της Όλγας Σελλά
Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός σε κάθε παράστασή του «ξεβολεύεται» και μας «ξεβολεύει». Που πάει να πει, ότι κάθε φορά αναζητά νέα κείμενα, νέους δρόμους σκηνικούς, φτιάχνει νέα περιβάλλοντα, χρησιμοποιώντας, κάθε φορά, μερικά βασικά «υλικά» και ακολουθώντας πάντα το δρόμο του θεάτρου. Και ζητάει και από τους θεατές να τον ακολουθήσουν σ’ αυτή τη γόνιμη και κάθε φορά διαφορετική και πρωτότυπη διαδρομή: να μην προσδοκούν εύπεπτες εικόνες, παραδοσιακές σκηνικές «συνταγές», γραμμικό τρόπο αφήγησης της ιστορίας. Τους ζητάει να αφήνονται και να εκπλήσσονται. Δύσκολο, ζητούμενο, ζωογόνο.
Αυτή τη φορά, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός ήρθε στην Επίδαυρο όχι με μια τραγωδία, ούτε καν με σπαράγματα κάποιου χαμένου αρχαίου δράματος, όπως είχε κάνει με τους «Ιχνευτές» του Σοφοκλή, το 2021. Αυτή τη φορά πήγε πολύ πιο πίσω, στις αρχικές πηγές, εκείνες που μετέφεραν και μετέδωσαν ιστορίες παλαιότερες και αναζητάει τις πολιτισμικές διαφορές των ανθρώπων για τα ίδια θέματα που έχουν ν’ αντιμετωπίσουν.
Πηγαίνει στον Όμηρο και στην «Οδύσσεια». Επιλέγει τρεις ραψωδίες, την ζ, την η και τη θ και τη μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη. «ζ, η, θ Ο ξένος» είναι ο τίτλος της παράστασης, μια συμπαραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου. Είναι οι ραψωδίες που περιγράφουν τον Οδυσσέα από τη στιγμή που τα κύματα τον ξεβράζουν στο νησί των Φαιάκων. Τον βρίσκει η Ναυσικά, η κόρη του βασιλιά Αλκίνοου, τον πηγαίνει στο παλάτι, κι εκεί, έπειτα από χρόνια κακουχιών και ταλαιπωρίας, γεύεται τη φιλοξενία και την ευγένεια του Αλκίνοου και της συζύγου του, της Αρήτης.
Η ορχήστρα της Επιδαύρου έχει μετατραπεί σε εκβολές ενός ποταμού στη θάλασσα. Οι καλαμιές το μαρτυρούν. Οι ελιές που φτάνουν μέχρι τη θάλασσα είναι τα «διαπιστευτήρια» του νησιού των Φαιάκων –μέχρι και σήμερα. Μια παρέα νέων κοριτσιών, η Ναυσικά και οι ακόλουθές της, έχουν πλύνει πρώτα τα ρούχα τους, που στεγνώνουν δημιουργώντας μια τρυφερή, σαν την ηλικία τους, παλέτα χρωμάτων πάνω στο τεντωμένο σχοινί. Και μετά παίζουν με το τόπι τους, «πετόσφαιρα» όπως μεταφράζει ο Δημήτρης Μαρωνίτης. Και καθώς «έπεσε η μπάλα στα βαθιά του ποταμού», αναζητώντας την, βρίσκουν κάτω από τις ελιές έναν ημίγυμνο άνθρωπο. «Βαθιά κοιμότανε εκεί εκείνος […] στον ύπνο και στον κάματο δοσμένος». Ήταν ο τσακισμένος από τις 17 μέρες πάλης με τα κύματα Οδυσσέας (Χάρης Φραγκούλης). Τα κορίτσια τρομάζουν, η Ναυσικά (Κλέλια Ανδριολάτου), με τη βοήθεια της Αθηνάς, στέκεται, τον πλησιάζει. Και τον καλοδέχεται, του δίνει κουράγιο και στήριξη και φροντίδα. Αφού «περιπλανώμενος και δύστυχος, βρέθηκε κατά τύχη εδώ, κα περιποίηση του πρέπει. Όλοι οι φτωχοί και οι ξένοι είναι του Δία απεσταλμένοι».
Ήδη ο Μιχαήλ Μαρμαρινός έχει στήσει έναν τόπο ονειρικό και γήινο μαζί. Με σημασία σε κάθε λεπτομέρεια, όπως εκείνο το καλάμι που υψώνει πιο ψηλά το σχοινί της μπουγάδας, για να μη σέρνονται τα ρούχα. Ή εκείνη την καταπληκτική κίνηση του που φεύγει έρποντας προς τα πίσω για να μην προσβάλλει η γύμνια του τα νεαρά κορίτσια. Και καταφέρνει να «ρέει σαν ποτάμι διακριτικό αισθησιασμός (…) που δείχνει τον σφυγμό της ομορφιάς, της δίνει σχήμα ρευστό και παλλόμενο», όπως σημείωνε ο Δημήτρης Μαρωνίτης στα «Επιλεγόμενα» της μετάφρασης (εκδ. Στιγμή).
Και μετά βρισκόμαστε στο παλάτι του Αλκίνοου (Χρήστος Παπαδημητρίου) και της Αρήτης (Έλενα Τοπαλίδου) –είναι η ραψωδία η. Εκεί έχει απλωθεί το τραπέζι της αφθονίας και της συνάντησης. Είναι όλα σε αφθονία. Και η ευγένεια. Ο Οδυσσέας δεν αποκαλύπτει την ταυτότητά του, παρά μόνο αποσπάσματα της περιπέτειάς του και την ανάγκη του να ικανοποιήσει την πείνα του. Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός δημιουργώντας χορό, στήνει ένα σύμπαν εικαστικό, χοροθεατρικό, μουσικό. Πάντα με πρωταγωνίστρια την αφήγηση, τον λόγο, τις λέξεις. Ο Οδυσσέας, χάρη στη φιλόξενη υποδοχή των Φαιάκων, χορταίνει την πείνα του και «κοιμήθηκε, σε κλίνη τρυπητή, σε μέρος σκεπαστό που αντιλαλεί τη μέρα».
Και είναι η ραψωδία θ που αλλάζει τα δεδομένα. Και της σκηνικής παρουσίασης και της ιστορίας που αφηγείται ο Όμηρος. Ο Αλκίνοος, θέλοντας να ξεπροβοδίσει τον ξένο για την πατρίδα του, όπως του έχει ήδη υποσχεθεί, οργανώνει μεγάλο συμπόσιο και καλεί στο παλάτι τον αοιδό Δημόδοκο (Λένια Ζαφειροπούλου) –μια εξαιρετική ιδέα. Στην ορχήστρα της Επιδαύρου εισέρχεται η τέχνη της όπερας και του κλασικού τραγουδιού. Μ’ έναν τρόπο δημιουργικό, όσο και θεατρικό συνταίριαξαν το κλασικό τραγούδι με τις ομηρικές ραψωδίες. Και οι συμβολισμοί, πανταχού παρόντες (το κρασί που χύνεται από τα ποτήρια τη γη –παμπάλαια τελετουργία-, οι κυκλικοί χοροί της συνύπαρξης και της ομόνοιας που εντάσσουν και τον ξένο στην ομάδα) μιλούν με τον δικό τους τρόπο. Ισχυρά.
Και ξεδιπλώνεται μπροστά μας, μέσα από τις ιστορίες του Ομήρου, η πιο γενναιόδωρη υποδοχή ενός ξένου. Τον οποίο γεμίζουν με δώρα, αφουγκράζονται όσα τον πιέζουν, όσα τον κάνουν να αισθάνεται άβολα, του ζητούν συγνώμη, γιατί «ο κάθε ξένος που ικετεύει αξίζει όσο κι ο αδελφός, αν έχει κι ο φιλόξενος λιγάκι στέρεο νου».
Κι ο Δημόδοκος αρχίζει να εξιστορεί ιστορίες από τον Τρωικό Πόλεμο. Και ο Οδυσσέας ακούει σιωπηλός και συγκινημένος, κάτι που μόνο ο Αλκίνοος προσέχει. Και καθώς φτάνει στην ιστορία του Δούρειου Ίππου και στην οδύνη του βασιλιά Πρίαμου (εντάσσοντας εκεί και αποσπάσματα από την Ιλιάδα ο Μιχαήλ Μαρμαρινός), ο Οδυσσέας, ο κατακτητής της Τροίας, αυτός που είχε την ιδέα του Δούρειου Ίππου, καταρρέει. Τα δικά του βάσανα έκαμψαν την έπαρση, την αλαζονεία, την αναλγησία του κατακτητή. Ο Οδυσσέας, σε μια συνταρακτική στιγμή, συμπονά τον πρώην εχθρό του. Ο Αλκίνοος και οι Φαίακες νιώθουν την οδύνη και τη συντριβή του και τον καλούν, με τρυφερότητα και κατανόηση, να αποκαλύψει την ταυτότητά του.
Το τραπέζι γίνεται μεγαλύτερο, χωράει πολλούς. Όλους. Ο Οδυσσέας δεν είναι πια ξένος.
Μια μεγάλη, πολυπρόσωπη ιστορία, στήθηκε με ευφυΐα, γνώση, ευαισθησία, θεατρικότητα, ευστοχία. Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός συγκέρασε σ’ αυτή την παράσταση, νομίζω περισσότερο από κάθε άλλη φορά, πολλά είδη τέχνης, έχοντας για καμβά ένα κείμενο που δεν ήταν εύκολο να παρασταθεί. Και μέσα από μια παλιά, πολύ παλιά ιστορία, μίλησε γι’ αυτό που απασχολεί τον σύγχρονο κόσμο, και τη χώρα μας, χωρίς ίχνος επικαιροποίησης ή διδακτισμού. Γιατί τα κείμενα μιλάνε μόνα τους πάντα. Και μας έδειξε αξίες και συμπεριφορές, που αναζητούνται πλέον: ευγένεια, κατανόηση, συμπαράσταση, υποδοχή, αιδώ. Σημεία που αποτυπώθηκαν ιδιαίτερα στις υπέροχες σιωπές της παράστασης –άλλη μια πρόκληση που έθεσε ο Μιχαήλ Μαρμαρινός: να αφεθούμε στις σιωπές.

Ναι, ίσως μερικές στιγμές θα μπορούσαν να έχουν μικρότερη διάρκεια, ίσως δεν χρειαζόμασταν την ιστορία με τον Ήφαιστο προς το τέλος. Όμως, διόλου δεν βάρυναν στο συνολικό αποτέλεσμα της παράστασης. Στην ολοκληρωμένη και επιτυχημένη εικόνα της οποίας συνέβαλαν, οπωσδήποτε, πρώτα πρώτα η μαγευτική, γήινη και ποιητική μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη. Και μετά ο Γιώργος Σαπουντζής στα σκηνικά, η Ελευθερία Αράπογλου στα κοστούμια, ο Άντης Σκορδής στη μουσική. Και αναμφίβολα η ερμηνεία του Χάρη Φραγκούλη στο ρόλο του ξένου, η καλύτερη ερμηνεία στην Επίδαυρο για φέτος, μέχρι στιγμής. Η Λένια Ζαφειροπούλου μας εξέπληξε ευχάριστα και στην πρόζα, γιατί τις ικανότητές της στη μουσική τις γνωρίζουμε. Ο Αλκίνοος του Χρήστου Παπαδημητρίου σε στιγμές χρειαζόταν να δείξει πιο ισχυρά την ήρεμη δύναμη του. Η Κλέλια Ανδριολάτου μετέδωσε την αθωότητα της εφηβικής νιότης της Ναυσικάς, αλλά είχε και κάποιες άγουρες στιγμές. Η Έλενα Τοπαλίδου ήταν περισσότερο φιγούρα και λιγότερο είχε λόγο, αλλά επιβλήθηκε ως παρουσία βασιλική.
Ιδιαίτερη μνεία σε όλους τους/τις ηθοποιούς του χορού, και στις τρεις μουσικούς που βρίσκονταν διαρκώς επί σκηνής. Μέρος της αισθητικής της παράστασης, και το θαυμάσιο πρόγραμμα που τη συνοδεύει.
Μια ξεχωριστή και σημαντική στιγμή του φετινού προγράμματος του Φεστιβάλ Επιδαύρου.

Η ταυτότητα της παράστασης
Μετάφραση: Δημήτρης Μαρωνίτης, Σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός, Δραματουργική επεξεργασία: Ελένη Μολέσκη– Μιχαήλ Μαρμαρινός, Σκηνογραφία: Γιώργος Σαπουντζής, Σχεδιασμός κοστουμιών: Ελευθερία Αράπογλου, Μουσική σύνθεση: Άντης Σκορδής, Χορογραφία: Gloria Dorliguzzo, Σχεδιασμός φωτισμού: Ελευθερία Ντεκώ, Μάσκες: Μάρθα Φωκά, Α΄ βοηθός σκηνοθέτη: Ελένη Μολέσκη Β΄ βοηθός σκηνοθέτη: Αλεξία Παραμύθα, Βοηθός σκηνογράφου: Kατερίνα Ζυρπιάδου, Βοηθός ενδυματολόγου: Ερνέστα Χατζηλεμονίδου, Βοηθός χορογράφου: Στέλλα Μαστοροστέριου, Βοηθοί φωτισμού: Νάσια Λάζου, Σωτήρης Ρουμελιώτης, Μουσική διδασκαλία: Παναγιώτης Μπάρλας
Συνεργάτης από πλευράς ΚΘΒΕ για σκηνικά και κοστούμια: Δανάη Πανά, Oργάνωση παραγωγής: Εύα Κουμανδράκη, Φωτογραφίες: Mike Rafail (That Long Black Cloud)
Διανομή
Ξένος Χάρης Φραγκούλης
Κλέλια Ανδριολάτου Ναυσικά
Γαλάτεια Αγγέλη Νύμφη, κόρη κάποιου Δύμαντα, θεά Αθηνά
Ερατώ Μαρία Μανδαλενάκη Νύμφη, φίλη της Ναυσικάς- συνομήλικη
Χριστίνα Μπακαστάθη Νύμφη, φίλη της Ναυσικάς- συνομήλικη
Στέλλα Παπανικολάου Νύμφη, φίλη της Ναυσικάς- συνομήλικη
Ηλέκτρα Γωνιάδου θεά Αθηνά, γυναίκα των Φαιάκων
Κλειώ Δανάη Οθωναίου θεά Αθηνά, γυναίκα των Φαιάκων
Έλενα Τοπαλίδου Αρήτη
Χρήστος Παπαδημητρίου Αλκίνοος
Γιάννης Χαρίσης Εχένηος, Αρχηγός και Σύμβουλος των Φαιάκων
Φωτεινή Τιμοθέου Ευρυμέδουσα, γυναίκα των Φαιάκων
Νίκος Καπέλιος Αρχηγός και Σύμβουλος των Φαιάκων, κραυγή του Ηφαίστου
Γιάννης Βάρσος Ευρύαλος, νέος των Φαιάκων
Νικόλας Γραμματικόπουλος Κλυτόνηος, νέος των Φαιάκων
Νεκτάριος Θεοδώρου Ελατρεύς, Αρχηγός και Σύμβουλος των Φαιάκων
Κωστής Καπελλίδης Aμφίαλος, θεά Αθηνά, κήρυκας, Άρης, νέος των Φαιάκων
Νίκος Κουκάς Λαοδάμας, νέος των Φαιάκων
Τίτος Μακρυγιάννης Θόων, νέος των Φαιάκων
Γιάννης Τομάζος Άλιος, νέος των Φαιάκων
Λένια Ζαφειροπούλου Τυφλός Αοιδός (Δημόδοκος, Αφροδίτη)
Μουσικοί επί σκηνής- τσέλο: Εύη Καζαντζή, Άλμπα Λυμτσιούλη, Αλίκη Μάρδα
Επόμενοι σταθμοί περιοδείας
Αμφιθέατρο Μακάριος Γ, Σχολής Τυφλών, Λευκωσία, Κύπρος (18 και 19/7)
Αρχαίο Θέατρο Κουρίου, Λεμεσός, Κύπρος (25 και 26/7)
Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων (9/8)
Αρχαίο Θέατρο Δίου (13/8)
Αμφιθέατρο Νέων Μουδανιών, Θεσσαλονίκη (23/8)
Θέατρο Δάσους, Θεσσαλονίκη (31/8)
Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη (12/9)
Δημοτικό Θέατρο Παπάγου (14/9)










![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)











