του Σπύρου Κακουριώτη
Καθώς αφήνουμε πίσω μας το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, ο κόσμος μας αλλάζει με ραγδαίους ρυθμούς – συνήθως όχι προς το καλύτερο… Για να αντιμετωπίσουμε αυτούς τους μετασχηματισμούς χρειάζεται να τους κατανοήσουμε και γι’ αυτό απαιτούνται νέα διανοητικά σχήματα, ή ένας νέος τρόπος ανάγνωσης των παλιότερων. Αυτό επιχειρούν και τα περισσότερα από τα δοκίμια που παρουσιάζουμε.
Στέφανος Δημητρίου, Η πολιτική σε κρίση, Πόλις
Η πανθομολογούμενη κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που μεταφράζεται σε κρίση της λαϊκής κυριαρχίας, αποτελεί τον πυρήνα του προβλήματος της κρίσης της πολιτικής, τονίζει ο συγγραφέας του ανά χείρας δοκιμίου, επισημαίνοντας πως προϋπόθεση για τη θεσμική και προγραμματική ανανέωσή τους αποτελεί η ανάκτηση των πρωτείων της πολιτικής έναντι της οικονομίας. Καθώς η παγκοσμιοποίηση έχει δημιουργήσει ένα χώρο εκτός των αρχών του δημοκρατικού κράτους δικαίου που ισχύουν σε εθνικό επίπεδο, η δημόσια σφαίρα υφίσταται, για την ώρα, μόνο σε επίπεδο έθνους κράτους. Η αξιακή υπεράσπιση αυτής της δημόσιας σφαίρας, ως πεδίου άσκησης της πολιτικής και της δημοκρατίας, είναι sine qua non προϋπόθεση για την αντιμετώπιση του ακροδεξιού κινδύνου, και για να γίνει αυτό απαιτείται η ενίσχυση των θεσμών πολιτικής συμμετοχής, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Θεωρώντας ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι προϋπόθεση για κάθε ριζοσπαστικό κοινωνικό μετασχηματισμό, ο συγγραφέας εξετάζει εδώ την κρίση της και τα μέσα για την υπέρβασή της μέσα από την προοπτική της συγκρότησης μιας δημοκρατικής μεταρρυθμιστικής Αριστεράς, που σήμερα, όπως υπογραμμίζει, υφίσταται ως ρεύμα ιδεών και σύστημα αξιών, όχι όμως ως συγκροτημένος πολιτικός φορέας. Για να υπάρξει, ως πραγματικά ριζοσπαστική, θα πρέπει να επανανακαλύψει τη λαϊκότητά της και να συγκροτηθεί πάνω στον άξονα της σύνθεσης σοσιαλδημοκρατικής Αριστεράς και πολιτικής οικολογίας – κάνει μάλιστα λόγο για την ανάγκη ανάδειξης ενός «οικολογικού πατριωτισμού» εκ μέρους της Αριστεράς. Το πραγματικό ερώτημα, σημειώνει, τέλος, ο συγγραφέας, καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας ο ίδιος, είναι πώς να συνυπάρξουμε με τους άλλους, αυτοσυγκροτούμενοι και ανασυγκροτούμενοι διαρκώς σε σχέση με αυτούς στη δημόσια σφαίρα, πώς δηλαδή να δημιουργήσουμε το «Εμείς» της δημοκρατίας. Στην πραγμάτευσή του, διατρέχει με τρόπο ευσύνοπτο και συνεκτικό ζητήματα όπως οι σχέσεις φιλελεύθερου κράτους δικαίου και κοινωνικού κράτους, η διάκριση Αριστεράς – Δεξιάς, οι τάσεις ιδιωτικοποίησης της δημόσιας σφαίρας και αποπολιτικοποίησης της πολιτικής, οι μετασχηματισμοί του κοινωνικού ζητήματος και η απαραίτητη μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος, η συμπεριληπτική κοινωνία και η πλουραλιστική δημοκρατία κ.ά. Στο επίμετρο, καταθέτει τις απόψεις ή, καλύτερα, τις αγωνίες του για το δημόσιο σχολείο, το γνωσιακό του περιεχόμενο και τη σχέση του με τη δημοκρατία.
Τάκης Ψαρίδης, Η απαξία της Αριστεράς, Εύμαρος
Δημοσιογράφος με μακρά πορεία, ο συγγραφέας γνωρίζει πολύ καλά την ελκτική δύναμη ενός καλού τίτλου· ίσως είναι αυτός ο λόγος που επέλεξε τον ελαφρώς «προβοκατόρικο» όρο απαξία, προκειμένου να μιλήσει για την απαξίωση της Αριστεράς, όπως την έχουμε βιώσει, με όλο και μεγαλύτερη ένταση τα τελευταία χρόνια. Σύμπτωμα της γενικότερης κρίσης νοήματος που χαρακτηρίζει την εποχή μας, η απαξίωση απλώνεται στη δημοκρατία και τους θεσμούς, την πολιτική και το πολιτικό σύστημα, τα ίδια τα θεμέλια του κοινωνικού βίου. Έτσι, η δημοκρατία μετατρέπεται σε μετα-δημοκρατία, η πολιτική σε μετα-πολιτική και η αλήθεια σε μετα-αλήθεια. Την ώρα που ο τραμπισμός και διάφορες άλλες μορφές μετα-φασισμού επελαύνουν, η Αριστερά, το ρεύμα που συνδέθηκε από καταβολής με την αλληλεγγύη, την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη, προβάλλοντας το όραμα για μια άλλη κοινωνία, απαξιώνεται και αυτή, μάλιστα με ρυθμούς ταχύτερους από τον θεσμικό περίγυρό της. Κι αυτή η εξέλιξη δεν είναι αποτέλεσμα μονάχα της ήττας, των μικρότερων ή μεγαλύτερων υποχωρήσεων της Αριστεράς, αλλά της αμφισβήτησης της ίδιας της δυνατότητάς της να παράγει νόημα και να εμπνέει. Ένα «ψυχοπολιτικό ρεπορτάζ», όπως το ονομάζει ο συγγραφέας του, αυτής της διαδικασίας, της συγκρότησης, δηλαδή, της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, αποτελεί η αφήγηση που περιλαμβάνεται στις σελίδες του παρόντος τόμου. Ένα ρεπορτάζ που γίνεται με την ελπίδα αυτή η «απαξία», που κορυφώθηκε με ό,τι ονομάζει kasselification –προφανές ποιο φαινόμενο περιγράφει, και μάλιστα διά μακρών, αφιερώνοντάς του το εκτενέστερο κεφάλαιο του βιβλίου– να αποτελέσει την ευκαιρία για ένα νέο αριστερό παράδειγμα, από το οποίο «θα αναδυθεί αυτό που ακόμα δεν έχει ειπωθεί». Την ελπίδα αυτή δεν την προσφέρει κάποιος Μεσσίας, αλλά το ανθρώπινο τσουνάμι που κατέκλυσε πολλές φορές δρόμους και πλατείες μετά τα Τέμπη. Και θα κριθεί από το εάν η Αριστερά μπορέσει να προσφέρει ένα άλλο νόημα, απέναντι στην ηγεμονία του νεοφιλελεύθερου νοήματος. Hic Rhodus, hic salta…
Alain Policar, Το woke κίνημα δεν υπάρχει. Η κατασκευή ενός μύθου, Πόλις
Σε μια συζήτηση πολύ γαλλική, που όμως πλέον είναι παγκόσμια, καθώς μετά τη δεύτερη εκλογή Τραμπ και την άνοδο της ακροδεξιάς διεθνώς διεξάγεται πλέον παντού, με διαφορετικούς κάθε φορά όρους, παραπέμπει η μελέτη του πολιτικού επιστήμονα και ερευνητή Αλαίν Πολικάρ, που μετέφρασε στα ελληνικά η Αριάδνη Μοσχονά. Πρόκειται για τη συζήτηση γύρω από το φάντασμα του «wokisme», όρου που χρησιμοποιείται στα γαλλικά, όχι όμως και στην αγγλική γλώσσα· είναι αυτό που στα καθ’ ημάς αποκαλείται, αντιστοίχως, «woke ατζέντα», μια κατασκευή της ακροδεξιάς (αλλά, συχνά, και της mainstream δεξιάς), προκειμένου να αμαυρώσει ένα κίνημα επαγρύπνησης ως προς τις ανισότητες, που είναι σύμφυτο με τη δημοκρατία. Ο όρος, που είναι στενά συνυφασμένος με τις εμπειρίες των αφροαμερικανικών κοινοτήτων ήδη από την εποχή της δουλείας και δηλώνει την αναγκαιότητα της αφύπνισης μπροστά στις αδικίες, εργαλειοποιήθηκε στο πλαίσιο των «πολιτισμικών πολέμων» (όπως και η «cancel culture», το κοινωνικό φύλο ή, σε γαλλικά συμφραζόμενα, ο «ισλαμοαριστερισμός») και ταυτίστηκε με μια νέα «θρησκεία», με ολοκληρωτικές βλέψεις, ακριβώς όπως οι αντιδιαφωτιστές θεωρούσαν, μετά το 1789, ως συνέπεια του γαλλικού Διαφωτισμού την Τρομοκρατία. Ο «αντιγουοκισμός» δεν είναι παρά ένας από τους πολιορκητικούς κριούς της δεξιάς και της συντηρητικής σκέψης, προκειμένου, όπως τονίζει ο συγγραφέας, «να καταπολεμηθεί η επιρροή των κριτικών ρευμάτων στους κόλπους της έρευνας» και των πανεπιστημίων, που υπήρξαν και ο πρώτος στόχος των συντηρητικών, όπως δείχνει τόσο η αμερικανική όσο και η γαλλική εμπειρία. Προκειμένου να αποδομήσει αυτή την κατασκευή της συντηρητικής σκέψης, ο συγγραφέας εξετάζει, αρχικά, τη γενεαλογία του «αντιγουοκισμού» και της κατασκευής εσωτερικών εχθρών, όπου βρίσκει τη θέση του και ο συμφυρμός αντισιωνισμού και αντισημιτισμού, αλλά και οι πολιτικές χρήσεις της laïcité, της γαλλικής κοσμικότητας. Στη συνέχεια διατρέχει τις ποικίλες κατηγορίες εναντίον του «γουοκισμού», που κατασκευάζουν έναν υποτιθέμενο κίνδυνο για τη δημοκρατία, ενώ, τέλος, αναφέρεται στα βασικά χαρακτηριστικά της wokeness και στη χειραφετική της δυναμική, τον οικουμενικό της ορίζοντα και τις παγίδες τις οποίες οφείλει να αποφεύγει.
Susan Neiman, Η Αριστερά δεν είναι woke, Επίκεντρο
Η αμερικανίδα φιλόσοφος και διευθύντρια του γερμανικού ιδρύματος Einstein Forum, αντιθέτως, θεωρεί στις δικές της αναλύσεις ότι η woke θεματολογία, που και εδώ παίρνει πολλές μορφές, από τις πολιτικές ταυτότητας μέχρι τη διαθεματικότητα κ.λπ., εκφράζει παραδοσιακά αριστερά συναισθήματα, καταλήγει όμως να γίνεται διχαστική, δημιουργώντας αποξένωση, την οποία εκμεταλλεύεται η δεξιά. Εκκινώντας από γνήσια ανησυχία για τη διάρρηξη των δεσμών του Δημοκρατικού Κόμματος με τη λευκή εργατική τάξη, για την οποία αιτιάται τη «woke πολιτική», η συγγραφέας, ειδική στη φιλοσοφία του Διαφωτισμού, μεταξύ άλλων, κατηγορεί όσους συντάσσονται με το «woke κίνημα» ότι εγκαταλείπουν βασικές αριστερές θέσεις, όπως την υπεράσπιση της οικουμενικότητας έναντι του φυλετισμού, τη διάκριση δικαιοσύνης και εξουσίας, την πίστη στη δυνατότητα προόδου – τρεις διακριτές θεματικές τις οποίες εξετάζει εκτενώς στα οικεία κεφάλαια, που αποτελούν και τον πυρήνα της μελέτης της. Θεωρώντας πως το διανοητικό υπόστρωμα αυτής της εξέλιξης είναι η απόρριψη των επιστημολογικών πλαισίων και των πολιτικών παραδοχών που κληρονομήθηκαν από τον Διαφωτισμό, στη μελέτη της, που μετέφρασε στα ελληνικά η Ελένη Κοτσυφού, στρέφεται ενάντια στη «γαλλική θεωρία», όπως ονομάζονται στις ΗΠΑ οι στοχαστές που προήλθαν από το μεταδομιστικό ρεύμα (Φουκώ, Ντερριντά κ.ά.), επιχειρώντας να κατανοήσει την επιρροή τους στη σύγχρονη κουλτούρα. Σχολιάζοντας, μάλιστα, την συχνή παράβλεψη της πολιτικής στράτευσης στοχαστών, στους οποίους αναφέρονται πολλοί μεταδομιστές, όπως ο Καρλ Σμιτ ή ο Μάρτιν Χάιντεγκερ στον ναζισμό, επισημαίνει ειρωνικά πως «η οργή, σήμερα, στρέφεται μόνο σε ρατσιστικά αποσπάσματα της φιλοσοφίας του 18ου αιώνα»… Παρουσιάζοντας ως ενιαία μια δέσμη πολλών και διαφορετικών μεταξύ τους προσεγγίσεων, η συγγραφέας κατασκευάζει ένα φάντασμα, το φάντασμα του «woke», προκειμένου, σε αντιπαράθεση με αυτό, να υπερασπίσει αυτές που θεωρεί πυρηνικές αξίες του Διαφωτισμού και της Αριστεράς, παραθεωρώντας τον πληθυντικό χαρακτήρα και του μεν και της δε…
Salomé Saqué, Αντισταθείτε, Στερέωμα
Μια κραυγή αγωνίας, αλλά και μια κραυγή μάχης απέναντι στην άνοδο της ακροδεξιάς –την «αποτρέψιμη» άνοδό της, όπως μας έμαθε ο Μπρεχτ στον Αρτούρο Ούι– αποτελεί το μικρό αυτό βιβλιαράκι της γαλλίδας δημοσιογράφου Σαλομέ Σακέ, που μετέφρασε στα ελληνικά ο Γιώργος Καράμπελας. Κύριος στόχος της η Εθνική Συσπείρωση, κόμμα της Μαρίν Λεπέν, αποδαιμονοποιημένος απόγονος του Εθνικού Μετώπου, του κόμματος του πατέρα της, που συγκέντρωσε με επιτυχία νοσταλγούς του Βισύ και της Γαλλικής Αλγερίας, μαζί με σκίνχεντ που πρωταγωνιστούσαν σε αντιμεταναστευτικά πογκρόμ. Αφού αναφερθεί με ανησυχητικούς τόνους στις καμπάνιες του κόμματος ενάντια στους ενοχλητικούς δικαστές, αλλά και δημοσιογράφους, αναφέρεται στη διάχυση της ακροδεξιάς βίας, αλλά και στη διεθνή διάσταση του φαινομένου. Στη συνέχεια, αναλύει την εξαιρετικά επικίνδυνη για τη δημοκρατία συγκέντρωση της ιδιοκτησίας των ΜΜΕ στα χέρια λίγων ακροδεξιών μεγιστάνων, όπως ο Βενσάν Μπολορέ, που τα μετατρέπουν σε μηχανές αναπαραγωγής της ακροδεξιάς διαστροφής της αλήθειας, αλλά και των ίδιων των λέξεων, σε μια παραδειγματικά σημασιολογική μάχη, όπου η «ελευθερία του λόγου» νοείται ως ελευθερία διάδοσης της ρητορικής μίσους, η οποία, άλλωστε, κυριαρχεί και στην ψηφιακή «φασιστόσφαιρα». Η συγγραφέας καταλήγει σε μια έκκληση για εγκατάλειψη της αδιαφορίας και της δήθεν ουδετερότητας, μέσα από την ενημέρωση των γύρω μας, αλλά και τη δημιουργία νέων δεσμών μαζί τους, δεσμών αλληλεγγύης και αντίστασης. «Η δημιουργία μετώπων σε κάθε εκλογική διαδικασία, υπερψηφίζοντας υποψηφίους που συμμετέχουν χαρωπά και οι ίδιοι στην κανονικοποίηση και την ενίσχυση της άκρας δεξιάς, δεν είναι βιώσιμος τρόπος δράσης», επισημαίνει, καλώντας μας να εδραιώσουμε και να επινοήσουμε πολλαπλές μορφές αντίστασης.
Αλέξης Ηρακλείδης, Φυλετικές θεωρίες στην Ευρώπη και στην Αμερική, Επίκεντρο
Την άνοδο και την πτώση του επιστημονικού ρατσισμού χαρτογραφεί ο συγγραφέας στο έργο του αυτό, νοητή συνέχεια, κατά κάποιον τρόπο, της προηγούμενης μελέτης του για τη Σκοτεινή πλευρά του Διαφωτισμού (Ασίνη, 2024). Το φαινόμενο της φυλετικής προκατάληψης ή του φυλετικού μίσους προηγήθηκε κατά αρκετούς αιώνες της εμφάνισης του όρου racisme, στη Γαλλία, στα τέλη του 19ου αιώνα, έχοντας ήδη συμβάλει στην εκλογίκευση και τη νομιμοποίηση της δουλείας, του δουλεμπορίου, της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού. Όμως, μονάχα η συνάντηση με τον επιστημονισμό προσέδωσε στον ρατσισμό τα χαρακτηριστικά ενός αδυσώπητου ντετερμινισμού, η πίστη στον οποίο επέτρεψε την κανονικοποίηση δολοφονικών ιδεολογιών, όπως ο ναζισμός, που οδήγησαν σε μαζικά εγκλήματα και, εντέλει, στην απονομιμοποίηση του φυλετικού και βιολογικού ρατσισμού – αν και όχι στην εξαφάνισή τους. Αυτή η πορεία εξετάζεται με μεγάλη λεπτομέρεια στις σελίδες του ανά χείρας τόμου, όπου ο συγγραφέας, αφού αναφερθεί, αρχικά, στη δουλεία, από την αρχαιότητα μέχρι τον 19ο αιώνα, και στη συνάφειά της με τον ρατσισμό, παρουσιάζει τις φυλετικές κατηγοριοποιήσεις στις οποίες οδηγούνται οι επιστήμονες κατά την περίοδο του Διαφωτισμού, αλλά και τη σχέση των διαφωτιστών, στην Ευρώπη και στην Αμερική, με τον ρατσισμό. Στη συνέχεια, παρουσιάζει τις φυλετικές θεωρίες που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού επιστημονικού ρατσισμού κατά τον 19ο αιώνα, καθώς και τους σημαντικότερους εκπροσώπους τους. Οι επόμενες σελίδες αφιερώνονται στην ανάπτυξη του επιστημονικού ρατσισμού και στη διάδοση των φυλετικών θεωριών στη Γερμανία και τις ΗΠΑ, αλλά και την ανάδυση, πλέον, και του επιστημονικού αντιρατσισμού κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα, όταν ο φυλετισμός απονομιμοποιήθηκε, μεταπολεμικά, στο ανώτατο επίπεδο, αυτό των Ηνωμένων Εθνών. Παρόλα αυτά, ο επιστημονικός ρατσισμός επέστρεψε με νέα μορφή, ιδίως μέσα από τη σταδιακή κυριαρχία του βιολογισμού (με τα τεστ IQ και DNA, τις αντιλήψεις περί γονιδιακού προκαθορισμού κ.λπ.), ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, αλλά με πολύ μεγαλύτερη ένταση σήμερα, που η έννοια της «φυλής» έχει πάψει να έχει βιολογικό περιεχόμενο, διατηρώντας μονάχα πολιτικο-ιδεολογική σημασία.
G.W.F. Hegel, Λαϊκή θρησκεία και χριστιανισμός, Ροές
Μια σειρά πρώιμων ημιτελών κειμένων του μεγάλου γερμανού φιλοσόφου, που αποδίδει για πρώτη φορά τα ελληνικά ο Κοσμάς Ρασπίτσος, περιλαμβάνονται στον ανά χείρας τόμο. Πρόκειται για γραπτά των ετών 1793-1794, όταν ο Χέγκελ, σε ηλικία 23 ετών, είχε μόλις ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Προτεσταντικό Ίδρυμα της Τυβίγγης και εργαζόταν ως οικοδιδάκαλος στη Βέρνη. Τα κείμενα αυτά έγιναν γνωστά και άρχισαν να συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον μονάχα στις αρχές του 20ού αιώνα, αν και, ακόμη και τότε, δεν αντιμετωπίστηκαν αυτόνομα αλλά μάλλον ως προείκασμα της μετέπειτα φιλοσοφικής εξέλιξης του συγγραφέα τους. Στον παρόντα τόμο περιλαμβάνονται το εκτενές «κείμενο αρ. 16», όπου ο φιλόσοφος πραγματεύεται το θρησκευτικό φαινόμενο, προχωρώντας σε ποικίλες παραδοχές και συγκρίσεις, καθώς και μια σειρά άλλα συντομότερα κείμενα (17-26), στα οποία αναπτύσσει περαιτέρω σκέψεις και επιχειρήματα που διατυπώθηκαν στο πρώτο. Ο Χέγκελ θεωρεί τη θρησκεία πανταχού παρούσα στον ανθρώπινο βίο, όχι όμως ως θεολογική θεωρία αλλά ως βίωμα, ως συναίσθημα και ως κίνητρο ηθικής πράξης. Η διαίρεση αυτή σε θεωρητικό περιεχόμενο και βιωματική πράξη παίρνει τη μορφή της αντίθεσης μεταξύ αντικειμενικής και υποκειμενικής θρησκείας, με τη δεύτερη να αποτελεί εκείνη που μπορεί να συνυφανθεί με τα ανθρώπινα συναισθήματα και να οδηγήσει στην ηθικότητα χωρίς καταναγκασμό. Αφού επισημάνει τους κινδύνους μια τέτοια λαϊκή θρησκεία να περιπέσει στη δεισιδαιμονία και την «φετιχιστική πίστη», ο Χέγκελ εισάγει εδώ μια ακόμη κεντρική έννοια, αυτήν της ιδιωτικής θρησκείας, που αφορά κυρίως την παραμυθία του ατομικού ανθρώπου, και ως τέτοια θεωρεί κατεξοχήν τον χριστιανισμό. Στη συνέχεια, προχωρεί στη σύγκρισή του με την αρχαία ελληνική θρησκεία, που παρομοιάζει με μια «χαρούμενη παραμάνα», που κατευθύνει το παιδί της σύμφωνα με τη φύση, χωρίς να περιορίζει την ελευθερία του. Είναι εμφανής εδώ η επίδραση του Ρουσσώ, όπως και ο δημιουργικός διάλογος με τις θέσεις του Καντ για τη θρησκεία, ο οποίος διατρέχει το σύνολο των πρώιμων αυτών κειμένων.
Αλεξάντρ Κοζέβ, Εισαγωγή στην ανάγνωση του Χέγκελ, Νήσος
Μια από τις σημαντικότερες ερμηνείες της εγελιανής Φαινομενολογίας του Πνεύματος στον 20ό αιώνα περιλαμβάνεται στον παρόντα τόμο, στον οποίο συγκεντρώνονται σημειώσεις από τα μαθήματα του Alexandre Kojève (1902-1968) στην Ecole Pratique des Hautes Etudes, στο Παρίσι, κατά τη δεκαετία του 1930, μέσα από τις οποίες προσφέρεται στον αναγνώστη μια συνεκτική παρουσίαση των βασικών θεματικών της εγελιανής σκέψης. Ο ρωσικής καταγωγής γάλλος φιλόσοφος θεωρείται εκείνος που εισήγαγε τον Χέγκελ στη γαλλική φιλοσοφία του 20ου αιώνα, καθώς πολλοί γάλλοι διανοούμενοι επηρεάστηκαν από το σεμινάριό του, που διεξήχθη από τον Ιανουάριο του 1933 έως και τον Μάιο του 1939. Η προσέγγιση του Κοζέβ επιδιώκει να αναδείξει τον ανθρωπολογικό χαρακτήρα της εγελιανής θεωρίας: πώς η ανθρώπινη ιστορία, η επιθυμία και ο αγώνας για αναγνώριση συνδέονται με τη διαμόρφωση της αυτοσυνείδησης. Η αφήγησή του αναπτύσσεται γύρω από την ιδέα ότι η ανθρώπινη ύπαρξη καθορίζεται από μια θεμελιώδη επιθυμία που δεν στοχεύει απλώς σε αντικείμενα, αλλά στην αναγνώριση από κάποιον άλλο. Μέσα από αυτή τη γραμμή ανάγνωσης, το έργο φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο η εγελιανή διαλεκτική περιγράφει τη δυναμική των κοινωνικών σχέσεων και την ιστορική διαδικασία μέσω της οποίας συγκροτείται η ελευθερία. Ο Κοζέβ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη σχέση ανάμεσα στην πάλη, την εργασία και τη συγκρότηση του ανθρώπινου κόσμου, προσφέροντας μια ερμηνεία που επηρέασε βαθιά μεταγενέστερες φιλοσοφικές και κοινωνικές θεωρήσεις. Το έργο της συγκέντρωσης των σημειώσεων από τις διαλέξεις του Κοζέβ και της επιμέλειάς του κειμένου ανέλαβε ο φίλος του, γνωστός λογοτέχνης Ρεϊμόν Κενώ. Στην ελληνική έκδοση, τη μετάφραση της οποίας υπογράφει ο Τάσος Μπέτζελος, περιλαμβάνεται υλικό από τις διαλέξεις των ετών 1934/35, 1937/38 και 1938/39, καθώς και, σε παράρτημα, η παρουσίαση της διάρθρωσης της Φαινομενολογίας του Πνεύματος, έτσι όπως καταρτίστηκε από τον Κοζέβ. Παράλληλα, αντί εισαγωγής, ο τόμος περιλαμβάνει ένα κείμενο του 1939, στο οποίο αποσαφηνίζονται ορισμένες από τις σημαντικότερες έννοιες της ανάγνωσης του Χέγκελ από τον γάλλο φιλόσοφο.
Frederick Neuhouser, Τα θεμέλια της κοινωνικής θεωρίας του Χέγκελ, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών
Τη συστηματική ανασυγκρότηση και, ταυτόχρονα, τη φιλοσοφική διαύγαση των αντιλήψεων του Χέγκελ περί ελευθερίας, έτσι όπως παρουσιάζονται κυρίως στη Φιλοσοφία του Δικαίου, προσφέρει στο ανά χείρας έργο ο καθηγητής Φρέντρικ Νιούχαουζερ, το οποίο λειτουργεί έτσι ως μια προσεκτικά δομημένη εισαγωγή στη λογική και τις προϋποθέσεις της εγελιανής κοινωνικής φιλοσοφίας. Στις σελίδες της μελέτης του, που απέδωσε στα ελληνικά ο Γιάννης Κοζάτσας, ο συγγραφέας αναδεικνύει τον θεμελιώδη στόχο του Χέγκελ να ορίσει τις κοινωνικές και θεσμικές συνθήκες που καθιστούν δυνατή την «πραγματική ελευθερία» των υποκειμένων, ενώ ταυτόχρονα αποσαφηνίζει τη διάκριση ανάμεσα σε αρνητική, θετική και κοινωνική ελευθερία, δείχνοντας πως έτσι ο Χέγκελ συνομιλεί τόσο με τους φιλελεύθερους και τους κριτικούς τους όσο και με ρεύματα της σοσιαλιστικής σκέψης και της σύγχρονης κριτικής θεωρίας. Εξετάζει βήμα προς βήμα την εγελιανή επιχειρηματολογία, από την έννοια της ατομικότητας μέχρι τη συγκρότηση θεσμών όπως η οικογένεια, η αστική κοινωνία και το κράτος. Αναδεικνύει πώς κάθε σφαίρα συμβάλλει στην πραγμάτωση της ελευθερίας με τρόπο που ούτε αναιρεί το άτομο ούτε το αποκόπτει από τα αναγκαία πλαίσια συλλογικής ζωής. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στο πώς ο γερμανός φιλόσοφος κατανοεί την εξάρτηση και την αλληλεξάρτηση ως βασικά στοιχεία μιας σύγχρονης κοινωνίας, χωρίς να τις αντιλαμβάνεται ως απειλές για την αυτονομία. Αντιμετωπίζοντας τον Χέγκελ ως σύγχρονό μας, ο συγγραφέας, με λόγο προσιτό, που διατηρεί, παράλληλα, την αναγκαία ακαδημαϊκή αυστηρότητα, προσφέρει, τόσο στους ειδικούς όσο και σε λιγότερο εξοικειωμένους με τη σχετική φιλοσοφική παράδοση αναγνώστες, μια ισορροπημένη και καλά τεκμηριωμένη εισαγωγή στη σκέψη του Χέγκελ γύρω από την κοινωνική ελευθερία και την ορθολογικότητα των θεσμών, καθώς και ένα συνεκτικό πλαίσιο για την κατανόηση της επικαιρότητας και της ιδιαίτερης συμβολής της εγελιανής κοινωνικής θεωρίας.
Louis Althusser, Για την αναπαραγωγή, Εκτός Γραμμής
Πιστός σε ένα εκδοτικό πρόγραμμα που εστιάζει στη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα του συνόλου των αδημοσίευτων μέχρι τώρα κειμένων του Λουί Αλτουσέρ, ο μικρός αλλά σοβαρός και επίμονος εκδοτικός οίκος Εκτός Γραμμής παρουσιάζει, για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα, χάρη στη μετάφραση του Τάσου Μπέτζελου, ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του γάλλου φιλόσοφου, που κυκλοφόρησε στα γαλλικά το 1995, μετά τον θάνατό του. Πρόκειται για το χειρόγραφο από το οποίο ο Αλτουσέρ άντλησε το περίφημο κείμενό του «Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους», το οποίο εντάχθηκε στις Θέσεις του (Θεμέλιο, 1999). Γραμμένο στον άμεσο απόηχο του Μάη του ’68, συγκεντρώνει στις σελίδες του ορισμένες από τις πιο κρίσιμες θεωρητικές συνεισφορές του μαρξιστή φιλοσόφου: το περίγραμμα μια υλιστικής θεωρίας της ιδεολογίας και τους βασικούς όρους για μια νέα μαρξιστική θεωρία για το κράτος και την εξουσία, με επίκεντρο τις επεξεργασίες του για τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους. Αναγνωρίζοντας την ανεπάρκεια της μαρξιστικής σύλληψης της ιδεολογίας ως «ψευδούς συνείδησης», ο Αλτουσέρ επεξεργάζεται εδώ μια παραγωγική σύλληψη της ιδεολογίας, η οποία πραγματώνεται μέσα στους ποικίλους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, με πρώτη την οικογένεια, οι οποίοι, εγκαλώντας τα άτομα ως υποκείμενα, παράγουν υποκειμενοποιήσεις που εγγυώνται την αναπαραγωγή των σχέσεων παραγωγής. Ο τόμος συμπληρώνεται με ένα προλογικό κείμενο του Ετιέν Μπαλιμπάρ, που αναφέρεται στις διανοητικές και πολιτικές συνθήκες συγγραφής του κειμένου, αλλά και της σύνθεσης του άρθρου «Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους», σε μια πιο εκτενή και ταυτόχρονα συντομευμένη εκδοχή του αντίστοιχου κεφαλαίου που περιλαμβάνεται στο παρόν έργο· καθώς και την εισαγωγή του επιμελητή της έκδοσης του 1995 Ζακ Μπιντέ σχετικά με την πρόκληση «να ξαναδιαβάσουμε τον Αλτουσέρ», όπου επισημαίνει πως, μολονότι «εκφράζει απόψεις που έκτοτε έχει καταστεί αδύνατο να υποστηρίζονται», διατηρεί «μια μοναδική δύναμη θεωρητικής πρόκλησης».
Β
ίκυ Ιακώβου, Ουτοπία και χειραφέτηση, Εκκρεμές
Φιλελεύθεροι και μαρξιστές, καντιανοί και αποδομιστές, απολογητές του ναζισμού και μεταστρουκτουραλιστές, συναντώνται, τόσο στο πεδίο της φιλοσοφίας όσο και σε αυτό της πολιτικής, στην απόρριψη της ουτοπίας και στην άρνηση του χειραφετικού της δυναμικού. Ιδεολογικό λίκνο του ολοκληρωτισμού για τους μεν, εκτός της επιστημονικής γνώσης των νόμων της ιστορίας για τους δε, η ριζοσπαστική παράδοση της ουτοπικής σκέψης έχει παραμείνει περιθωριακή στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας. Παρά την κυριαρχία της αρνητικής αυτής αντιμετώπισης της ουτοπίας από τους περισσότερους θεωρητικούς του 20ού αιώνα, μια σειρά στοχαστών, οι περισσότεροι «μάλλον περιθωριακοί», όπως παραδέχεται η συγγραφέας του παρόντος τόμου, την αντιμετώπισαν με τρόπο θετικό. Ανάμεσά τους, ο Μιγκέλ Αμπενσούρ, ο Πωλ Ρικέρ, ο Ερνστ Μπλοχ και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, που προσεγγίζουν την ουτοπία σαν μια ιδιαίτερη μορφή σκέψης για την κοινωνία και την πολιτική, αλλά και σαν ένα ευρύτερο φαινόμενο, που συνδέεται με την επιθυμία των ανθρώπων για έξοδο από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται, δηλαδή για την αλλαγή της μέσα από την πράξη και, συνεπώς, την ίδια τη χειραφέτησή τους. Στον παρόντα τόμο, η συγγραφέας αρχικά συζητά τις απόψεις περί ουτοπίας των Μαρξ και Ένγκελς, του Σορέλ και του Μανχάιμ, κάτι που επιτρέπει την κατανόηση της κίνησης της σκέψης των στοχαστών στους οποίους αναφέρεται στη συνέχεια. Οι τέσσερις φιλόσοφοι δεν προσεγγίζουν με τον ίδιο τρόπο το ζήτημα της ουτοπίας: Οι Αμπενσούρ και Μπλοχ επιδιώκουν, ο καθένας με τον τρόπο του, να αποκαταστήσουν με θετικό τρόπο τη θέση της ουτοπίας στον φιλοσοφικό και πολιτικό στοχασμό, ενώ οι Ρικέρ και Μπένγιαμιν διατηρούν μια περισσότερο έμμεση σχέση με την ουτοπία, η οποία δεν κατέχει κεντρική θέση στα κείμενά τους. Επικεντρώνοντας στη συσχέτιση της ουτοπίας με τη χειραφέτηση, η συγγραφέας επιδιώκει, μέσα από τη μελέτη του έργου των τεσσάρων στοχαστών, να αναδείξει την ιδέα ότι «έχει νόημα να σκεφτόμαστε την ουτοπία μαζί με τη χειραφέτηση και όχι ενάντιά της».
Samuel Fleischacker, Μια σύντομη ιστορία της διανεμητικής δικαιοσύνης, Κουκκίδα
Στις νεωτερικές κοινωνίες, αυτό που εννοούμε μιλώντας για «διανεμητική δικαιοσύνη» είναι, σε γενικές γραμμές, η εγγύηση από το κράτος μιας κατανομής των οικονομικών πόρων τέτοιας που να διασφαλίζει σε όλους ένα ορισμένο μέγεθος αναγκαίων υλικών αγαθών. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για την «κοινωνική δικαιοσύνη», μια έννοια στην οποία εδράζεται το νεωτερικό κράτος πρόνοιας σε όλες τις μορφές του. Όμως η έννοια της διανεμητικής δικαιοσύνης συναντάται ήδη στον Αριστοτέλη και, μετά από αυτόν, πληθώρα προνεωτερικών στοχαστών κάνουν λόγο γι’ αυτήν. Είναι λοιπόν το κράτος πρόνοιας μια ακόμη… ελληνική εφεύρεση; Όχι, απαντά κατηγορηματικά ο καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας Σάμιουελ Φλάισακερ, εξηγώντας πως όχι μόνο η έννοια αυτή, έτσι όπως χρησιμοποιείται πριν από την εποχή της νεωτερικότητας, έχει τελείως διαφορετική σημασία αλλά και ότι έως τότε κανένας δεν υποστήριζε, έστω και ως ιδεώδες, την άποψη πως η κοινωνία θα πρέπει να διασφαλίζει την ικανοποίηση των αναγκών του καθενός. Μέσα από τη μελέτη του, που μετέφρασε στα ελληνικά ο συνάδελφός του Διονύσης Δρόσος, ο αμερικανός καθηγητής αφηγείται μια συναρπαστική διανοητική ιστορία, που ξεκινά από τον Αριστοτέλη (για τον οποίο η «διανεμητική δικαιοσύνη» ταυτιζόταν με την αξιοκρατία και αφορούσε αξιώματα και τιμές) και περνώντας από τον Κικέρωνα, τον Ακινάτη και τον Λοκ, αλλά και τις πολιτικές αντιμετώπισης των φτωχών από τις κοινωνίες της πρώιμης νεωτερικότητας, φτάνει στον Άνταμ Σμιθ, τον πρώτο που προσεγγίζει το ζήτημα με νεωτερικούς όρους. Στη συνέχεια ο συγγραφέας εξετάζει τα σχήματα που παίρνει η ιδέα αυτή στο έργο του Ρουσώ και του Καντ, για να έρθει σε αυτόν που πρώτος αντιμετώπισε τη διανεμητική δικαιοσύνη ως πυρήνα ενός πολιτικού προγράμματος: τον ριζοσπάστη συνωμότη της Γαλλικής Επανάστασης, Γράκχο Μπαμπέφ. Το τελευταίο μέρος αφορά τις σύγχρονες προσεγγίσεις της διανεμητικής δικαιοσύνης, από θετικιστές, ωφελιμιστές και μαρξιστές, για να καταλήξει στον Τζων Ρωλς και τη δική του Θεωρία της δικαιοσύνης (Πόλις, 2010), την προσέγγιση του οποίου θεωρεί και την πλέον ολοκληρωμένη, επισημαίνοντας ότι η «διανεμητική δικαιοσύνη» αποτελεί μια φιλελεύθερη έννοια, την οποία σήμερα αντιπαλεύουν μια σειρά νεοφιλελεύθεροι επικριτές του Ρωλς.
Audre Lorde, Ημερολόγια καρκίνου, Κείμενα
Μαύρη λεσβία ποιήτρια: με αυτή την ταυτότητα, αλλά πάνω απ’ όλα με την ιδιότητα της επιζήσασας, η Όντρι Λορντ (1934-1992) καταγράφει, σε αυτό το σπαρακτικό βιβλίο, τη μάχη που έδωσε με τον καρκίνο του στήθους και την ακρωτηριαστική απώλεια που υπέστη. Στις σελίδες του, που μετέφρασε η Ισμήνη Θεοδωροπούλου, συνδυάζεται ο άμεσος, ακατέργαστος λόγος των ημερολογιακών καταγραφών με μια ανάγνωση του καρκίνου του μαστού και της βιομηχανίας γύρω απ’ αυτόν μέσα από τον φακό της πολιτισμικής κριτικής, μεταπηδώντας αδιάκοπα από την αγωνία για την προσωπική επιβίωση στον αγώνα για ζωή και τη συλλογική αποφασιστικότητα γνωστών και άγνωστών της γυναικών, που της πρόσφεραν δύναμη και νοιάξιμο. Η Λορντ περιγράφει την πορεία από την ανακάλυψη ενός ογκιδίου στο δεξί της στήθος μέχρι την ολική του αφαίρεση, τις αμφιβολίες για τις επιλογές που είχε μπροστά της και τον φόβο γι’ αυτό που έμελλε να συμβεί· έναν φόβο που έμαθε να βλέπει στις πραγματικές του διαστάσεις, κάτι που, όπως γράφει, της έδωσε τεράστια δύναμη: «Τι μπορεί να έχει απομείνει να φοβόμαστε, όταν έχουμε αντιμετωπίσει τον θάνατο πρόσωπο με πρόσωπο και δεν τον έχουμε αγκαλιάσει;» αναρωτιέται σε μια ημερολογιακή καταγραφή. Μετά την εγχείρηση, η συγγραφέας επέλεξε να μην κρύψει ποτέ την απώλεια του στήθους της, απορρίπτοντας όλες τις προσθετικές λύσεις που σχεδόν επιβάλλει στις γυναίκες η ιατρική βιομηχανία: «Μας ενθαρρύνουν να αρνηθούμε την πραγματικότητα του σώματός μας, που μόλις έχουμε αναγκαστεί με τόσο ωμό τρόπο να συνειδητοποιήσουμε», γράφει. Πενθεί το χαμένο της στήθος, όμως την ίδια στιγμή ταυτίζεται με τις Αμαζόνες, που σύμφωνα με τον θρύλο έκοβαν τον ένα τους μαστό για να τοξεύουν καλύτερα. Γιατί είναι πολεμίστρια, όπως και όλες οι γυναίκες με καρκίνο του μαστού, για τις οποίες τα λόγια της Λορντ είναι πηγή παρηγοριάς και ενθάρρυνσης κι ένα κάλεσμα σε συμπόνια, οργή, αναστοχασμό και δράση…
Σταύρος Ζουμπουλάκης, Η ανακοίνωση της αλήθειας στον άρρωστο, Πόλις
Έχοντας ιδίαν (πικράν) πείρα, τόσο ως ασθενής όσο και ως συγγενής ασθενούς (την οποία περιέγραψε στο βιβλίο του Η αδερφή μου, Πόλις, 2012), ο συγγραφέας γνωρίζει πολύ καλά περί τίνος ομιλεί. Σε αυτό το ολιγοσέλιδο βιβλιαράκι, όπου δημοσιεύεται πρόσφατη ομιλία του σε ακροατήριο ιατρών ογκολόγων, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης διαπραγματεύεται τα ηθικά διλήμματα που ανακύπτουν όταν ο γιατρός οφείλει να ανακοινώσει στον ασθενή τη δυσάρεστη ιατρική αλήθεια (τη «μαύρη αλήθεια», γράφει χαρακτηριστικά) σχετικά με την κατάσταση της υγείας του και την πρόγνωση σχετικά με την πορεία της αρρώστιας του. Αφού τονίσει ότι η σχέση ανάμεσα σε ιατρό και ασθενή είναι μια σχέση ασύμμετρη αλλά όχι άνιση, καθώς (πρέπει να) είναι μια σχέση μεταξύ προσώπων με σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους, επισημαίνει ότι η ανακοίνωση αυτή δεν είναι κάποιο υπηρεσιακό καθήκον του γιατρού αλλά μια εξαιρετικά βίαιη αποκάλυψη, που του επιβάλλει να προασπίσει ψυχικά τον ασθενή του. Ο συγγραφέας ξετυλίγει τη σκέψη του με βάση τρία ερωτήματα: ποιος ανακοινώνει, σε ποιον, και, κυρίως, τι ανακοινώνει. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι προφανής: ο γιατρός αυτοπροσώπως, όσο βαρύ και αν του είναι αυτό, χωρίς κυνισμό αλλά και χωρίς να καταρρεύσει από την περιβάλλουσα οδύνη – μια εύθραυστη ισορροπία που απαιτεί τέχνη, μια τέχνη που μαθαίνεται, συχνά επώδυνα, μέσα στο νοσοκομείο. Για το δεύτερο ερώτημα, η απάντηση δεν είναι εξίσου προφανής: ασφαλώς στον άρρωστο, αλλά σε εκείνον που θέλει και μπορεί να ακούσει· και εδώ είναι η σχέση που (πρέπει να) αναπτύσσεται αυτή που θα καθοδηγήσει τον θεράποντα για το πώς και μέχρι πού θα βαδίσει. Το τρίτο ερώτημα είναι και το δυσκολότερο: εδώ δεν υπάρχουν μπούσουλες, παρά μόνο η ανάγκη ο γιατρός να πει την αλήθεια χωρίς να κατεδαφίσει το ηθικό του ασθενή. Όπως επισημαίνει καταληκτικά, το ζήτημα δεν μπορεί να συστηματοποιηθεί λεπτομερέστερα, καθώς κάθε περίπτωση είναι και διαφορετική. Γι’ αυτό και επικαλείται ως πυξίδα όχι την ιατρική επιστήμη που μαθαίνεται στο πανεπιστήμιο αλλά την ιατρική τέχνη, που μαθαίνεται καθημερινά στο νοσοκομείο…
Hans–Thies Lehmann, Μεταδραματικό θέατρο, Πατάκης
Ένα τέταρτο του αιώνα μετά την αρχική του έκδοση, κυκλοφορεί και στα ελληνικά το θεμελιώδες, για τη σύγχρονη θεατρολογική έρευνα, έργο του κορυφαίου γερμανού θεατρολόγου Χανς-Τις Λέμαν (1944-2022), που αναλύει και θεμελιώνει θεωρητικά τη ριζοσπαστική στροφή του θεάτρου του ύστερου 20ού αιώνα προς μια μη δραματική διάσταση. Το ανά χείρας έργο αντανακλά και κεφαλαιοποιεί την εμπειρία και τις αναζητήσεις ανεξάρτητων και δυναμικών ομάδων καλλιτεχνών, που από τη δεκαετία του 1970 διερευνούσαν νέους τρόπους έκφρασης και πειραματίζονταν με καινούρια εργαλεία και μεθόδους, αποδεσμευμένοι από κάθε είδους ακαδημαϊσμούς. Κάτω από τον όρο-ομπρέλα «μεταδραματικό», ο συγγραφέας συγκεντρώνει και επιχειρεί να ερμηνεύσει διάφορα θεατρικά διαβήματα, που «διατάρασσαν την εμπειρία των θεατών, δοκίμαζαν νέες πολιτικές της αντίληψης ή συγκρούονταν με τα στερεότυπα του δράματος», επισημαίνει, στον πρόλογό της, η θεατρολόγος Ελένη Βαροπούλου. Μέσα από τον διάλογο σχετικά με τις φόρμες και την κοινωνικοπολιτική σημασία της μεταδραματικής θεατρικής πράξης, ο Λέμαν διαμορφώνει έναν τύπο αισθητικής θεωρίας, όπου κρίνεται η ιδέα της αναπαράστασης, όπως και η φύση της παράστασης, η οποία αντιμετωπίζεται ως καταστασιακό, συμμετοχικό γεγονός. Όπως κρίνεται και η ίδια η θέση του θεατή, αλλά και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες το θέατρο μπορεί να καταστεί όντως πολιτικό, καθώς η νοητική και σωματική ένταξη των θεατών στις διάφορες μορφές του μεταδραματικού θεάτρου προσφέρονται για να το μετατρέψουν σε χώρο αμφισβήτησης, στοχασμού, παραγωγής και όχι μονάχα κατανάλωσης ιδεών. Στη μελέτη του, που μετέφρασε στα ελληνικά η Μαρίνα Αγαθαγγελίδου, ο Λέμαν διατρέχει όλες τις μεταδραματικές μορφές θεάτρου και τα χαρακτηριστικά τους, την περφόρμανς, τα μίντια, την ένταση μεταξύ ζωντανής και διαμεσολαβημένης παρουσίας, το ντοκουμέντο, τη σύμπραξη με διάφορες κοινωνικές πρακτικές και τη σύνδεση με ποικίλα περιβάλλοντα κ.ά. Στο επίμετρό του στην ελληνική έκδοση, ο καθηγητής Πλάτων Μαυρομούστακος προχωρεί σε μια επισκόπηση της ανάδυσης της αμφισβήτησης του ρεαλιστικού θεάτρου και της ψυχολογικής υποκριτικής, καθώς και την εμφάνιση μιας νέας θεατρικής χρήσης του λόγου στην ελληνική σκηνή ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, για να οδηγηθούμε, μετά το γύρισμα του αιώνα, σε μια σχεδόν καθολική μετατόπιση του κέντρου βάρους από το κείμενο στη σκηνική του υλοποίηση.
Σώτος Πετράς, Η ζωή μας είναι θέατρο, Όταν
Σε έναν άγνωστο, σήμερα, κόσμο μεταφέρει τον αναγνώστη ο επιμελητής του ανά χείρας τόμου Διονύσης Μουσμούτης, φέρνοντάς τον σε επαφή με τον λησμονημένο σήμερα δημοσιογράφο Σώτο Πετρά (1903-1991), που υπό το ψευδώνυμο «Πριμπινέτ» διέπρεπε στον χώρο του καλλιτεχνικού ρεπορτάζ, εστιάζοντας το ενδιαφέρον του στο μουσικό θέατρο, την κυρίαρχη μορφή θεατρικής διασκέδασης στον Μεσοπόλεμο, αλλά και στην επιθεώρηση, για τις παραστάσεις της οποίας ο Πετράς έγραφε, όπως και πολλοί άλλοι συνάδελφοί του, διάφορα νούμερα, ήδη από την ηλικία των 18 χρόνων. Τα κείμενα που περιλαμβάνονται εδώ αποτελούν μέρος μιας «καμπάνιας», όπως λεγόταν τότε, που δημοσίευσε, από τις αρχές του 1928 και για τρία συναπτά έτη, στο κυριακάτικο περιοδικό Εβδομάς της εφημερίδας Βραδυνή. Σε αυτά, καλλιτέχνιδες του θεάτρου μιλούν για το «πώς ζουν, τι τους αρέσει και τι δεν τους αρέσει, πώς εργάζονται και πως διασκεδάζουν, τι διαβάζουν και τι σκέπτονται», όπως γράφει ο λογοτέχνης Φώτος Γιοφύλλης, αρχισυντάκτης του εντύπου. Από τις συνεντεύξεις αυτές, που έχουν τη μορφή χαλαρής συνομιλίας μεταξύ γνωστών, ο επιμελητής επέλεξε 45, που μπορούν να αποδώσουν την ατμόσφαιρα της εποχής, επιτρέποντας στον αναγνώστη να γνωρίσει άγνωστες πτυχές μιας, για πολλούς λόγους κρίσιμης, περιόδου της πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας της χώρας. Με τον τρόπο αυτό διευρύνονται οι γνώσεις μας για ένα ανεξερεύνητο θεατρικό είδος (που έκανε την εμφάνισή του στον σύγχρονο ερευνητικό ορίζοντα μονάχα μετά την έκδοση της μελέτης του Μανόλη Σειραγάκη, Το ελαφρό μουσικό θέατρο στη μεσοπολεμική Αθήνα 1922-1940, Καστανιώτης, 2009), αλλά και για τη δημοσιογραφία, τα πρόσωπα και τις πρακτικές της κατά την ίδια περίοδο, ένα θέμα εξίσου ανερεύνητο. Όπως επισημαίνει και ο επιμελητής στην εισαγωγή του, τα κείμενα του «Πριμπινέτ» μπορεί να «χαρακτηρίστηκαν από ορισμένους ανεκδοτολογικά και κουτσομπολίστικα», όμως «προσφέρουν αρκετές πολύτιμες πληροφορίες για τον κόσμο το ελαφρού μουσικού θεάτρου της εποχής». Σε αυτό συμβάλλει εξαιρετικά η εμπεριστατωμένη εισαγωγή του επιμελητή, που πλαισιώνει τα κείμενα, αλλά και ιδιαίτερα το πολύτιμο επίμετρο με τα βιογραφικά των προσώπων και πληροφορίες για τις παραστάσεις που αναφέρονται.

























