Αγγελική Κουντουράκη

0
141

 

                 Καιόμενος

 

Όλα ασπρισμένα και φωτεινά είναι αυτές τις μέρες στο νησί. Μια στάλα τόπος μέσα στη φτώχια και τη μοναξιά και όμως με ό,τι είχανε στολίσανε το λιμάνι και τη πλατεία με τα ελάχιστα καφενεία. Μοσχομύριζαν τα στενά πάστρα και καβουρδισμένο αμύγδαλο. Φέρανε και σε εμάς γλυκά και μας είπανε να τα δώσουμε και στα παιδιά, να γλυκαθούν και αυτά χρονιάρες μέρες. Να δώσουμε και στο Φάνη ένα δέμα με φοινίκια που του αρέσουν. Του τα έφτιαχνε η μάνα του στις γιορτές, εκείνη που δεν ήρθε ούτε μια φορά να τον δει από τότε που τον έκλεισε με τη βία εδώ μέσα. Έχει κορίτσια να παντρέψει και νύφες να τις κάνουν εγγόνια, εκείνος πάντα την ήθελε ολόκληρη δική του να χώνεται μες στα φουστάνια της και να σιγοτραγουδάει. Λίγο ακόμη και θα τα χάνε τα λογικά της με αυτόν.

Μαζί παρουσιαστήκαμε σε αυτό το κολαστήριο και εγώ και ο Φάνης. Εκείνος σκυφτός και αμίλητος να ακούει στη διαπασών από το κασετόφωνο του μόνιμα το ίδιο κομμάτι και εγώ ψυχρός και απόμακρος για να κάνω το αγροτικό μου και να βρίζω θεούς και δαίμονες που με ρίξανε σε αυτή τον ξερό τόπο, με τα κοράκια όλη μέρα να σου παίρνουν το μυαλό.

Σαν με είδε που πρωτομπήκα με τη ποδιά μου στο θάλαμο, χύμηξε πάνω μου να χωθεί μέσα σε αυτή και με τραβούσε σαν μανιασμένος να κάτσω να ακούσω το τραγούδι του. «Μια ηρεμιστική και πάρτε τον». Δεν είχα χρόνο μα ούτε και όρεξη για να πιάσω πολλές παρτίδες με κανέναν εκεί μέσα.

Έτσι συστηθήκαμε με τον Φάνη. Αυτός με τις μουσικές και τα ουρλιαχτά του και εγώ με τα νεύρα μου και τις ηρεμιστικές ενέσεις να σβήνω κάθε επικοινωνία μαζί του πριν καν αρχίσει. Σκεφτόμουν θα τον στρώσω και αυτόν εδώ, μα με πρόλαβε εκείνη η παραμονή Πρωτοχρονιάς.

Μπορεί να βρει στην τρέλα του
αυτά που ’χει ποθήσει
και που δεν αξιώθηκε
να δει και ν’ αποκτήσει

Μέρα νύχτα αυτό το κομμάτι ακουγόταν στη διαπασών στους διαδρόμους. Μαζί με φωνές, απειλές και άναρθρες κραυγές που δεν ήξερες αν έρχοντουσαν από τους ανθρώπους ή από αυτά τα μαύρα απόκοσμα πουλιά.

Δεν ήμουν κακός γιατρός, τους νοιαζόμουν τους ασθενείς μου συνήθως, αλλά στην Αθήνα ήμουν στο τόπο μου. Είχα την οικογένεια μου. Γιορτές ή όχι, όλο και με κάποιον φίλο θα βγαίναμε το βράδυ να κάνουμε τις βόλτες μας. Τώρα εδώ στην άκρη του κόσμου εγκλωβίστηκα με όλους αυτούς που λες και στις γιορτές του δίνανε κάτι και γινόντουσαν θεριά ανήμερα. Όλο κάτι ζητούσαν και σκάλιζαν να βρουν. Μα ούτε ο θεός ,ούτε ο διάολος μπορούσανε να καταλάβουν τι ευχόταν η ψυχούλα αυτών των λαβωμένων και βαθιά ριζωμένων για τα καλά εδώ μέσα ανθρώπων.

Βλέπανε τα φώτα από το λιμάνι, νιώθανε και τους δικούς τους να τριγυρνάνε από σπίτι σε σπίτι για τις γιορτινές βεγγέρες τους και δεν ησυχάζανε ούτε στον ύπνο τους; Δεν ξέρω.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς και ο καιρός τα ταίριαξε με όλους αυτούς  εδώ μέσα. Λύσσαγε με μια μανία καταστροφική. Αέρας δαιμονισμένος να τσακίζει κλαδιά δέντρων πάνω στις σκεπές και η θάλασσα να φτάνει μέχρι την αυλή και να ανακατεύει χώματα και πέτρες. Οι πόρτες και τα παράθυρα να κοντεύουν να σπάσουν. Σαν κάποιος να ήθελε να σηκώσει όλο το κτίριο και να το ρίξει στη θάλασσα μαζί με όλες τις ψυχές που κουβαλούσε.

Έτος 1963, 31 Δεκεμβρίου ώρα 5.27 το απόγευμα.

Εγώ μόνος με πέντε νοσηλευτές και η «χορωδία» από ουρλιαχτά, κατάρες και κλάματα να μη λέει να σωπάσει. Μόνο το κασετοφωνάκι του Φάνη δεν ακουγόταν. Πάλι θα το είχε σκάσει και θα είχε κρυφτεί μαζί με τα κοράκια πλάι στα κούτσουρα που στοιβάζαμε στην αυλή. Κάθε απόγευμα εκεί έδινε τις συναυλίες του μαζί με αυτά τα κακορίζικα πλάσματα που σιωπή δεν έκαναν ποτέ.

Έπρεπε να τον μαζέψω. Αν είχε νυχτώσει για τα καλά θα τον παρατούσα στη τύχη του, όμως είπαμε άλλο οι ενέσεις και τα δεσίματα και άλλο να τον βρουν στο λιμάνι πνιγμένο στη δική μου βάρδια.

Σαν βγήκα στην αυλή με πήρε από τη μούρη η βρώμα από όλα τα σκουπίδια και τα ζωντανά που σαν ένα κουβάρι μαύρο και τσακισμένο στροβιλίζονταν στον αέρα.

Έβριζα και έφτυνα χώμα και νερό. Παντού αυτό το σκοτάδι της ώρας που σβήνει ο ήλιος και σου τυφλώνει τα μάτια και την αντοχή. Πουθενά ο Φάνης. Σαν πέρασα μπροστά από το εγκαταλελειμμένο ξωκλήσι είδα μια φλόγα απόκοσμη να φωτίζει τα σπασμένα παράθυρα και σπίθες να πετάγονται μέσα από αυτά, νοσταλγικά και απόκοσμα σαν στάλες καλοκαιρινής βροχής. Έτρεξα τότε και ανοίγοντας την πόρτα τον βρήκα να στέκεται στο κέντρο.

Με μια φωνή σαν οι άγγελοι να είχαν κατέβει στη γη και να παρακαλούσαν για τη σωτηρία του κόσμου με όλη τους την καρδιά έψελνε. Έψελνε και έκλαιγε ο Φάνης. Έψελνε και ξεψυχούσε με ένα αμήν στο στόμα και σαν το λιβάνι ανέβαινε η φωνή του μαζί με τους καπνούς στον ουρανό.

Μόλις συνήλθα, είδα τις φλόγες που τον είχαν κυκλώσει. Τι και αν ούρλιαζα, τι και αν του πετούσα ό,τι πέτρες και μαδέρια έβρισκα γύρω μου. Τίποτα εκείνος. Μόνο έψελνε ήρεμος και με αυτή τη φωνή που χάραζε ακόμη και τους βράχους. Έβγαλα το παλτό μου και το έριξα πάνω του. Μέσα στο λαμπάδιασμά από τα ρούχα και τα μαλλιά του όρκο θα έπαιρνα πως τον είδα με δύο μαύρα φτερά στη πλάτη να γίνεται ένα με το σκοτάδι που γέμισε άξαφνα το ξωκλήσι.

 

Τον άρπαξα από τη μέση και τον τράβηξα μακριά από τη φωτιά. Μα ήταν ήδη βαρύς σαν κούτσουρο, σωριάστηκε στο νάρθηκα και ξεψύχησε μπροστά στα μάτια του θεού του που τον εγκατέλειψε να καίγεται αθόρυβα στη μοναξιά μέσα σε αυτό τον άγριο κόσμο.

Σαν σήκωσα το κεφάλι μου και φώτισα με ένα παλιοφάναρο που είχα το χώρο, τότε το είδα. Δίπλα στις ξεφτισμένες εικόνες των αγίων, κόκκινα στραβά γράμματα, σαν τα σημάδια από το αίμα όσων βρίσκαμε πεθαμένους τα πρωινά, πάνω στα σεντόνια αυτού του τόπου.

«πιγενε με

             πίσο

       στιν αγαλια

τις μανας»

 

                   

 

 

Προηγούμενο άρθροΒραβεία της Εταιρείας Συγγραφέων
Επόμενο άρθροΔημήτρης Καλοκύρης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ