της Δήμητρας Κονδυλάκη (*)
Η Μπιμπιάνα και η Μπελονίζια, οι δύο αδερφές της αγροτικής οικογένειας στην ενδοχώρα της βορειοανατολικής Βραζιλίας όπου διαδραματίζεται το Στραβό αλέτρι του Ιταμάρ Βιέιρα Ζούνιορ, που πρόσφατα μας γνώρισε με τη μετάφρασή της η Μαρία Παπαδήμα (Εκδόσεις Αίολος, 2024) σημαδεύονται στην αρχή του βιβλίου από ένα φοβερό ατύχημα. Παίζοντας μ’ ένα εντυπωσιακό μαχαίρι που ανακαλύπτουν στο σεντούκι της γιαγιάς τους, κόβουν τις γλώσσες τους. Αλλά αν για τη μία, η βλάβη είναι αναστρέψιμη, για την άλλη είναι ανεπανόρθωτη. Από τη στιγμή εκείνη, η μία αρχίζει να μιλάει στη θέση της άλλης. «Η αδερφή που διέσωσε τη γλώσσα της όφειλε να αναπτύξει την ευαισθησία που θα όριζε στο εξής αυτή τη συμβίωση. Θα έπρεπε να έχει την ικανότητα να διαβάζει με περισσότερη προσοχή τα μάτια και τις χειρονομίες της αδερφής της. Θα ήμασταν πλέον όμοιες», λέει η αφηγήτρια[1]. «Με το πέρασμα των χρόνων, αυτή η κινησιακή γλώσσα έγινε προέκταση της έκφρασής μας, ώσπου η μία έγινε η άλλη, χωρίς να χάσουμε την ατομικότητά μας (…)»[2].
Πέρα από την ισχυρή συμβολική της κομμένης γλώσσας που προβάλλεται στην ιστορία των ακτημόνων, απογόνων των σκλάβων στη Βραζιλία, δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερη μεταφορά για τη σχέση του λογοτεχνικού κειμένου με τη μετάφραση από το είδος της «ταύτισης» που συνδέει τις δύο αδερφές, αφού το νέο κείμενο επίσης αναδύεται χάρη στον παράδοξο δεσμό που αναπτύσσει μαζί του ο μεταφραστής – δεσμό ζωντανού ανθρώπου με μια οντότητα βουβή που κείτεται κάτω από τις λέξεις, η οποία, μόνο χάρη στην αφοσίωσή του, θα ξυπνήσει.
Ο «μαγικός» συντονισμός με την ατμόσφαιρα του κειμένου
Όπως καταφέρνει η Μπιμπιάνα να δώσει φωνή στη βουβή εκφραστικότητα της αδερφής της, έτσι ακριβώς ζητά η Μαρία Παπαδήμα να μιλήσει στη θέση του – (μουγγού για μας) πολιτισμικά και γλωσσικά– αρχικού κειμένου. Να γίνει η φωνή του, σιαμαία του αδερφή, όχι όμως με τον τρόπο μιας διαμεσολαβήτριας που το φωτογραφίζει αλλά μιας δημιουργού που το επινοεί ανασυνθέτοντάς το εκ νέου, κι αυτό ανεπαίσθητα· κατά κάποιο τρόπο, λοιπόν, μαγικά: Να κάτι ακόμα κοινό ανάμεσα στο μυητικό αλλά και χειραφετητικό Στραβό αλέτρι, και τη μεταφραστική τέχνη της Μαρίας Παπαδήμα. Παρά τις κακουχίες των κατοίκων που περιγράφει το βιβλίο, η κοινότητα της Άγκουα Νέγρα περιβάλλεται από μια αύρα ονειρική· μια πίστη στη μαγεία την εμψυχώνει συνδέοντας τον κόσμο των πνευμάτων, των encantados, γητεμένων, όπως τους αποδίδει η μετάφραση, με τον κόσμο των ζωντανών· τον κόσμο του άυλου με τη γη και τη φύση.
Υπόγεια νήματα συνδέουν τη μαγεία με τη γλώσσα, όπως έχουν δείξει κατεξοχήν ο Λούντβιχ Βίτγκενσταιν και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Πράγματι, αν διαβάσει κανείς με προσοχή το Στραβό αλέτρι, θα διαπιστώσει ότι στον χειρισμό των λέξεων, των συνειρμών, των αλληλουχιών όπως χτίζονται στην ίδια τη φόρμα της γλώσσας, διοχετεύεται μια δύναμη, που θα μπορούσε κανείς να παρομοιάσει μ’ εκείνη των γητεμένων –«όντων εμφορούμενων από άγνωστες δυνάμεις, τα οποία κατοικούν στον ουρανό, στα δάση, στα νερά ή σε ιερά μέρη»[3] όπως σημειώνει η μεταφράστρια – που εισέρχονται στο σώμα πραγματικών ανθρώπων, σαν τον πατέρα των κοριτσιών, θεραπευτή Ζέκα Σαπέου Γκράντε, δίνοντάς τους το χάρισμα του εξορκισμού. Θεραπευτική δύναμη στο Στραβό αλέτρι έχουν και οι ίδιες οι λέξεις που κάνουν το πείσμα της επιβίωσης να θριαμβεύει παρά την ανέχεια και την αδικία, αντιπαραθέτοντας στον φεουδαλικό ανθρώπινο κόσμο μια οργιαστική φύση. Παράξενα ονόματα φυτών και ζώων επανέρχονται ατέλειωτα σαν ξόρκια όπως και μαγικές τελετές, οι γιορτές του ζαρέ, με τα τύμπανα να υπογραμμίζουν τις προσφωνήσεις αγίων και γητεμένων και τελετουργικές μεταμφιέσεις να απελευθερώνουν ακατάληπτες λέξεις μέσα από απόκοσμες φωνές.
Όλα αυτά τα αποδίδει η μετάφραση με μια ευφάνταστη εκφραστική ποικιλία που παντρεύει τις ελληνικές λέξεις με τις ξένες και τις συγχωνεύει σε μια ενιαία ροή που ποτέ δεν χάνει τη φροντίδα για το σφρίγος και το ρυθμό. Το παιχνίδι των ονομάτων με τις επεξηγηματικές υποσημειώσεις για τη χλωρίδα, την πανίδα, τα ήθη και την ιστορία της Βραζιλίας που συχνά τα συνοδεύουν, ο αβίαστος ειρμός της αφήγησης, η ειδική θερμοκρασία της γλώσσας που βρίσκει η Παπαδήμα μαγεύει τον αναγνώστη και του ανοίγει την πολύτιμη πύλη της φαντασίας – όπως ακριβώς οι τελετές κι η επιθυμία για ζωή που αυτές απελευθερώνουν, οδηγούν τα πρόσωπα του βιβλίου να αποδράσουν από το πεπρωμένο της γυμνής ζωής τους.
Την φαντάζομαι ως μέντιουμ – (εν)διάμεσο (με την κυριολεκτική αλλά και τη μαγική έννοια του όρου) ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη να διαβάζει και να ξαναδιαβάζει το κείμενο, να λειαίνει τις γωνίες, προσπαθώντας να σμιλέψει στην επανάληψη κάθε αεράκι νοήματος – με διαλλείματα όπου το βλέμμα εγκαταλείπεται στο βάθος του ορίζοντα ή αναπαύεται στη θέα μιας γάτας στην άκρη του γραφείου – κι ύστερα πάλι να διεισδύει στο κείμενο, να διανύει ώρες ολόκληρες ακινησίας και νοητικής περιπλάνησης. Που όμως στο εσωτερικό της, υποθέτω πως κρύβει τόση ανησυχία, ταραχή, τόσες διαφορετικές φωνές όσο το φαινομενικά μονότονο γραφείο του Μπερνάρντο Σοάρες στη Λισαβόνα. Δεν είναι τυχαίο ότι ωρίμασε μεταφραστικά μέσα από τη βασανιστική τριβή με τη γλώσσα του Πεσσόα που στην ελληνική πρόσληψη έχει, εντέλει, εγκατασταθεί αναπαυτικά στη δική της γλώσσα: «Αναρωτιέμαι αν η φωνή μου, φαινομενικά τόσο ασήμαντη, δεν ενσαρκώνει τη φωνή χιλιάδων φωνών, τη δίψα να μιλήσουν χιλιάδων ζωών (..), γράφει ο Πεσσόα στο Βιβλίο της ανησυχίας. Αυτές τις στιγμές η καρδιά μου χτυπά πιο δυνατά γιατί έχω συνείδηση πως υπάρχει. Ζω περισσότερο γιατί ζω πιο μεγάλα. Νιώθω στο άτομό μου μια θρησκευτική δύναμη, κάτι σαν προσευχή, σαν κραυγή»[4]
Το σβήσιμο του εαυτού
Ο συγγραφέας που κρύβεται πίσω από τον βοηθό λογιστή Μπερνάρντο Σοάρες και η μεταφράστρια που έχει υπομονετικά θητεύσει στο εργαστήρι του, ξέρουν να σβήνουν τον εαυτό τους. Την ώρα της γραφής και της μετάφρασης μοιάζει να συμβαίνει μια πνευματική μετουσίωση που αφήνει τον απαραίτητο χώρο για να ξεδιπλωθούν οι φωνές των άλλων αλλά και που, παράδοξα, συγκροτεί τη μοναδικότητα του συγγραφικού ιδιώματος στον Πεσσόα και αντίστοιχα, του μεταφραστικού, στην Παπαδήμα. Είναι η μαγική επιδεξιότητα να υποδύεσαι άλλα εγώ, να υποδέχεσαι το Άλλο χωρίς ταυτόχρονα ποτέ να το αφήνεις να σε φυλακίζει, παραμένοντας ανοιχτός σ’ όλα τα ενδεχόμενα μεταμορφώσεων. Μετάφραση και θέατρο είναι δίδυμες έννοιες[5]. Όπως ο καλός ηθοποιός ξέρει να εξαφανίζεται πίσω απ’ τον ρόλο, έτσι κι ο επιδέξιος μεταφραστής ξέρει να συνυφαίνει την ταυτότητά του με το εγώ του συγγραφέα – όχι μόνο ενός συγγραφέα αλλά του κάθε συγγραφέα, με μία απαραίτητη όμως προϋπόθεση: να είναι ερωτευμένος με το κείμενο.
Η ανίχνευση νέων φωνών
Αλλά όσο μεταφράζει, όπως κι ο ηθοποιός όσο πιο πολύ παίζει, αναζητά να ερωτευτεί κι άλλους ρόλους κι άλλα κείμενα, ολοένα περισσότερα… Μια πτυχή της ιδιότητας του μεταφραστή, όπως την αντιλαμβάνεται η Παπαδήμα, είναι η ανιχνευτική – ανιχνευτική διαφορετικών πολιτισμών, ρευμάτων, φωνών. Κι ίσως είναι αυτή που την κρατάει τόσο ενεργή, εμφορούμενη από μια διαρκή περιέργεια για την ανακάλυψη νέων συγγραφέων. Αυτή η περιέργεια δεν είναι τίποτ’ άλλο από μια βαθιά ανάγκη συντονισμού με το σήμερα, όπως μόνο η ίδια η λογοτεχνία μπορεί να το ονομάσει: η μετάφραση οδηγεί στην εμβάθυνση της επαφής με τον κόσμο· είναι όμως και οσφρητική οδός που ανοίγει δρόμο στο σύγχρονο πολιτιστικό χάος, καθοδηγεί το αναγνωστικό ενδιαφέρον, φωτίζει νέα ιδιώματα. Ρόλος χαρισματικός που συνδέει τη μετάφραση με την πρωτοπορία αλλά και ιδιαίτερα δύσκολος – αφού είναι άλλο να επανερμηνεύεις κι άλλο να ερμηνεύεις για πρώτη φορά, άλλο απλώς να μεταφράζεις έναν ή μία ήδη μεταφρασμένο*η συγγραφέα κι άλλο να τον / την εισάγεις πρώτος εσύ. Κι εδώ φυσικά παίζει πολύ μεγάλο ρόλο το momentum, η στιγμή δηλαδή που θα συμβεί αυτό και η συναίσθηση του αν και του πότε ένα πολιτιστικό έδαφος είναι έτοιμο να δεχτεί μια ιδιαίτερη γραφή – κάτι που προϋποθέτει τη συνεργασία με εκδότες σε εγρήγορση. Η Μαρία Παπαδήμα έχει όσφρηση και σ’ αυτό: τη σωστή επιλογή των εκδοτών και έχει τύχει υποδοχής από εξαιρετικούς εκδότες, για να αναφέρω μόνο μερικούς, όπως οι Εκδόσεις Gutenberg που φιλοξενούν ολόκληρο το μεταφραστικό της έργο πάνω στον Πεσσόα, οι Εκδόσεις Αίολος που σύστησαν στο ελληνικό κοινό τον Ιταμάρ Βιέιρα Τζούνιορ, οι Εκδόσεις Αιώρα που εξέδωσαν την Επιστολή του Πέρο Βας Ντε Καμίνια στον Βασιλιά της Πορτογαλίας από το μακρινό 1500, το Μεγαλειώτατε βρήκαμε τη γη του Μπραζίλ, ο Ίκαρος απ’ όπου μόλις κυκλοφόρησε το Δεν έχω ανάσα του Βραζιλιάνου εκδότη Λουίς Σβαρτς, οι Αντίποδες που της έχουν παραγγείλει τα Άπαντα της μοναδικής Κλαρίσε Λισπέκτορ ή οι Εκδόσεις Νήσος που εξέδωσαν το συγκλονιστικό Βιολέτα ή Γνωρίζω την αγάπη εξ ακοής που απέσπασε το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας 2009 της πορτογαλίδας Ντούλσε Μαρία Καρντόζο.
Στις μεταφράσεις της οφείλουμε, λοιπόν, την ανάδειξη σπουδαίων φωνών της πορτογαλόφωνης λογοτεχνίας, εσχάτως και από τον χώρο του θεάτρου όπως ο Τιάγκο Ροντρίγκες και η Βραζιλιάνα καλλιτέχνιδα της περφόρμανς Καρολίνα Μπιάνκι που θα ανακαλύψουμε με οδηγό τη δική της μετάφραση φέτος στο Φεστιβάλ Αθηνών.
Η θεατρικότητα.
Το θέατρο βρίσκεται στον πυρήνα της αφηγηματικής ανάπτυξής της. Αυτό είναι το τέταρτο και τελευταίο γνώρισμα της μεταφραστικής της τέχνης που θα ήθελα να επισημάνω εκτός από εκείνα που ανέφερα προηγουμένως – τον «μαγικό» συντονισμό με την ατμόσφαιρα του κειμένου, το σβήσιμο του εαυτού και την ανίχνευση νέων φωνών: Η θεατρικότητα.
Στα περισσότερα από τα έργα που έχει μεταφράσει η Μαρία Παπαδήμα, ο λόγος είναι πρωτοπρόσωπος, τα πρόσωπα εξομολογούνται. Αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο στο μυθιστόρημα της Ντούλσε Μαρία Καρντόζο (Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας 2009) με τίτλο Βιολέτα ή Γνωρίζω την αγάπη εξ ακοής που εξέδωσε η Νήσος το 2011. Η γραφή εδώ, χωρίς στίξη, αρχή και τέλος υφαίνει τη βία της πραγματικότητας με την πιο μύχια προσωπική σκέψη· μας χτυπάει σαν γροθιά· μας κρατάει μετέωρους από την πρώτη στιγμή ως την τελευταία, αρχίζοντας και τελειώνοντας ακριβώς με τον ίδιο τρόπο: «χωρίς να το καταλάβω». Η σπαρακτική γλώσσα της παχύσαρκης ηρωίδας του βιβλίου κατάγεται από τον κόσμο του Τζαίημς Τζόυς και του Σάμιουελ Μπέκετ: δεν μιλάει το πρόσωπο, μιλάει μια φωνή που το υπερβαίνει, η ροή της συνείδησης. Στον ατέρμονο διάλογο με τον εαυτό της με την αλλεπάλληλη παρεμβολή νέων σκέψεων και συνειρμικών εικόνων, παρακολουθούμε τη ζωή της· μια ζωή σε διαρκή κακοποίηση – κακοποίηση ψυχική και σωματική που η ίδια έχει ενσωματώσει σε βαθμό απώλειας κάθε αυτοσεβασμού. Εκείνο που κυριαρχεί είναι το κοντράστ της φαντασιωτικής ευτυχίας με την πραγματικότητα της δυστυχίας, το επίμονο άδειασμα του παρελθόντος απ’ το παρόν. Όπως η Γουίνι στις Ευτυχισμένες μέρες θυμάται τις τελετουργίες τής άλλοτε καθημερινότητας, έτσι και η Βιολέτα θυμάται τον μπλε βελούδινο καναπέ φετίχ της μητέρας της, φυλακισμένο σήμερα, λόγω μιας διένεξης κληρονόμων, ανάμεσα σε τσιμέντο και μαδέρια· αυτόν που «τόσο τη βασάνισε όταν άρχισε να φθείρεται, να χαλαρώνουν οι σούστες του, να γέρνει η πλάτη, θυμίζοντάς της / αυτό τον καναπέ ή φτιάξτε τον ή πετάξτε τον, je vous en prie, / το δέρμα της, ακόμα πιο φθαρμένο, τα κόκκαλά της ακόμη πιο κούφια, την πλάτη της ακόμα πιο εξαντλημένη, η μητέρα μου ήξερε πως η μοίρα της ήταν ίδια με του καναπέ, όταν αρχίζεις να γερνάς δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές ήταν κι οι δύο παλιάς μόδας, μόνο που τη μητέρα μου την είχε σώσει ένας άγγελος, το βελούδινο καναπέ όχι (…)»[6].
Επέλεξα, κλείνοντας, το σύντομο αυτό απόσπασμα της μετάφρασης, για να μοιραστώ με τον αναγνώστη πώς ο γραπτός λόγος γίνεται προέκταση του προφορικού, πώς η φωνή της ηρωίδας γίνεται προέκταση της δικής μας. Η μετάφραση έχει απολύτως εξαϋλώσει την παρουσία της, ώστε να ξεχάσουμε ό,τι μεσολαβεί ανάμεσα στο κείμενο και σ’ εμάς, τη διαβάζουμε τόσο φυσικά, γίνεται προέκταση της δικής μας στιγμής. Λέξεις και χρόνος γίνονται ένα. Όπως ακριβώς το βλέμμα, το χέρι, το σώμα και το πνεύμα που μεταφράζει: Η μετάφραση γίνεται προέκταση της ύπαρξης.
(*) Η Δήμητρα Κονδυλάκη είναιΕπίκουρη Καθηγήτρια ΕΚΠΑ, δραματολόγος, μεταφράστρια. Το κείμενο αυτό γράφτηκε για το αφιέρωμα στο μεταφραστικό έργο της Μαρίας Παπαδήμα που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της σειράς εκδηλώσεων «Το ΕΚΠΑ στην πόλη», στη Μεγάλη Αίθουσα του ΕΚΠΑ, την Πέμπτη 12 Ιουνίου 2025.
[1] Ιταμάρ Βιέιρα Ζούνιορ, Στραβό αλέτρι, μτφ. Μαρία Παπαδήμα, Εκδόσεις Αίολος, 2024, σ. 25.
[2] Στο ίδιο, σ. 25-26.
[3] Στο ίδιο, σ. 25.
[4] Μπερνάρντο Σοάρες (Φερνάντο Πεσσόα), Το βιβλίο της ανησυχίας, Τόμος Α, εισαγωγή – μτφ. – σημειώσεις Μαρία Παπαδήμα, Εξάντας, 2004, σ. 35.
[5] Τη σκέψη αυτή αναπτύσσω ειδικότερα στο βιβλίο μου, Η γλώσσα του σύγχρονου θεάτρου στον ορίζοντα της λογοτεχνίας, Εκδόσεις Νεφέλη, 2023.
[6] Ντούλτσε Μαρία Καρντόζο, Βιολέτα ή Γνωρίζω την αγάπη εξ ακοής (Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας 2009), Εκδόσεις Νήσος, Αθήνα, 2011, σ. 124.










![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)











