
γράφει ο Θανάσης Μαρκόπουλος
“Ε κοπρόσκυλο σταμάτα να γυρνάς στις γειτονιές μου”
(σ. 56)
Πρώτη εμφάνιση ενός νέου ποιητή και παραθέτω αμέσως το βιογραφικό σημείωμα από το αυτί του βιβλίου, γιατί αποτελεί μια καλή εισαγωγή στα ποιήματα που διαβάζω: «Ο Γιώργος Τζινούδης γεννήθηκε στην Κατερίνη. Σπούδασε Καλές Τέχνες σε Ιωάννινα, Μαδρίτη και Νέα Υόρκη. Είναι υπότροφος του Ιδρύματος Fulbright. Ζωγραφίζει, παίζει μποξ, γράφει και συχνά πυκνά αλλάζει τόπο διαμονής ευελπιστώντας να βρεθεί αυτός που θα πληρώνει το ρεύμα για εκείνη τη φωτεινή ταμπέλα στη μέση της κόλασης».
Ζωγράφος εδώ και χρόνια ο Τζινούδης, «ένας εμμονικός που αντιγράφει επανειλημμένως τον εαυτό του», κατά προφορική μαρτυρία του ίδιου, κι από τους πιο ανατρεπτικούς θα πρόσθετα εγώ, δεν μπορούσε παρά να είναι ιδιαίτερος και ως ποιητής. Κι αυτή η ιδιαιτερότητα προσημαίνεται ήδη με το ιδιόχειρο σχεδιάκι του ματιού να προβάλλει από την οπή του εξωφύλλου, που φιλοτέχνησε ο ίδιος. Η έκδοση έρχεται αργοπορημένα, καθώς περιλαμβάνει επιλεγμένα ποιήματα μιας μακράς περιόδου (2002-25), ενώ ο τίτλος Σαν βρώμικο χιόνι συμβολίζει καίρια το περιεχόμενο, αν και δίχως το «σαν» θα πρόβαλλε εμφατικότερα την εικόνα.
Βρόμικο χιόνι σε γενικές γραμμές είναι ο κόσμος μας, η ζωή μας, όπως την έχουμε καταντήσει στις μέρες μας. Ο ποιητικός ομιλητής, αντιηρωικός ευλόγως σε μια εποχή που δεν βλέπει πουλί στον ορίζοντα, αρνείται την τακτοποιημένη ζωή, την περιώνυμη κανονικότητα του άστεως και δη του κλεινού άστεως, που σιδερώνει τους ανθρώπους και τους θυσιάζει στο βωμό της συσσώρευσης και της κατανάλωσης, σ’ αυτό που εύστοχα αποκαλεί «ανούσιο μακέλεμα» (σ. 50). Του αρέσει το ακατάστατο σπίτι, το άτακτο ατελιέ, κι απεχθάνεται την τάξη, γιατί του βάζει όρους κι αυτός δεν αντέχει τους όρους. Απορρίπτει δεσμεύσεις, ιεραρχήσεις, σκοπούς υψιπετείς, το ψέμα και τον καθωσπρεπισμό σε κάθε του έκφραση, μια κι εκείνος θέλει να μιλάει και να ζει, όπως γουστάρει, με γυναίκες ή μη, με ποτά και τσιγάρα, με ξενύχτια και μπαρ, με σιωπές κι αθυροστομίες αλλά και με κοφτερές μοναξιές. Αποστρέφεται όλα όσα ο κοινός άνθρωπος θέλει ή νομίζει πως του λείπουν, και λαχταρά απλώς να ζήσει τη στιγμή που υπάρχει. Άλλωστε όλα θα ξεχαστούν, ακόμα κι όσα σήμερα θεωρούνται σημαντικά, πρόσωπα, γεγονότα, καλλιτεχνήματα, κι αυτό που θα μείνει είναι ο λόγος ο απλός για τον οποίο πρέπει να ζούμε εμείς τώρα. Θυμάται με πόνο τον φίλο του Πανάγο, που έφυγε από τη ζωή, αλλά και τον αδερφό του, που τόσο του λείπει. Λατρεύει τη γυναίκα σε κάθε της έκφανση, ακόμα κι αν τον ληστεύει, και πότε πότε γίνεται απίστευτα τρυφερός: είχε δυο χείλη, Θε μου/ ζεστά τσουρέκια παιδικής πρωτοχρονιάς/ και γύρω χιόνι (σ. 39). Δεσπόζουσα ωστόσο παραμένει η απόρριψη των συμβάσεων και η απόσταση από τους άλλους, η νηνεμία, η μοναξιά: Τέσσερις τοίχοι/ ένα χελιδόνι ανάποδα καρφιτσωμένο στο ταβάνι/ κι η μοναξιά (σ. 58).
Μα τι κάνω;
Τι κάθομαι και κάνω τόσες ώρες
μπροστά σ’ ένα χαρτί που γεμίζει
ή μπροστά σ’ έναν καμβά που αργεί να γεμίσει
την ώρα που τίποτα άλλο δε γεμίζει;
Τι κάνω;
Ήταν μεσημέρι και τώρα είναι πεντέμισι το πρωί
Ήταν Οκτώβριος και τώρα είναι Απρίλιος
Είχε ήλιο, έβρεχε, χιόνιζε και νύχτωνε ταυτόχρονα
Ήταν 2008 και είναι 2023
Τι κάνω εδώ τόσες ώρες, τόσες μέρες, τόσα χρόνια;
Τι σκατά κάνω
την ώρα που οι άλλοι βγάζουν χρήματα, κάνουν οικογένειες,
αγοράζουν σπίτια, πάνε διακοπές, κοιμούνται ή γαμάνε;
Τι κάνω;
Ο Μπαχ στο ηχείο προσπαθεί να δώσει κάποιες εξηγήσεις
αλλά δεν είναι αρκετές
Τι κάνω; (σ. 18)
Βέβαια δεν ξέρω πολλούς που να αρνούνται τόσο απόλυτα τις κοινωνικές συμβάσεις και τον πολιτισμό, τον εντός εισαγωγικών βεβαίως πολιτισμό. Όσοι κι αν είναι όμως, ποιητές σαν τον Γιώργο Τζινούδη, που έχει αποφασίσει αλλιώς τη ζωή του, όπως τουλάχιστον προκύπτει από την ποίησή του, είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι, γιατί μας θυμίζουν το ψέμα που μέσα του ζούμε και τους αδιέξοδους δρόμους που πήραμε αλλά και την ύπαρξη του άλλου τρόπου να βλέπουμε τα πράγματα, μονάχα που αυτός ο τρόπος απαιτεί απόφαση και τόλμη, ηρωισμό στ’ αλήθεια. Να πώς συνοψίζει ο ίδιος τη φιλοσοφία του, η οποία ασφαλώς και δεν είναι πρωτόγνωρη στη λογοτεχνία, ντόπια και ξένη (σ. 50-51):
εγώ είμαι κλέφτης
κλέφτης χρόνου
και κλέβω αυτό που δεν αγοράζεται
για να χουζουρεύω
να ερωτοτροπώ
να γεμίζω χαρτιά
και να βολτάρω ανέμελος και περιττός στο χάος της Αθήνας
την ίδια ώρα που οι ζωές τους πηγαίνουν χαμένες
σε γραφεία, ιατρεία, καφενεία, λεωφορεία, ξενοδοχεία,
τράπεζες, οικοδομές, πολυεθνικές και πολυκαταστήματα και γελάω
γελάω με την ψυχή μου
όχι από κακία
αλλά
γιατί έχω έρθει σ’ αυτή τη ζωή για να κάνω μόνο ό,τι μου
αρέσει
να περνάω τόσο καλά
και να γελάω τόσο δυνατά που
κι ο θάνατος να φοβάται να με συναντήσει
Από την άποψη της τεχνικής το ενδιαφέρον είναι ευλόγως ανάλογο της θεματολογίας. Ποιήματα άτιτλα, μικρότερα ή μεγαλύτερα, εικόνες και στιγμές ατάκτως ερριμμένες, που συγκροτούνται όμως με τέτοιο τρόπο, ώστε να σε συνεπαίρνουν. Η βασική δομή των πιο εκτεταμένων κυρίως ποιημάτων συνίσταται λίγο πολύ από αυτοτελείς νοηματικά στίχους, ολιγοσύλλαβους ή πολυσύλλαβους, που εκφέρονται ασύνδετα και συνοδεύονται συχνά από αλλεπάλληλες επαναφορές, οι οποίες αξιοποιούνται είτε από την αρχή του ποιήματος είτε καθοδόν. Μετρώ πρόχειρα σχετικές επαναλήψεις: Μ’ αρέσει το σπίτι μου (5, σ. 17), όχι σαν (8, σ. 36), Σκέφτομαι την αυτοκτονία (10, σ. 36-37), Πες μου εσύ που (12, σ. 18-19), ναι (ναι) [15, σ. 31 ], άνθρωποι (που) [16, σ. 12-13], Μπορεί να (20, σ. 30-31), Ρώτα (46, σ. 28-29). Αυτήν την οργάνωση του λόγου επιβάλλει προφανώς η ένταση του αισθήματος, η οποία, για να αποδοθεί πειστικότερα, απαιτεί χώρο ευρύτερο και ρυθμό εντατικότερο. Και πράγματι οι ευτυχέστερες στιγμές είναι εκείνες που ο πυρετός ανεβαίνει και το ποίημα γίνεται χείμαρρος που παρασέρνει ό,τι βρίσκει στο διάβα του, ό,τι, πέτρες και ξύλα, πρόσωπα και πράγματα, ομορφιές κι ασκήμιες, συνειρμούς αναπάντεχους κι απροσδόκητες συναρτήσεις, καμιά καλλιέπεια, καμιά έγνοια για τη φόρμα, γιατί φόρμα συνιστά, κατά την εντύπωση βεβαίως και μόνο, η ίδια η αυθόρμητη κι αφρόντιστη εκφορά του λόγου.
Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζουν και τα πρόσωπα που κυκλοφορούν στις γραμμές του Τζινούδη. Πρόσωπα πλήθος, της γραφής και της κουλτούρας, της ζωής ενγένει, έτσι που να αναρωτιέται ο αναγνώστης πώς μπορεί ο ποιητής να νιώθει μοναξιά με τόσους και τόσο ενδιαφέροντες ανθρώπους, Έλληνες και ξένους, οι οποίοι βέβαια σχετίζονται λίγο πολύ με τις δραστηριότητες και τις αγάπες του: ποιητές και πεζογράφοι (Ρεμπό, Τρακλ, Βαλιέχο, Αρτό, Κάφκα, Χέμινγουεϊ, Γκουτιέρες, Καρυωτάκης, Αναγνωστάκης, Σινόπουλος, Καρούζος), ζωγράφοι (Ρέμπραντ, Ρούμπενς, Λοτρέκ, Μοντιλιάνι, Βαν Γκογκ, Γκόγια, Μπασκιά, Βολς, Ακριθάκης), μουσικοί (Μπαχ, Μότσαρτ, Παγκανίνι, Μπον Σκοτ, Μπιτλς, Ρέι Τσαρλς, Βαργκ Βίκερνες, Βαμβακάρης, Τούντας, Μπέλλου), διανοούμενοι, όπως ο Αντόρνο κι ο Καμί, αλλά και πυγμάχοι, όπως ο Μοχάμεντ Άλι κι ο Τζορτζ Τσουβάλο. Φυσικά όλοι αυτοί περνούν στιγμιαία από το ποίημα, σε μια φράση ή σε έναν με δύο στίχους, ακόμα κι ο Σαχτούρης με τη Γώγου, που ο ποιητής φαίνεται να παρακολουθεί από πιο κοντά, ενώ η προτίμηση δίνεται στον Τσάρλς Μπουκόβσκι, σ’ αυτόν τον διάσημο καταραμένο ποιητή και πεζογράφο του περασμένου αιώνα, με τον οποίο φαίνεται να υπάρχουν βαθύτερες συνάφειες (ο πρώτος στίχος είναι του Μπουκόφσκι) [σ. 56]:
Μυρμήγκια πλημμυρίζουν τα μεθυσμένα μου χέρια
και στέλνουν τον Rimbaud στην Αφρική
να ξανακολλήσει σύφιλη
τον Camus σε κείνη τη γέφυρα στην Πράγα
μπας και προλάβει το κορίτσι
τον Artaud όπως πάντα στο τρελάδικο
Μυρμήγκια πλημμυρίζουν τα μεθυσμένα μου χέρια
κι ο θείος Charles
ανοίγει την εξώπορτα
εκσφενδονίζει προς το μέρος μου ένα άδειο μπουκάλι μπύρας
και μου φωνάζει
“Ε κοπρόσκυλο σταμάτα να γυρνάς στις γειτονιές μου”
Ανοιχτά κινείται όμως ο Τζινούδης και στον χώρο, από τη γενέθλια γη ως τη Λατινική Αμερική, έτσι που θα έλεγες πως, σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα πρόσωπα, ο ποιητής μας είναι πολίτης του κόσμου: Κατερίνη, Λιτόχωρο, Σαλονίκη, Σκιάθος, Ακρόπολη, Συγγρού, πλατεία Μαβίλη, Κολωνάκι, Γλυφάδα, Ψυχικό, Καβούρι, Δραπετσώνα, Μύκονος, Ρώμη, Μαδρίτη, Λονδίνο, Βερολίνο, Πράγα, Μαρ ντελ Πλάτα, Ελλάς, Ρουμανία, Μολδαβία, Σαουδική Αραβία, Μαδαγασκάρη, Βενεζουέλα κ.ά.
Και μια τελευταία επισήμανση. Ορισμένες φορές το ποίημα κλείνει με μια ισχυρή αντίθεση, η οποία δείχνει πόσο όμορφα ο ποιητής, αρχετυπικά θα έλεγα, συλλαμβάνει το νόημα της ζωής. Π.χ.
Αφού καταγράψει εκτεταμένα τι δεν χρειάζεται, κι αυτά είναι όλα όσα οι άνθρωποι επιδιώκουν σαν σπουδαία τρώγοντας τις σάρκες τους, θα μας πει εντέλει με τρεις μονάχα στίχους:
Αν χρειάζομαι κάτι είναι να δυναμώσει λίγο το αεράκι που
περνάει κάτω από τη μασχάλη μου
και να μην ξεμείνω από τσιγάρα (23)
Στην πλήρη αποτυχία του πολιτισμού πάλι, την οποία αναδεικνύει εκτεταμένα με συγκεκριμένες συμπεριφορές των ανθρώπων, αντιπαραθέτει καταληκτικά το μεγαλείο της απλότητας με τρεις επίσης στίχους (σ. 13):
κι όλος ο πολιτισμός όλων των αιώνων να μοιάζει
ολοσχερής αποτυχία
την ώρα που η κυρα-Κατίνα τηγανίζει τις ωραιότερες πατάτες
στη γειτονιά πατώντας μόνο πάνω στις σαγιονάρες της με τον
αέρα της καμηλοπάρδαλης.
Φρέσκια φωνή –τι λέω– κραυγή ο Γιώργος Τζινούδης, μας θυμίζει πόσο στραβά αρμενίζουμε, πόσο ο πολιτισμός μας σε τελευταία ανάλυση αγνοεί τη «ζωή στη μυστική της πρώτη αξία» και μας στύβει κυριολεκτικά με τον φετιχισμό των πραγμάτων.
Γιώργος Τζινούδης, Σαν βρώμικο χιόνι, Οδός Πανός, 2025












![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)













