Κυριακή, 26 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Για να βγει ο ήλιος (γράφει ο Αντώνης Καρτσάκης)

Για να βγει ο ήλιος (γράφει ο Αντώνης Καρτσάκης)

0
13
Βάσω Κατράκη, Ήλιος

 

γράφει ο Αντώνης Καρτσάκης

Η τρίτη ποιητική συλλογή του Λάμπη Καψετάκη, μετά τα Ποιήματα της ασφάλτου (2006) και Το ραγισμένο νερό και άλλα ποιήματα (2015), από τις εκδόσεις «Τυπωθήτω»,  φέρει τον τίτλο Δοκιμές αβλαβούς διέλευσης (Περισπωμένη 2024). Ο ναυτικός όρος «αβλαβής», σημειώνει ο ποιητής, σημαίνει τη διέλευση ενός πλεούμενου χωρίς να προξενεί βλάβη στην κοντινή στεριά από έλλειψη σεβασμού στους ναυτικούς κανόνες δικαίου. Ο ποιητής, άρα, δηλώνει εξαρχής τον σεβασμό του στους κανόνες (σε αντίθεση με το υπερρεαλιστικό «άνευ ορίων, άνευ όρων»), «σε ό,τι πραγματικά το αξίζει, ετεροκαθοριζόμενο ή μη, καθώς οι όποιες ελευθερίες του θρέμματα αυτού του σεβασμού του είναι». Στον όρο δοκιμές αποτυπώνεται, ίσως, η δυσκολία της ποίησης και η σεμνότητα του ποιητή. στον τίτλο συνολικά η πρόθεσή του να μην διαταράξει το Δίκαιον, να διαπλεύσει τον κόσμο μας με σεβασμό.

Οι στίχοι του Καψετάκη, με την πυκνότητα του επιγράμματος,  αναλαμβάνουν εξαρχής να αποτυπώσουν τα «κινήματα» της ψυχής («Τα κινήματα * της ψυχής, το μελάνι * αποτυπώνει»). Τα «κινήματα» αυτά ανιχνεύονται στην έντονη κριτική ματιά και στην καταγγελτική διάθεση του ποιητικού υποκειμένου για τα κακώς κείμενα του κόσμου μας. Από το πρώτο ποίημα, με τον τίτλο «Εκατό παρά δύο ακαριαία», βρισκόμαστε μπροστά στην πρόθεση και στην ελλειπτική-πολυσημική γραφή του ποιητή:

Άγιες Δυνάμεις * βοηθάτε, αυτή την ώρα, * να βγει ο ήλιος.[1]

Ο στίχος έχει ρόλο δομικό. Μεταφέρει, ίσως, την προσδοκία της έλευσης του Ηλίου της Δικαιοσύνης, μέσω της ποιητικής διέλευσης. Ένα αίτημα Δικαίου διαποτίζει την ποίηση. Η επίκληση του θείου στο «ακαριαίο» αυτό ποίημα με το βραχύτατο εκφώνημα (τέχνημα από την ομηρική παράδοση), οδηγεί στην ανάγνωση του κόσμου μας: ο ποιητής βλέπει την κακότητα του σήμερα στην προδοσία («αγροί αίματος»), στην ανελευθερία («Αγώνας μια ζωή * ο Βαρλάμης Σαλάμοφ * μικρός να γίνει»),[2] στην απληστία και στον ανήθικο καταναλωτισμό μας («Αλίμονο, ένα  * τέσσερα επί τέσσερα * «bigger than life»!). Θλίβεται με την ευθραυστότητα του ανθρώπου («Θέλομε λίγο, * έτσι να μας φυσήξει * κανείς, φύγαμε»), με την έπαρσή του («Ιστέον ότι * ενοχλούν τα ουράνια * οι ουρανοξύστες»), με την υποχώρηση των πνευματικών και αισθητικών αξιών («Κάτι τρέχει στην * ποίηση. Στάζει. Πηγή * δεν έχει» ), με την αβελτηρία και την αφροσύνη μας («Πολύ τρώμε από * το αύριο. Το σήμερα * λίγο έχει πέσει»).

Ο ποιητής δεν μένει, ωστόσο, στην καταγγελία. νιώθει την ανάγκη να διερευνήσει και να διασώσει το «πώς το κακό έγινε» («Ανάγκη πάσα * του πως το κακό έγινε * μνήμη να ποιούμε»),[3] καταφεύγει στη μνημική ανάκληση της παιδικής φύσης («Στον ελαιώνα. * Οκτώβρης. Τα τζιτζίκια * ποιος τα θυμάται!»), στην ακατάλυτη αξία της φύσης («Ελαιόλαδο * της Αθηνάς, στο μυαλό, * και στην καρδιά σου»), και αναπαύεται, εντέλει, στην «εστία» της βιβλιοθήκης του («Άλλη εστία * η βιβλιοθήκη. Εστία * αυτή κι αν είναι»).

Όπως και στις προηγούμενες συλλογές, η ποίηση του Καψετάκη διασταυρώνεται με την Ιστορία. Στην ενότητα «Δοκιμές αβλαβούς διέλευσης», που τιτλοφορεί τη συλλογή, ο ποιητής επισκέπτεται το Άδελε Ρεθύμνου, καταγγέλλει τη θηριωδία των ναζί και υποκλίνεται μπροστά στη θυσία των πατριωτών:

Τους έδωσαν οι αήττητοι

Τον λάκκο τους να σκάψουνε

Λίγο πριν την εκτέλεση,

Όπως συνήθως έκαναν

Οι πανταχού νικήσαντες.

Έσκαβαν και σκεφτόντουσαν

Τις μικρές ζωές που άφηναν

Πίσω τους απροστάτευτες,

Παιδιά, γυναίκες, γέροντες,

Κοπάδια και υποζύγια

Κι εκεί που οι μισοί δούλευαν

κασμά, σκαλίδα, σκαπέτι,

και την παλάμη οι υπόλοιποι,

το φτιάρι που εκράταγε

και το έπαιζε στα δάχτυλα,

 

το γύρισεν αυτόματα

και τον φρουρό που έστεκε

πάνω από το κεφάλι του,

πάνοπλος αποπάνω του,

μεμιάς αποκεφάλισε.

 

Με μια ριπή τους θέρισαν

στον λάκκο τον ατέλειωτο,

στο χώμα το φρεσκότατο

που σπλαχνικά τους δέχτηκε,

τους μάρτυρές σου, Κύριε.[4]

 

Στέκεται, επίσης, με σεβασμό στη Μίλατο Λασιθίου και ιστορεί τη σφαγή που έλαβε χώρα το 1823  στο ιστορικό σπήλαιο («Τα σπήλαια της γέννησης που έγιναν του θανάτου»)[5] και, ακολούθως, στην αλβανική Τρεμπεσίνα, το βουνό που έγινε σκηνικό του ελληνοϊταλικού πολέμου. Η αφήγηση του πατέρα για την ομώνυμη μάχη του 1941 («Δεν το ξεχνούσε. Σκούπιζε πάντα ένα δάκρυ») αποτυπώνεται στους ωραίους δεκαπεντασύλλαβους που προσδίδουν έναν θερμό ανθρώπινο τόνο στο απάνθρωπο του πολέμου και στη σκληρή μνήμη την οποία «μόνο των όλων η ψυχή μπορεί να τη χωρέσει».[6]

Ο Καψετάκης δεν μένει όμως στο παρελθόν.  Είναι ιδιαίτερα καυστική η κριτική του για το σήμερα στο ποίημα «Το υποκατώτατο», όπου σαρκάζει το κοινωνικό μας σύστημα που εφευρίσκει όρους, όπως το νεόπλαστο ουσιαστικοποιημένο επίθετο «υποκατώτατος», «μια λέξη για μιαν εποχή του απόλυτα απολύτου / εξευτελισμού». Με βάση τις δικές του αξίες, τις οποίες ανασύρει από όλο το φάσμα της παράδοσης, και στον αντίποδα του οικονομικού καιροσκοπισμού, αποδομεί το σύστημα: «Δεν ‘δει’ πλέον ‘χρημάτων’, τίποτε με αυτά, / απ’ όσα προπάντων πρέπει, δεν μπορεί να γίνει».[7]

Διεκφεύγοντας από το ζοφερό παρόν ο ποιητής καταφεύγει στην αυτάρκεια του φυσικού κόσμου και εντοπίζει στον χώρο αυτό το αρχέγονο κοίτασμα αυθεντικότητας και αγνότητας. Στα «προσόμοια» της ενότητας «Κανόνας των παραμικρών εξαιρέτων» (ωδές Α-Θ, σ. 34-55) περιπλανάται στον «μέγα κήπο» της γενέτειρας Κρήτης. Εδώ, «στον κήπο του Θεού», αναζητά τα «θεσπέσια» προϊόντα, τα εδώδιμα, τα άνυδρα, τα αυθεντικά και μη μεταλλαγμένα, «όσα βρέθηκαν στην αρχή / και κάτω στρώση του είναι μας». Αναζητά τον επιούσιο ως «στημόνι» της ψυχής («όλα ’ναι φάδια τση κοιλιάς μα το ψωμί στημόνι», η κρητική ρήση), ανασταίνει μια Κρήτη αρχέγονη με το άρωμα του ψωμιού και των καρπών, με την ιερότητα των αρωμάτων και των γεύσεων:

Πίτες σφακιανές, καημένες μυζηθρόπιτες

και καλιτσούνια πασχαλινά, προπάντων

γεραπετρίτικα με το νεραντζόφυλλο.

Τα πιτοπούλια τα χειμερινά,

οι κουταλίτες με το μέλι κι οι τηγανόπιτες

στην πρωϊνή πάχνη του σαρανταήμερου.

Στην πανδαισία αυτή συνεισφέρουν όλοι οι τόποι της Κρήτης:

Ανωγείων θαυμάτων ανθόγαλα,

Γραβιέρα από μαδάρες χανιώτικες,

από τ’ Οροπέδιο των οροπεδίων κεφαλοτύρι,

ξύγαλο από της Ζήρου το οροπέδιο,

παλιό, γινωμένο τυρί της τρύπας,

ό,τι για να μην πέσει το σπίτι σου.

 

Η μνήμη του ποιητή έχει αγκιστρωθεί στον ευδαιμονικό χωροχρόνο της παιδικής ηλικίας. Εδώ, εκτός από τις γεύσεις, χαίρεται τόπους όμορφους («καταβασίες, ψυχή μου, μεγαλυνάρια»), απολαμβάνει τη θέα  «από τους τάφους της Χαλέπας, / από τα Σκαλώματα των Ανωγείων / και από τις στροφές της Ρογδιάς, προπάντων / από την κορφή, διπλή του Ψηλορείτη»,[8] χαίρεται τον «αλιγενή Λιβυκό ήλιο» και τη λαμπυρότητα «που σου αρέσει για τη στραθιά / στα μακρά όπου είναι η αγάπη».[9]

Μέσα στην απόλυτη αυτή προσήλωση στη γήινη αλήθεια ο ποιητής συγκινείται από το μυστικό βίωμα της δημιουργίας και, με πυκνές ανακλήσεις του βιωμένου χρόνου, βλέπει «τα ξυπόλυτα παιδικά τάγματα, / τα μεσημέρια, πάντα, του Καλοκαιριού, / μες στα ρυάκια, πάνω στις μουρνιές, / κάτασπρα φανελάκια στειμένα από μαύρα / μούρα».[10] Στο αρχέγονο αυτό κοίτασμα της αυθεντικότητας αναζητά αξίες σταθερές ως αντίμετρο στην κενότητα του παρόντος. Στην επανένωση με τη φύση και στη σοφή ολιγάρκεια του παρελθόντος διαμορφώνει την αντίληψή του για τον κόσμο, μέσα στην οποία το ταπεινό και γήινο μεταβάλλεται σε πολύτιμο και αιώνιο:

 

Αγγουράκια ολόδροσα με το γένι,

ντομάτα, γλυστρίδα, καύκαλο κριθαρένιο,

και στον κουβά, από το γεράνι, η σαλάτα.

Λιανοχοχλιοί βραστοί στο άψε-σβήσε

από τα ξερά κλήματα και τον τράφο,

από τη σεβαστή ύλη η ψυχή να πιάσει.[11]

Η Κρήτη ανάγεται σε έναν ιδεατό τόπο ψυχής απ’ όπου εκπορεύονται οι μεγάλες ουσίες. Το μικρό αλωνάκι διευρύνεται. γίνεται σύμβολο των αξιών που αξίζει να διασωθούν. Τα βιώματα του χώρου και του χρόνου, τα κοιτάσματα της μνήμης,  μεταπλάθονται σε λογοτεχνημένο λόγο ακριβό. Γιατί ο ποιητής δεν περιγράφει απλώς τα πράγματα. τα [ξανα]δημιουργεί ονομάζοντάς τα. Τα επανερμηνεύει και επαναμαγεύει την πραγματικότητα, αναζητώντας την ταυτότητά του στο ανακάλημα των παιδικών χρόνων. Γιατί, αν και η γεωγραφική περιοχή αντιστοιχεί στο κρητικό τοπίο, το οποίο διασώζει την αρχέγονη συγκίνηση και συσπειρώνει διαχρονικά μια πολύπτυχη διάσταση ελληνικότητας, στο βάθος λειτουργεί συμβολικά με σκοπό την ποιητική αυτογνωσία. Ο Καψετάκης θεάται, επομένως, ποιητικά την ύπαρξη. Η συνάντηση με την παιδικότητα είναι η επαφή με το ανεξίτηλο θαύμα του κόσμου, με το άχρονο και το έγχρονο, όπως την όρισε ο φωτεινός Ηράκλειτος. η Κρήτη γίνεται φανταστικός τόπος ψυχής και σύμβολο των αξιών που αξίζει να διασωθούν.

Καταθέτοντας το δέος του απέναντι στο θαύμα του κόσμου και τη μυστική ανταπόκριση που βρίσκει στην ψυχή του το μαγευτικό πανόραμα της φύσης, ο ποιητής συνεχίζει το σοβαρό παιχνίδι με τις λέξεις. Οι τελευταίες αναλαμβάνουν ρόλο σοβαρό, ώστε να γίνουν φορείς της ομορφιάς αλλά και του νοήματος: «Τι το κλεινόν που * σε χωρίζει απ’ το άστυ; * η ανωνυμία;». «Ένα προς όμοιο * στιχηρό προσόμοιο * στην αφθονία» και «Μάρτιος, ο άρτιος * μήνας, ο γλυκύς καιρός * που επλάστη ο κόσμος». Στην ποίησή του κατανοεί κανείς τους μηχανισμούς της «Ποιητικής της Ανατροπής»[12] ως τρόπου λογοτεχνικής γραφής και βιώνει την ευρύτατη κλίμακα  των τεχνικών και των λειτουργιών της: «Ένα σκαθάρι * σαλεύει αργά στον μέγα * ρυθμό του κόσμου». «Μικρή αγγελία * για μονοκατοικία * με άχτιστη θέα!». «Πωλητήριο. * Όχι το ‘παρόν’ αλλά * το απόν πωλείται!». Ένα παιχνίδι, λοιπόν, που σοβαρολογεί.

Με τη γλυκόπικρη (ευφρόσυνη στο βάθος) αυτή διάθεση ο Καψετάκης, αποφεύγοντας την εξιδανίκευση των παιδικών χρόνων, δεν αρκείται στη φυσική ευτοπία της γενέθλιας γης. αντιστέκεται στον εύκολο και επιφανειακό εκρομαντισμό της ιστορικής εμπειρίας και αποτυπώνει τα «κινήματα» της ψυχής του, με λόγο ανάλαφρο, επίχαρι, μακριά από γλωσσικούς ακκισμούς. Στον λόγο αυτό χαιρόμαστε τη δεξιοτεχνική του δεινότητα, τη λεπτότατη ειρωνεία,  την πνευματώδη σάτιρα, τον ανελέητο σαρκασμό, σε μια ποίηση ελευθερόστιχη, πολυσημική και πολυπρισματική, σταθερά ανθρωποκεντρική, που τρέφεται από το προσωπικό βίωμα αλλά και από τη στέρεα γνώση, τόσο της κοσμικής όσο και της εκκλησιαστικής παιδείας, κατακτά δυναμικό εσωτερικό ρυθμό και διακρίνεται για την εκφραστική αλλά και για την κοσμοθεωρητική συνοχή της.

Η ποιητική αυτή οξύνοια, δυναμωμένη με θεωρία και μελέτη, υποτάσσει τις λέξεις, τις οδηγεί πέρα από την καθιερωμένη σημασία τους, τις αναγκάζει να συζήσουν σε μια αλληλουχία σπάνια, να πρωτοδοκιμαστούν σε άγνωστες περιοχές. Χαιρόμαστε λέξεις με ιδιαίτερη δυναμική («οσφράδιο», «πυροφανίζει», «αλιγενής»), λέξεις που αντλούνται από τα εκκλησιαστικά κείμενα («καταβασίες», «προσόμοια», «κολαφισμοί») ή από την κρητική ιδιόλεκτο («αθόγαλα», «πιτοπούλια», «αλιματσές» «σαρικομαυρομάτες») και ενοφθαλμίζονται ομαλά στον σύγχρονο λόγο. χαιρόμαστε ωραίους δεκαπεντασύλλαβους («το συμφιλείν περίπατο και το συνέχθην κάρφος», «ένα κορμί χρωστώ στη γη, ψυχή να παραδώσω»). Μας κατακτά, εντέλει, «η καλή κράση των λέξεων, του λόγου η ευκρασία». Η  μορφή φαίνεται να αντλεί κατευθείαν από το ψυχικό και πνευματικό βίωμα και η ιδέα ενσωματώνεται στη μορφή, καθώς από τα στοιχεία της επιφάνειας ο ποιητής βυθίζεται στο ουσιώδες και κατορθώνει τη μυστική ένωση μορφής και ουσίας.

Τα κείμενα του Καψετάκη  ξεκινούν, πράγματι, από πολύ βαθιά. Από την αέναη πρόθεση της ύπαρξης να ανασύρει τον θαμμένο πλούτο στο φως, να αναβαπτισθεί στις δημιουργικές πηγές της ζωής, να ανασυνθέσει το διασπασμένο νόημα του ανθρωπισμού μας. Η λεπτουργημένη γλώσσα του, που πατά γερά πάνω στο βίωμα, διαποτίζεται από τη λατρεία για τη ζωντανή φύση, τρέφεται από την ανάμνηση ενός χαμένου πια παραδείσου, και αναβλύζει στην επιφάνεια ως καθαρός λυρισμός. Λόγος λιτός, σεμνός, απέριττος. Λυρισμός γνήσιος, αποδεσμευμένος από την κυριαρχία της ρητορικής.

Με τον απόλυτα ελεγχόμενο λυρισμό, που ενσταλάζει μελωδία και εδράζεται σε ανεπαίσθητες μα σημαντικές λεπτομέρειες, ο ποιητής δημιουργεί ρωμαλέες εικόνες και ατμόσφαιρα ποιητική. Η πραγματικότητα διευρύνεται ώς τ’ ακρότατα σημεία της και ο ποιητής  λυτρώνεται από κάθε σύμβαση. Το ψωμί γίνεται τώρα «στημόνι» της ψυχής,  «το κρασί (ο κρητικός μαρουβάς) «του παντός ο στύλος ο ένδοξος», η ταπεινή φασκομηλιά «πρόγευση παραδείσου», οι διαδρομές στα κρητικά φαράγγια «βουτιές της εκστάσεως», οι κατάβάσεις απ’ την Ανώπολη στη Χώρα των Σφακιών «καταβασίες» και «μεγαλυνάρια» της ψυχής.

Στις «αβλαβείς», επομένως, διελεύσεις του ο Λάμπης Καψετάκης, μιλώντας  «ταπεινά και με γαλήνη», ανατέμνει την κοινωνία, υποκλίνεται στην ιστορία, προσγειώνεται στη γενέθλια γη, όπου καταδύεται σε επίπεδα βάθους, ανασύρει κρυμμένες ομορφιές, αποκαλύπτει αθέατες όψεις και τις άδηλες αναλογίες του κόσμου. Η αναφορά του ωστόσο αυτή δεν είναι απλώς μια νοσταλγική επιστροφή στις ρίζες. είναι η επιθυμία του, μέσα στην αξιακή μας κρίση, να μνημειώσει την ομορφιά. να περισώσει αξίες που χάνονται, για να μας εφοδιάσει σε καιρούς ξηρασίας με καθαρό, δροσερό νερό. Μέσω του εδεμικού γενέθλιου τόπου ο ποιητής καταδύεται στα έγκατα του εγώ,  επανενώνει τον άνθρωπο με τη φύση, διαμορφώνει μια νέα αντίληψη για τον κόσμο. Τονίζει πρωτίστως την αυτάρκεια του φυσικού κόσμου, την εξάρτησή μας από τον φυσικό χώρο, και εντοπίζει στο χώρο αυτό το αρχέγονο κοίτασμα της αυθεντικότητας και της αγνότητας ενός λαού. Με τα εφόδια αυτά αντιστέκεται στη φθορά, γεύεται ξανά τον κόσμο, και, χωρίς κανέναν μελοδραματισμό, με λόγο δίκαιο, ακριβό και καίριο, ο οποίος αφομοιώνει πολλούς άλλους λόγους, αποτυπώνει τα «κινήματα» της ψυχής του, «αιχμαλωτίζοντας δια παντός το αιώνιο μέσα από τις φευγαλέες όψεις του εφήμερου», όπως απαιτούσε ο Μπωντλέρ, μεγαλύνοντας το ταπεινό και καθιστώντας το μόνιμο ένοικο του κόσμου της τέχνης. Η προσμονή του ποιητή «να βγει ο ήλιος» πραγματώνεται. η αβλαβής ποιητική του διέλευση συνηγορεί υπέρ της  έλευσης του Νοητού της Δικαιοσύνης Ηλίου.

 

[1] «Εκτό παρά δύο ακαριαία», Δοκιμές αβλαβούς διέλευσης, Περισπωμένη, Αθήνα 2024, σ. 11.

[2] Ο Βαρλάμ Σαλάμοφ (1907-1982), ο συγγραφέας των στρατοπέδων εργασίας, της Κολυμά και της Σιβηρίας, πέρασε ολόκληρη τη ζωή του στους τόπους της εξορίας. Ο Σαλάμοφ αγαπούσε τα βιβλία, δεν είχε ποτέ του βιβλία και πόνεσε αφόρητα, όταν είδε την Παναγία των Παρισίων του Ουγκό να κόβεται από τα χέρια ενός ποινικού στη φυλακή και να γίνεται τράπουλα. Στερήθηκε τα βιβλία, γιατί η πατρίδα του για πολλά χρόνια απέπνεε φόβο.

[3] Σεφερικοί, μάλλον, απόηχοι από τη «Σαλαμίνα της Κύπρος» («Κύριε, βοήθα να θυμόμαστε πώς έγινε τούτο το φονικό. Την αρπαγή, τον δόλο, την ιδιοτέλεια […]»,, Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, ό.π., σ. 263).

[4] «Δοκιμές αβλαβούς διέλευσης, Άδελε, 2 Ιουνίου 1941», ό.π., σ. 25-26.

[5] «Μίλατος», ό.π., σ. 30.

[6] «Τρία στερνά ποιήματα, Τρεμπεσίνα», ό.π., σ. 62.

[7] «Δοκιμές αβλαβούς διέλευσης, Το υποκατώτατο», ό.π., σ. 31. Από το έναρθρο επίρρημα ως επίθετο, το υποκάτω. Που θα πει το πιο ᾽κεί από το «ώσπου δεν ήταν άλλος» βυθός.

[8] «Κανόνας των παραμικρών εξαιρέτων, Ωδή ζ΄», ό.π., σ. 48.

[9] Ό.π., σ. 49.

[10] «Ωδή η΄», ό.π., σ. 50.

[11] «Ωδή θ΄», ό.π., σ. 52.

[12] Ο όρος, που έχει προταθεί από την Κατερίνα Κωστίου, από το 1995, στη διδακτορική της διατριβή (http:/www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/8908), βασίζεται στο γεγονός ότι κοινό χαρακτηριστικό των συναφών με τη σάτιρα εννοιών είναι η υπονόμευση ή η ανατροπή του περιεχομένου ή/και της διατύπωσης και η παράλληλη, καλυμμένη ή λανθάνουσα ύπαρξη ενός δεύτερου νοήματος ή μηνύματος.

 

Λάμπης Καψετάκης, Δοκιμές αβλαβούς διέλευσης, Περισπωμένη, Αθήνα 2024

 

Προηγούμενο άρθροΜια ερωτική ανάφλεξη σε ένα στεγνό, άγονο τοπίο- με τα μάτια του Αντονιόνι (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ