πολύ με την «Ιστορία του Ιππότη», επειδή ήταν η πρώτη και η μεγαλύτερη σ’ έκταση. Ύστερα απ’ αυτήν, προχώρησα κάπως πιο άνετα στις άλλες.

 

Θα μπορούσατε να μας πείτε γιατί επιλέξατε η μετάφρασή σας να γίνει σε πεζό και όχι σε έμμετρο λόγο, όπως είναι το πρωτότυπο κείμενο. 

Πραγματοποίησα τη μετάφραση σε πεζό λόγο, διότι οι Ιστορίες είναι διηγήσεις και, ως τέτοιες, θεωρώ πως έτσι μπορούν να λειτουργήσουν σήμερα.

 

Επιλέξατε, επίσης, να προβείτε σε περίληψη και όχι σε μετάφραση του «Μελιμπέα», ιστορία που αφηγείται ο ίδιος ο Chaucer ως χαρακτήρας του βιβλίου του, καθώς και της «Ιστορίας του Πάστορα». Προς τι αυτή η επιλογή;

Δεν μετέφρασα, αλλά έθεσα απλώς μια περίληψη του «Μελιμπέα» και της «Ιστορίας του Πάστορα» όχι τόσο λόγω της δυσκολίας και της έκτασης τους (140 περίπου σελίδες και οι δύο μαζί) όσο για το ότι, η μεν εξ αυτών πρώτη είναι μια ηθική διδαχή για το θέμα της εκδίκησης, η δε δεύτερη, μια θεολογική πραγματεία για τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα και τη σωτηρία της ψυχής. Θέματα αναμφισβήτητα σοβαρά και ενδιαφέροντα, διαπνεόμενα όμως κατά τρόπον ασφυκτικά αφόρητο από τη σχολαστική φιλοσοφία, λογική και ηθική του Μεσαίωνα, και κατάλληλα για αξιοποίηση από τους σημερινούς θεολόγους, κοινωνιολόγους και φιλοσόφους.

 

Θα λέγατε λοιπόν πως οι Ιστορίες είναι ένα κοινωνικο-ιστορικό ντοκουμέντο, μια συλλογή κειμένων φιλοσοφικής χροιάς, μια σωρεία ιστοριών που ακολουθούν τη λογοτεχνική -ας μου επιτραπεί ο όρος- μόδα της εποχής, ένας ύμνος στην ηθική, τον έρωτα, τη θρησκεία… Πώς θα τις χαρακτηρίζατε;

Είναι ένα λογοτεχνικό έργο μεγάλης αξίας, μια πινακοθήκη των ανθρώπων της τότε εποχής. Ο Chaucer τους περιγράφει τόσο αδρά, ώστε μας δίνει την εντύπωση ότι τους έχουμε ζωντανούς μπροστά μας και το σπουδαιότερο, μας κάνει να τους δούμε, όχι απλώς με ενδιαφέρον ή περιέργεια, αλλά και με συμπάθεια -ιδίως την πληθωρική, αθυρόστομη και ελευθέρια στις απόψεις της για τις σχέσεις των δύο φύλων, Κυρά από το Μπαθ- ή ακόμα κι αυτόν τον παραδόπιστο και κυνικό Πωλητή Συγχωροχαρτιών. Πάντως, το σύνολο του έργου του δίνει την εντύπωση ότι οι προσκυνητές κινούνται σε μια ευημερούσα και ευτυχισμένη Αγγλία. Αυτό, κάθε άλλο παρά είναι αληθές: διαρκούσε ακόμα ο Εκατονταετής Πόλεμος με τη Γαλλία, οι άνθρωποι είχαν βιώσει τη φρίκη και το θάνατο από την επιδημία της πανώλης και είχαν ζήσει τον τρόμο από την Επανάσταση των Χωρικών, οι οποίοι επί τρεις εβδομάδες έγιναν κύριοι του Λονδίνου, πυρπόλησαν μέγαρα και πύργους και έσφαξαν σχεδόν όλους τους Φλαμανδούς. Επιπλέον, είχαν αρχίσει και οι αντιρρήσεις και οι διενέξεις αναφορικά με το Δόγμα και την Πίστη, με την ύπαρξη δύο εκλεγμένων Παπών στη Ρώμη και την Αβινιόν κάτι που, μοιραίως, είχε προκαλέσει αναταραχή και στην Εκκλησία της Αγγλίας. Ο Chaucer, έχοντας αντιληφθεί τη δύσκολη αυτή κατάσταση και τα οξυμένα πνεύματα, επέλεξε τη φαινόμενη αμεριμνησία των προσκυνητών, που κυριαρχεί καθ’ όλο το διάστημα της οδοιπορίας, ως ένα τέχνασμα για να ξεχαστούν λίγο οι συμπατριώτες του. Κρίμα που δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τις Ιστορίες του, όπως ασφαλώς θα τις είχε σχεδιάσει στο μυαλό του.

 

Πώς θα περιγράφατε τον Chaucer;

Ο Chaucer είναι διδακτικός, χωρίς να γίνεται φορτικός ή κουραστικός. Διατυπώνει με τέτοια μαεστρία τις διδαχές του, οι οποίες εμπεριέχουν τόσο ακράδαντες αλήθειες, ώστε ο αναγνώστης, όχι μόνο τις αποδέχεται αμέσως (σε όλα τα επίπεδα: ηθικής, έρωτα, θρησκείας, συζυγικής πίστης κτλ.), αλλά νιώθει κι ευγνωμοσύνη προς τον συγγραφέα, ο οποίος με απλά, κατανοητά λόγια μπορεί συνεχώς να συνοψίζει -σε μορφή γνωμικού, θα έλεγα- κάτι που κι ο ίδιος το έχει συναισθανθεί, αλλά δεν είχε τη δυνατότητα να το διατυπώσει με τόσο χειροπιαστό τρόπο. Πάντως, ο Chaucer έχει το χάρισμα να μην παρουσιάζει σκοτεινά νοήματα, η σύνταξη του λόγου του και πολλές λέξεις του κειμένου του είναι όμοιες με τις σημερινές Αγγλικές, άλλες τις υποψιάζεται κανείς εύκολα από τα συμφραζόμενα, ενώ για την έννοια των λοιπών μεσαιωνικών λέξεων χρησιμοποίησα τα λεξιλόγια των ανωτέρω τριών εκδόσεων που ανέφερα και το Α Glossary for the works of Geoffrey Chaucer (the Riverside Edition), η πρόσβαση στο οποίο είναι ελεύθερη στο διαδίκτυο.

 

Στις Ιστορίες του, ο Chaucer καταπιάνεται με διάφορα λογοτεχνικά είδη. Πείτε μας δυο λόγια..

Η γκάμα των Ιστοριών του είναι αρκετά μεγάλη. Ο κάθε προσκυνητής, αναλόγως της κοινωνικής τάξης στην οποία ανήκει και της μόρφωσής του, αφηγείται και την ιστορία που του ταιριάζει. Έτσι, το βιβλίο αρχίζει με μιαν ηρωική ιστορία (chanson de geste) που αφηγείται ο Ιππότης, για ν’ ακολουθήσουν, από τους άλλους προσκυνητές, ερωτικές φάρσες (fabliaux), μεσαιωνικά ρομάντζα, αυλικοί έρωτες (amours courtois), μύθοι, νεραϊδοϊστορίες, ιεροί θρύλοι, αλχημιστικές απάτες, ιστορίες εγκλημάτων (όπου τελικά η αδυσώπητη θεά της Δικαιοσύνης, Νέμεσις, τιμωρεί τους δράστες), για να καταλήξει, με την «Ιστορία του Πάστορα», περί της σωτηρίας της ψυχής, προς εξαγνισμό και προετοιμασία των οδοιπόρων για το ιερό τους  προσκύνημα στον τάφο του Αρχιεπισκόπου αγίου και μάρτυρα, Τόμας Μπέκετ. Είναι αδύνατον να γίνω πιο σαφής, επ’ αυτού, στο περιορισμένο πλαίσιο μιας συνέντευξης. Τόσο απέραντος είναι ο κόσμος του Chaucer!

 

Υποπτεύομαι πως, ως θετός τους πατέρας, θα μου απαντούσατε ότι εκτιμάτε εξίσου όλες τις ιστορίες. Ως αναγνώστης όμως, κι όχι ως μεταφραστής τού Chaucer, ποια ή ποιες θα λέγατε πως σας άγγιξαν περισσότερο;

Θα επέλεγα την ιστορία που διηγείται ο Διαχειριστής για τον Απόλλωνα (την εποχή που αυτός ζούσε στη Γη) και το λευκό κοράκι του, που είχε και το χάρισμα της ομιλίας, εξαιτίας του ηθικού διδάγματος της Ιστορίας αυτής: ότι οι άνθρωποι (ίσως ίσως και οι Θεοί), σε πολύ σοβαρά θέματα, δεν αντέχουν την αλήθεια κι ότι κανένας δεν έχει το δικαίωμα να «σκοτώσει» τον άλλον εν ονόματί αυτής. Και για να μη θεωρήσετε ότι, εξαιτίας αυτής της επιλογής μου, θέλω να παραστήσω τον υπέρμετρα σοβαρό, συμπληρώνω ότι μου άρεσε επίσης πολύ και η ερωτική φάρσα του Επιστάτη για το πώς οι δύο παράτολμοι φοιτητές του Κέιμπριτζ, που πηγαίνουν στον αδίστακτο κλέφτη αλέσματος μυλωνά να αλέσουν το σιτάρι της σχολής τους, παίρνουν από αυτόν την εκδίκησή τους, κάνοντάς του μια τεράστια προσβολή, σε βάρος της τιμής του ως πατέρα θυγατέρας και ως συζύγου (έστω και με τη συναίνεση ή την άγνοια, λόγω σκότους, των δύο γυναικών, αντιστοίχως), ξυλοφορτώνοντάς τον και αποσπώντας του επιπλέον το κλεμμένο  άλεσμά τους, υπό τη μορφή του κέικ, το οποίο ο άπληστος μυλωνάς είχε σπεύσει, ήδη, να παρασκευάσει.

 

Σας ευχαριστώ, κύριε Κορδοπάτη.

Κι εγώ, κυρία Βασιλάτου.

 

 

Στοιχεία βιβλίου:

Οι ιστορίες του Καντέρμπερυ

Geoffrey Chaucer

Μετάφραση από τα μεσαιωνικά αγγλικά και εισαγωγή: Δημοσθένης Κορδοπάτης

Εκδόσεις Μελάνι, 2014

Προηγούμενο άρθροΗ δίκη του πιονιέρου
Επόμενο άρθροΤο ευωδιαστό άνθος της γλώσσας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ