Δευτέρα, 20 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΘΕΜΑΤΑ ΘΕΑΤΡΟ Η νύφη και το “Καληνύχτα Σταχτοπούτα” – Το ψυχικό αποτύπωμα μιας...

Η νύφη και το “Καληνύχτα Σταχτοπούτα” – Το ψυχικό αποτύπωμα μιας παράστασης (της Έφης Κ.)

0
266

 

γράφει η Έφη Κ. (*)

 «Μες τα μισά του δρόμου της ζωής μας, σε μαύρο δάσος βρέθηκα…»[i]. Πάνω σε ένα μεγάλο πανί, οι θεατές/ τριες διαβάζουμε την Κόλαση του Δάντη. Έπειτα εμφανίζεται μια γυναίκα. Φορά λευκό κοστούμι. Θα μας μιλήσει για την κόλαση. Δεν υπάρχει κάποια μεταφυσική ανησυχία. Είναι μια αληθινή βιωμένη κόλαση. Μέσα από το λευκό κοστούμι αναπνέει η Καρολίνα Μπιάνκι.

Παρουσιάζει την έρευνά της που επικεντρώνεται στην Ιταλίδα καλλιτέχνη Πίπα Μπάκα που βιάστηκε και δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της στα πλαίσια της περφόρμανς που δούλευε από κοινού με την καλλιτέχνιδα Σύλβια Μορό. Οι δύο γυναίκες ντυμένες με λευκά νυφικά έκαναν ωτοστόπ και περνούσαν διαδοχικά το ένα σύνορο μετά το άλλο. Το θέμα τους ήταν η αδελφοσύνη. Η Μπάκα πίστευε ακράδαντα ότι αν δείξεις καλοσύνη, η καλοσύνη σού ανταποδίδεται.

Έπειτα παρουσιάζονται τέσσερις αναγεννησιακοί πίνακες του Μποτιτσέλι, που αφηγούνται σταδιακά την ιστορία του Ναστάζιο ντέλι Ονέστι από το Δεκαήμερο του Βοκάκιου και τον τρόπο με τον οποίο ο νέος επωφελείται από ένα τρομερό συμβάν, ώστε να πείσει την αγαπημένη του να τον παντρευτεί.

Στον πρώτο πίνακα ο Ναστάζιο βλέπει ένα αποτρόπαιο θέαμα. Σκυλιά κι ένας ιππότης πάνω στο άλογό του κυνηγούν μια γυναίκα. Προσπαθεί να την υπερασπιστεί, κραδαίνοντας κλαδιά.

Στον δεύτερο πίνακα ο ιππότης πιάνει την γυναίκα. Προσφέρει την καρδιά της τα σκυλιά. Στο βάθος του ίδιου πίνακα  η σκηνή επαναλαμβάνεται. Είναι η αιώνια τιμωρία των δύο συζύγων.

Στον τρίτο πίνακα ο Ναστάζιο μηχανεύεται ένα σχέδιο: προσκαλεί κόσμο σε συμπόσιο ώστε να παρακολουθήσουν όλοι μαζί τη σκηνή. Στους καλεσμένους βρίσκεται επίσης η αγαπημένη του που έχει απορρίψει την γαμήλια πρόταση. Η γυναικοκτονία τελείται από τον ιππότη μπροστά στο πλήθος των θεατών.

Στον τέταρτο πίνακα βλέπουμε το γαμήλιο δείπνο. Η αγαπημένη  του Ναστάζιο πείσθηκε να δεχτεί τον πρότασή του από φόβο ότι μπορεί να έχει την ίδια τύχη με την γυναίκα του πίνακα.

Το πρόσωπο της αγαπημένης του Ναστάζιο, ενσαρκώνει ο μεγάλος έρωτας και μούσα του Μποτιτσέλι. Μέσα από την ηθοπλαστική ιστορία των πινάκων, ο ζωγράφος αφήνει κι αυτός το μήνυμά του: Να με αγαπάς. Να είσαι υπάκουη.

Φαίνεται ότι η Μπιάνκι επιδιώκει να καταδείξει ότι η βία δεν είναι ένα εγγενές ανθρώπινο χαρακτηριστικό, αλλά ένα μαθημένο μοτίβο που επαναλαμβάνεται στους αιώνες. Διαιωνίζεται και εκπαιδεύει τις γενεές. Η ιστορία του πίνακα επαναλαμβάνεται από τον ποδοσφαιριστή Μπρούνο, με τρόπο κατοπτρικό, με μία διαφορά. Δεν υπάρχει άλογο.

Η Μπιάνκι θέλει να βρει μία λέξη που να μπορεί να χωρέσει ολόκληρο το κακό, μια λέξη που θα είναι αρκετή για να μεταφέρει το πονετικό βίωμα όσων επέζησαν, την κόλαση που περιγράφουν στο ιατροδικαστή τα σώματα των νεκρών γυναικών, την κόλαση που έζησε η ίδια. Δεν βρίσκει τη λέξη. Ούτε κι εγώ.

Θέλει ακόμη να αφηγηθεί την προσωπική της ιστορία. Την ιστορία που έζησε το σώμα της, όσο το μυαλό βυθιζόταν στην άβυσσο. Η Μπιάνκι ήταν ναρκωμένη. Ένα κενό μνήμης στη διαδρομή της κόλασης. Παλεύει  να θυμηθεί, παλεύει να πει την ιστορία της ολόκληρη.

Ανακατεύει σκόνη μέσα σε ένα αναψυκτικό. Μας εξηγεί. Είναι το χάπι του βιασμού. Στην Βραζιλία το αποκαλούν: “Καληνύχτα Σταχτοπούτα”. Αν δράσει το χάπι, σύντομα θα την δούμε να κοιμάται κι ο υπόλοιπος θίασος θα αναλάβει να συνεχίσει το έργο. Αν όχι, θα συνεχίσει την διάλεξή της. Πράγματι μετά από λίγο, το σώμα της παραδίδεται σε έναν πολύ βαθύ ύπνο. Τότε εμφανίζεται ο υπόλοιπος θίασος. Δύο γυναίκες φροντίζουν το σώμα της. Της αλλάζουν ρούχα, όπως αλλάζει κανείς ρούχα σε ένα νεκρό σώμα. Την ακουμπούν σε ένα στρώμα.

Τα λόγια της από εδώ και πέρα είναι ηχογραφημένα. Μας μιλά για το έργο του Μπολάνιο “2666”. Το βιβλίο αποτελείται από πέντε μέρη. Η καρδιά του βιβλίου, μιλάει για τις γυναικοκτονίες σε μια μικρή πόλη στα όρια της ερήμου Σονόρα.

Στο πίσω μέρος της σκηνής, φωτίζεται μία φωτογραφία. Ένα τοπίο την ώρα του ηλιοβασιλέματος. Αναγνωρίζω την έρημο Σονόρα. Έχω δει πολλές φωτογραφίες της. Από τότε που διάβασα το 2666, η έρημος έμεινε μέσα μου σαν κόμπος που πάντα θα κουβαλώ. Αυτό δεν οφείλεται μονάχα στην τρομερή συγγραφική δεινότητα του Μπολάνιο, αλλά στην απόλυτη ομοιότητα των περιγραφών του με τις ιατροδικαστικές έρευνες. Τα γυναικεία σώματα, άλλοτε θαμμένα, άλλοτε παρατημένα εκεί ανακατεύονται με την άμμο. Γράφω γι’ αυτά τα σώματα, προσπαθώντας να ολοκληρώσω μια τελετουργία στην καρδιά μου.

Στο πίσω μέρος της σκηνής υπάρχει ένα αυτοκίνητο. Το σώμα της Μπιάνκι μπαίνει στο πορτ – παγκαζ. Τα άτομα μέσα στο αυτοκίνητο λένε ανέκδοτα, μέχρι που συμβαίνει ένα ατύχημα. Αργότερα μεταφέρουν το σώμα της στο καπό του αυτοκινήτου. Μία γυναίκα από τον θίασο με προσοχή, βάζει μία κάμερα μέσα στο αιδοίο της. Βλέπουμε το εσωτερικό όργανο μεγεθυμένο σε μία οθόνη. Η Μπιάνκι μέσα από τον λήθαργό της μας καθησυχάζει. Η καλύτερή της φίλη κάνει την διείσδυση με προσοχή και φροντίδα. Όλοι οι περφόρμερς είναι δίπλα της. Περιποιούνται το σώμα της.

Όσο διαβάζω τις σκέψεις της Μπιάνκι στην οθόνη και μέσα από τη ροζ μαλακότητα του αιδοίου της, σκέφτομαι την τρωτότητα του σώματός μας, αυτή την αδυναμία που ενέχει να πληγώνεται, την πιθανότητα να πεθάνει οποιαδήποτε στιγμή. Αναρωτιέμαι πώς γίνεται να μην αντιλαμβανόμαστε την κοινή ανθρώπινη μοίρα της τρωτότητας.

Την ξαπλώνουν πάλι στο στρώμα και την φροντίζουν. Εκείνη ψάχνει ακόμη μέσα στην ομίχλη να βρει τη λέξη που να χωρά τη βία. Δεν βρίσκει. Έπειτα ψάχνει να βρει μία φράση παρηγορητική. Δεν βρίσκει. Στον τοίχο πίσω  από το κοιμώμενο σώμα της είναι γραμμένη η φράση “She god lov”, από τα βουτηγμένα στο αίμα ζώων χέρια της Άνα Μαντιέτα.

Ο θίασος, πλην μίας περφόρμερ, αποχωρεί από τη σκηνή. Ακολουθεί ο μονόλογός της που απευθύνεται στην Μπιάνκι. Λέει: «… Προσπαθούμε να σηκώσουμε το βάρος του εγώ σου, το βάρος του τραύματός σου, το βάρος της ψυχής σου …  Αυτό το μέρος σε στοιχειώνει Καρολίνα, ήρθε η ώρα να ξυπνήσεις… να γυρίσεις από την κόλαση που βρίσκεσαι…».

Με την βοήθεια του θιάσου η Μπιάνκι ξυπνά. Χειροκροτείται υποβασταζόμενη.

Κρατώ την εικόνα της πίσω από τα καμαρίνια με το σώμα της γερμένο, τη φωτεινότητα που εκπέμπει αυτό το σώμα που μόλις επιβίωσε από τον  κίνδυνο, το σώμα που μας εξέθεσε την πιο γυμνή του γεωγραφία, το σώμα που τελετουργεί για να θάψει ξανά και ξανά τόσα κορίτσια πάνω στη σκηνή.

Αν μπορούν να λειτουργήσουν με τρόπο φροντιστικό οι συγγένειες αγνώστων γυναικών από μέρη μακρινά, αφιερώνω στην Μπιάνκι το παρακάτω κείμενο, που είναι η δική μου λεκτική τελετουργία για τα σώματα της Σονόρα:

 

Παγκόσμιοι Χάρτες[ii]

 Σημείο 32°15′36″N 112°55′34″W 

Σονόρα

 Έρημη/ έρημοι

Τις έναστρες νύχτες ξαπλώνω στην άμμο και κοιτάζω τον ουρανό. Βουλιάζω μέσα τα δάχτυλά μου∙ την κρατώ στα χέρια  κι αφήνω μια μικρή διέξοδο. Κόκκοι ρέουν σαν ορμητικό ποτάμι κι ακολουθούν ο ένας τον άλλο, αναρίθμητοι και απροσδιόριστοι όσο τα παρελθόντα άστρα.

Εκείνες, είναι ξαπλωμένες στην δική τους παχιά άμμο, κάτω από τον ουρανό των Opata, παραδομένες στον αιώνιο ύπνο τους μέσα στην ξηρή γη, τον ξηρό αέρα.

Όσες τις παραχώσανε με τα μάτια ανοιχτά, κοιτούν επίμονα τον ουράνιο θόλο. Χαρτογραφούν κάθε φωτεινό σχήμα σαν επίμονες αστρολόγοι.  Χαρτογραφούν την έρημο που απλώνεται. Κινείται,  δεν σταματάει να κινείται.  Αποκωδικοποιούν τις συντεταγμένες της κινούμενης άμμου κι ανασύρουν τα έρημα σώματα. Ανοίγουν  τα μάτια των κοιμώμενων κοριτσιών σε μια απόπειρα αντιστροφής της ροής της ιστορίας.

Κάποτε τις επισκέπτομαι, τις πλένω, τις χτενίζω, κάνω πλεξούδες στις μικρότερες.

Άλλες νύχτες έρχονται εκείνες.

Χαρτογραφούν τη δική μας έρημο: τη σκοτεινή θάλασσα. Κολυμπούν με τις πνιγμένες.

Πετούν λουλούδια στα μνήματα των δολοφονημένων γυναικών.

Καθοδηγούν τις μητέρες των desaparecidos στην έρημο Atacama και τους μαθαίνουν τα μυστικά του μεταβαλλόμενου ουρανού.

Προσεύχονται στην ξηρότητα που σταματά τη σήψη των σωμάτων. Σαβανώνουν τα οστά. Τους φορούν το τελευταίο ρούχο.

 

Βλέπουν οράματα. Μονολογούν σε γλώσσες ξένες:

Θα έρθουν καλύτερες στιγμές∙ θα επουλώσουμε τα τραύματά μας και θα συνεχίσουμε τη ζωή μας περίπου όπως παλιά.

 

Μας εύχομαι κουράγιο και συμπόνοια.

 

Υ.Γ. Στους πολλούς προφανείς λόγους για τους οποίους το έργο της Μπιάνκι είναι φεμινιστικό, προστίθεται η διακειμενικότητά του. Η περφόρμερ- σκηνοθέτις, συγγραφέας, δεν έρχεται να μας μεταφέρει μονάχα την τραυματική ιστορία της. Αναδεικνύει το επίμονο έργο προγενέστερων καλλιτεχνών, αναγνωρίζοντας τη θέση της ως μέρος μιας αλυσίδας πόνου.

Επιπλέον μπαίνει με ειλικρίνεια σε κριτική για την ίδια τη δουλειά και την εαυτή της, έχοντας μία διαρκή επίβλεψη της θεσιακότητάς της. Αν στο έργο του Μπολάνιο το  σοκαριστικό είναι ότι η λογοτεχνία ταυτίζεται με τη ζωή, το ίδιο θα έλεγα και για το έργο της Μπιάνκι.

 

info: Η νύφη και το «Καληνύχτα Σταχτοπούτα»,Carolina Bianci και κολεκτίβα Caro de Cavalo, Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, 5 και 6 Ιουλίου 2025

 

[i] Δάντη, Θεία Κωμωδία, «Κόλαση», μετάφραση Δ. Μαυρίκιος

[ii] Γράφω την Εαυτή μου, Συλλογικό,  Έφη Κ., Γράφω την Εαυτή μου, Red Marks, 2024

 

Σημ:

Αναφορές σε performances: Πίπα Μπάκα, Σύλβια Μορό, Brides on tour project

Άνα Μαντιέτα, She got love

Αναφορά σε βιβλίο: Αρτούρο Μπολάνιο, 2666, Άγρα, 2011

 

(*) Η   Έφη Κ.  είναι πτυχιούχος Πολιτικών Επιστημών, ηθοποιός και συγγραφέας. Τον Μάιο του 2024 κυκλοφόρησε η νουβέλα της «Ντεσιμπέλ», από τις Εκδόσεις Συρτάρι.

Προηγούμενο άρθροΓεράσιμος Μιχελής — Υπόσχεση στον εαυτό, Μια ανέκδοτη συνομιλία (της Μαρίας Μανωλοπούλου)
Επόμενο άρθροΈνας χείμαρρος από την Κατερίνη (του Θανάση Μαρκόπουλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ