Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Ενας απολογητικός ψίθυρος του Σώματος στο άλλο Σώμα (γράφει η Ιφιγένεια Θεοδώρου)

Ενας απολογητικός ψίθυρος του Σώματος στο άλλο Σώμα (γράφει η Ιφιγένεια Θεοδώρου)

0
417
Whistlers_Mother

 

γράφει η Ιφιγένεια Θεοδώρου

Σε ποιον θα μπορούσε να εξομολογηθεί ένα άντρας, να μιλήσει για το Σώμα που κουβαλάει και τον πονάει καθώς μεγαλώνει, αν όχι στο Σώμα που τον έθρεψε μέσα του για εννέα  μήνες , τον γέννησε και τον μεγάλωσε;

Μια μάνα  περιμένει τα νέα του γιου της  που έχει φύγει από κοντά της,   έτσι όπως αρμόζει σε ένα μεγάλο αγόρι  , να απογαλακτισθεί, να εγκαταλείψει τη φωλιά , το σπίτι και την αγκαλιά της. Είναι ο νόμος  της φύσης αυτός.

Διαβάζεις την κάθε επιστολή και σκοντάφτεις στις λέξεις. Γιατί  μπορεί στην αρχή όλα είναι φανερά, δηλ.  τίποτα περισσότερο από την ατέλειωτη δίψα του  νέου άντρα για φυγή ,για την ανακάλυψη του μεγάλου κόσμου, της ζωής πέρα από την στενή αυλή του σπιτιού… Όμως οι λέξεις αντιστέκονται, ο λόγος του παιδιού γίνεται δυσνόητος και συνάμα τόσο διαφωτιστικός όσο και επικίνδυνος….. «Να επισκεφτώ τα μέρη όπου ο θάνατος είναι περισσότερος εδραιωμένος….»  Πόσο θέλει να ανησυχήσει μια μάνα ; « Θα γυρίσω όταν μπορέσω.»

Φεύγει για το μεγάλο ταξίδι της ζωής, για το φως που ευαγγελίστηκε και του υποσχέθηκε. Ο Δεύτερος μεγάλος αποχωρισμός. Ο γιος εγκαταλείπει για δεύτερη φορά τη Μάνα, το Σώμα που τον γέννησε. Η πρώτη απώλεια ήταν όταν άφησε  την θαλπωρή της μήτρας για το φως, τώρα αναχωρεί για να ψάξει πού κρύβεται η ζωή. Στο άγνωστο πέρα από το σπίτι. Στην έρημο. Στην απόλυτη σιωπή. « Για να δικαιούμαι να έχω φωνή…» λέει. Ο άντρας χάνει το Σώμα της Μάνας, στερείται και τη φωνή της. Για να βρει την δική του φωνή.

Γράμματα…Επιστολές που μένουν ανοιχτές…Αρχίζεις την επόμενη επιστολή όμως η προηγούμενη μένει ακόμα  στο μυαλό σου. Το παιδί γράφει στη μητέρα του κι επίτηδες αφήνει ίχνη για να μπορέσει εκείνη να αποκρυπτογραφήσει τα μηνύματά του. Λέξεις που γίνονται χρώματα γιατί μέσα από το προσωπικό αυτό ταξίδι του παιδιού της η Μάνα παίρνει μηνύματα σαν μικρούς χρωματικούς πίνακες, εικόνες που έχει δει στους τοίχους των εκκλησιών, στον νάρθηκα και στο θόλο των ναών, ιστορίες για μυημένους , λέξεις που μετουσιώνονται σε γνωστές αγαπημένες εικόνες. Γιατί ποια μάνα θα μπορούσε  να αντέξει την μοναξιά και την απελπισία του παιδιού της, τον Γολγοθά που ανεβαίνει αναζητώντας την Αγάπη που του έταξε ; « Οι δρόμοι μάνα, Με έφαγαν οι δρόμοι…Διωγμένοι θαρρείς από παντού….»

Η ζωή είναι ένα δρόμος, δύσβατος και επικίνδυνος. Καιροφυλακτεί ο πόνος και ο θάνατος.  «Μάνα σήμερα πέθανε ένα παιδί δεκαεφτά χρονών…» Ο άντρας έρχεται σε επαφή με την αδυναμία μπροστά στην απώλεια του θνητού Σώματος. « Το άδειο σώμα, έμοιαζε με πήλινο δοχείο που από το ράγισμα χύθηκε η ψυχή…» Ο γιος γνωρίζει τον πόνο. «Προχτές χτύπησα έναν άνθρωπο. Βασάνιζε το μουλάρι του με πάθος…» Νιώθει ότι παρακούει τις συμβουλές της. Κρυφές ενοχές ελλοχεύουν , ζητάει συγνώμη. Ξέφυγε από τις νουθεσίες της, ξέχασε τις συμβουλές της.

Κι ύστερα η χαμηλή εξομολόγηση… «Προχτές μας έφαγαν οι ψύλλοι , μάνα. Πήραμε λάσπη  που έχει άργιλο και θειάφι κι αρχίσαμε να αλειφόμαστε…Ο ένας τον άλλον. Με μόνη πρόθεση την παρηγοριά.» Η ανάγκη του σώματος για παρηγοριά και αγάπη , για χάδι. «Γελούσαμε και κλαίγαμε μαζί.» Ο άντρας ανακαλύπτει την συντροφικότητα, την ανάγκη του Σώματος να μοιραστεί το δρόμο. Κι ύστερα όταν έρχεται το ξύπνημα του Σώματος, όταν ο φόβος για το άγνωστο Σώμα κυριαρχεί και κάνει επισφαλή τον ύπνο του  ο γιος επιστρατεύει τις κοινές αναμνήσεις με τη μάνα του…  «Φοβάμαι να ξυπνήσει η σάρκα μου, τη σκεπάζω με ένα βαρύ στρωσίδι από σκέψη. Σαν τα υφαντά της Α. που έμενε δίπλα μας , θυμάσαι;» Πρώτη  φορά που της απευθύνεται. Επιστρατεύει τις κοινές τους αναμνήσεις. Αναλογίζεται τις προσευχές που του έμαθε η μάνα του, αρωγός στη μάχη της νύχτας,  «όταν το σώμα πετάγεται μούσκεμα ενώ καίγεται σαν βάτος.»

Κάθε γράμμα κι ένα καρφί καινούργιο στο στέρνο της μητέρας. Γιατί νιώθει τον πόλεμο στο μυαλό του παιδιού της, την αδιάκοπη μάχη της σάρκας με το πνεύμα όσο εκείνο αναζητάει τη γλώσσα, να φτάσει το μήνυμα του στους ανθρώπους , να ακουστεί η φωνή του. Αλλιώς τι λόγο είχε να έρθει στη γη; « Εγώ τις λέξεις ήρθα να αναστήσω.» Κι αυτό είναι που συνθλίβει τη μητέρα. Αδιάκοπη μάχη, το Σώμα να ενωθεί με το πνεύμα κι  όλοι να προσδοκούν την Ανάσταση. Γιατί  όλοι περιμένουν προσδοκούν  κάτι άλλο. Το καινούργιο. Το θαύμα! Κι όταν δεν αποκτούν αυτό που επιθυμούν γυρίζουν την πλάτη.  Η απογοήτευση σκοτώνει. « Κλαίνε το λάδι και το ψωμί που μας φίλεψαν…Πάω τότε σε μια σκοτεινή γωνιά και κλαίω …Λέω στους άλλους πως προσεύχομαι…»

Ο Κυριάκος Χαρίτος καλλιεργεί τη δύναμη που έχει να ζωγραφίζει με λέξεις, λέξεις  που πυροδοτούν συναισθήματα στον αναγνώστη  και αμέσως αναδύονται νοήματα που έμεναν κρυμμένα στο υποσυνείδητο του. «Τα δέντρα δεν κοιμούνται . Με κοιτάνε ασάλευτα. Νιώθω τον φόβο…Για μένα δεν είναι άλλη μια νύχτα . Είναι η ύστατη.»  Γράφοντας δημιουργεί εικόνες  χρησιμοποιώντας αντί για χρώματα μεταφορές και παρομοιώσεις, «Κοίταξα ψηλά τον ουρανό. Τόσα αστέρια. Σαν ευλογιά σαν αρρώστια. Το δέρμα του θόλου πληγωμένο χιλιάδες φορές και οι πληγές να λαμπυρίζουν….» Καθώς διαβάζεις μυρίζεις τις λέξεις, λιγώνεσαι…  «Τι ευωδιά που κουβαλούσε το σκοτάδι , μάνα. Είχαν λυγίσει τα χέρια μου από το βάρος του μύρου.»

Ολες οι αισθήσεις σε εγρήγορση. Οραση και όσφρηση και αφή. « Σήκωσα το χέρι μου να πιάσω το μαύρο αίμα και το ασήμι.» Η φύση σωματοποιείται. Το μεγάλο Σώμα το άγνωστο. Η Νύχτα είχε ανοίξει όλα της τα στόματα. Το σκοτάδι αποκτάει χέρια που κουβαλάει την ευωδιά του μύρου. Το δέρμα του θόλου έχει πληγές. Αιμορραγεί. Ο γιος μένει έκθαμβος μπροστά στο μεγαλείο κι αναρωτιέται με δέος. «Πού είσαι ;»  Αναζητάει αυτή τη δύναμη που δημιούργησε τον κόσμο. Τον αθέατο Πατέρα. Τον Θεό ; Στέκεται ανήμπορος ανάμεσα στο μεγάλο Σώμα του κόσμου και στο δικό του φθαρτό σώμα. «Δεν ξέρω ποιος από τους δυο είναι ο κόσμος μου.» Εμβρόντητος μπροστά στην πληρότητα των αισθήσεων. « Εφαγα προχτές  ένα κεράσι , Μάνα. Ένα τόσο δα μικρό κεράσι. Και είπα, ναι. Πιστεύω»

Κι εκεί στα μισά του δρόμου, έχοντας γνωρίσει τι βρίσκεται πέρα από την αυλή του σπιτιού, έχοντας ανακαλύψει το κόσμο που του δόθηκε, για μια δεύτερη φορά απευθύνεται στη μάνα που άφησε πίσω. «Σε σκέφτομαι εκεί , μάνα . Στο χωριό. Να ζεις και να περιμένεις. Εσένα ποιος κόσμος σου δόθηκε; Πώς νιώθεις ;» Η έγνοια του γιου για τη γυναίκα που τον μεγάλωσε, στην απεραντοσύνη του κόσμου  η ζωή της μάνας του φαίνεται  στενή, λίγη. «Πώς είναι μάνα;. Αυτά τα δυο στενά; Ένα κιλίμι κι ένα ζευγάρι σαντάλια κάθε τέσσερα χρόνια;» Το άδικο στη μοίρα των γυναικών. Η πικρή διαπίστωση για τις άνισες σχέσεις ,τις άνισες θέσεις των ανθρώπων. Το ταξίδι του αποκάλυψε το μάταιο του ρόλου του…γιατί αγάπησε το φθαρτό του σώμα, τη συμπόρευση με τους όμοιους , τον αντίλογο και τη σιωπή. «Εγώ θέλω τη γη , μάνα. Θέλω το ξερό χορτάρι και τα υγρά μάτια του ζώου, θέλω την μυρωδιά του καλοκαιρινού ιδρώτα του αδελφού…Θέλω…θέλω μάνα, κι αυτό είναι που υπογράφει την καταδίκη μου.» Η αντίδραση στο πρέπει και  τα θέλω της ανθρώπινης φύσης, η ρήξη ανάμεσα στο σώμα και στο πνεύμα, η άρνηση να υπηρετήσει το θαύμα που ευαγγελίζονται οι γονείς. Το Θαύμα ή αλλιώς ο παραλογισμός. « Εφυγα πέρα να περπατήσω στις αλυκές. Περπάταγα και κλότσαγα το ζεστό νερό. Ακουσα τις φωνές τους από μακριά. Νόμιζαν πως περπατούσα στο νερό. Τους χαιρέτησα και πίστεψαν πως προσεύχομαι.» Η ζωή είναι γεμάτη με φαινόμενα που απατούν , με ανθρώπους που απατούν, άλλους που  απατώνται.  Όταν οι ελπίδες ματαιώνονται… «Πόσα λίγα χρειάζεται μια καρδιά για να πάψει να κλαίει .Ιδού το Θαύμα.»

Στον ατελείωτο δρόμο της αναζήτησης δεν αποφεύγει το πεπρωμένο, τα ποταπά συναισθήματα των συνοδοιπόρων , τις ανθρώπινες αδυναμίες, τον φθόνο, την ζήλεια , την προδοσία. «Τον βλέπω και τον λυπάμαι , μάνα. Θέλω να του πω, φύγε, χαζέ. Τον αποφεύγω. Δεν του αναθέτω εργασίες σημαντικές ούτε τιμητικά πόστα. Για να νιώθει προδομένος. Για να μπορέσει να προδώσει.» Το αδιέξοδο της ζωής, το μάταιο του ανθρώπινου πόνου, αφού η απώλεια είναι το τέλος του μοναχικού αυτού δρόμου. « Κουράστηκα να έχω στο στόμα μου τη γεύση της σκόνης.»  Όμως το μοίρασμα του αγώνα κάνει υποφερτή την κούραση και την απογοήτευση. « Απόψε φάγαμε όλοι μαζί ,μάνα. Λιώναμε σαν κεριά από την κούραση και την αγάπη κι από αυτό που πιστεύουμε.» Η πίστη κινητήριος δύναμη , μηδενίζει την εσωτερική σύγκρουση, την αβεβαιότητα , την πάλη ανάμεσα στο φθαρτό σώμα και την αποστολή που του ανατέθηκε. «Κι αν αποτύχω μάνα;» Τα αναπάντητα ερωτήματα μπροστά στο μεγαλείο του σκοπού, η ακατανίκητη αμφιβολία που εξουθενώνει ίδια με τον δύσκολο δρόμο. «Το πιο τρομακτικό μάνα είναι ότι δεν έχω απαντήσεις.» Ο άντρας τότε καταφεύγει σε ότι τον μεγάλωσε και τον γαλούχησε στην αγκαλιά της. Τα παραμύθια. Ντύνει το σύνθετο και το ανεξήγητο με την σοφία της παραβολής. Γιατί είναι ανθρώπινο , όλοι πιστεύουν στα παραμύθια. « Κάθε φορά που με κοιτάζουν και περιμένουν, τους λέω μια ιστορία. Σαν να ‘τανε παιδιά.»

Ο Χαρίτος παραδίδει πέρα από ένα ποιητικό κείμενο , ένα κείμενο  που εμπεριέχει υπαινιγμούς και συμβολικά νοήματα δίνοντας  όμως στον αναγνώστη αμέσως  όλα τα κλειδιά για να επιδοθεί χωρίς προσκόμματα στην ευχαρίστηση της ανάγνωσης. Ο εντελώς ανθρώπινος Ιησούς, ο επιφορτισμένος να φέρει εις πέρας το Εργο για το οποίο ήρθε στον κόσμο, αναζητάει να υψώσει τη δική του φωνή , το Λόγο του Πατέρα, όμως κατά τη διάρκεια του κοπιαστικού ταξιδιού του προσφεύγει στη γραφή, αποζητάει την σύνδεση και την επαφή με την μάνα που τον γέννησε, σώμα από το σώμα της, σάρκα εκ σαρκός της. Ο εξομολογητικός καθαρμός του προσδιορίζει την άρρηκτη σχέση μάνας και παιδιού, ο απολογητικός χαρακτήρας των επιστολών που της στέλνει δείχνει τις αμφιβολίες του ανθρώπινου νου του  . « Πόσες φορές σε κάποια διασταύρωση θέλησα να πάρω το άλλο μονοπάτι.»  Και η ύστατη εξομολόγηση του άντρα Ιησού  αποδεικνύει το χάρισμα του Κυριάκου Χαρίτου να συνδυάζει  άριστα τον εύρωστο ποιητικό του λόγο με μια παιγνιώδη ευρηματικότητα που δεν αναστέλλει καθόλου την πυκνότητα της  γραφής του.

Κυριάκος Χαρίτος, Γράμματα στην Παναγιά, Πατάκης

Προηγούμενο άρθροΛογοτεχνία και Σύγχρονος Κριτικός Λόγος (27-29 /3)
Επόμενο άρθροΔιονύσης Καλαμβρέζος:όταν τις ιστορίες τις αφηγείται «κάποιος που ήταν εκεί» (συνέντευξη στην Δήμητρα Διδαγγέλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ