Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΣΤΗΛΕΣ Η επαναμάγευση του κόσμου: Συνέντευξη με έναν βρικόλακα (του Φώτη Θαλασσινού)

Συνέντευξη με έναν βρικόλακα (του Φώτη Θαλασσινού)

0
30

Φώτης Θαλασσινός

 

  1. Αυτό το φέρετρο, η κοσμογονία που επιτελούν οι άνθρωποι που μεταφράζουν αλλιώς τον κόσμο. Παρατημένο ανάμεσα σε πάρκινγκ και  σπίτια έρημα. Ακατοίκητα. Κάσα, ιδανική κατοικία βρικόλακα σε μια Καλλιθέα που λειτουργεί κατά τόπους και ευτυχώς σπάνια ως σκηνικό τρόμου. Όταν διασχίζεις οδούς με σπίτια χωρίς αυλές. Που χτίστηκαν με  μόνη ομορφιά την πρακτική χρησιμότητά τους να φιλοξενήσουν ανθρώπους στα εσωτερικά τους. Η ιλιγγιώδης δόμηση στην Καλλιθέα είναι σε κάποιους δρόμους της ασφυκτική. Δεν είναι μόνο ποτάμι και Ιλισός η Καλλιθέα. Είναι και ο πιο πυκνοκατοικημένος δήμος της Ελλάδας. Κι εκεί κάπου στα πιο βυθισμένα της κατατόπια μπορείς να βρεις πολλά πλάσματα απ’ το υπερφυσικό και ανθρώπους απ’ τις παρυφές της ζωής.  Απ’ τις περιοχές που δεν είναι κοινωνικά οργανωμένες αλλά σαν ορμητήρια περιπλανώμενων για να βρουν το φαΐ τους και σαν αξιοθέατα για όλους τους φιλοπερίεργους πεζοπόρους που ξέρουν κάθε γωνιά της πόλης. Το φέρετρο του βρικόλακα στην φωτογραφία δεν ήταν μόνο του. Υπήρχε κι άλλο ένα λίγα μέτρα πιο κάτω σ’ ένα σκουριασμένο στα επιμέρους κομμάτια του πάρκινγκ. Όλοι οι παράξενοι ξέρουμε ποιοι κοιμούνται μέσα σ’ αυτά και από σεβασμό τους αφήνουμε στις ησυχίες τους. Τώρα, για την ηδονή να υπάρχουν, ας μην ομιλήσουμε καλύτερα… Αλλά και ποιος μπορεί να τα βάλει μαζί τους . Εξελίχθηκαν όπως οι ανίκητες μεταλλάξεις πρώην αβλαβών ιών και τίποτα απ’ τα παραδοσιακά όπλα δεν τους σκοτώνει.   Απέθαντοι πέρα για πέρα.

 

Όταν είχε βγει η ταινία Συνέντευξη μ’ έναν βρικόλακα του Neil Jordan με το σενάριο να βασίζεται στο φερώνυμο βιβλίο της Ανν Ράις τίποτα και για δέκα χρόνια δεν θα ήταν το ίδιο στη ζωή μου. Διάβασα κι άλλα επιπλέον βιβλία της συγγραφέως 2-3 που είχαν μεταφραστεί στα ελληνικά. Κι από τότε νόμιζα πως ήμουν βρικόλακας. Κυκλοφορούσα μετά την δύση του ήλιου. Και  όταν  έβλεπα κάποιον όμορφο άντρα τον κοίταζα με την πρόθεση να απορροφήσω την ζωντάνια του και να τον αφήσω. Στην pop κουλτούρα θα μ’ έλεγαν ενεργειακό βαμπίρ. Συνήθως μεταφράζουμε τον κόσμο μέσα απ’ τα δικά μας βιώματα,  μέσα απ’ την τέχνη που μας σημάδεψε, μέσα απ’ την μαγεία που μας άγγιξε. Οτιδήποτε έντονο μας συνέβη είναι πια μέσα μας σαν σύμβολο και σαν ερμηνεία όλων αυτών των αινιγματικών εικόνων γύρω μας.

Τότε φορούσα μόνο μαύρα ρούχα ή το πολύ ένα λευκό πουκάμισο με πολύ ψηλούς γιακάδες. Είχα περασμένα στα δάχτυλα μου ατσάλινα δαχτυλίδια. Και τα αρχοντικά παπούτσια μου είχαν μια αριστοκρατική στίλβουσα αγκράφα. Ό,τι έκανα τότε επηρέασε κατά πολύ τον τρόπο που σήμερα νοηματοδοτώ τον κόσμο. Ώστε λοιπόν ακόμη και εξάρσεις από φως τίς βλέπω σαν ατελεύτητα σκοτάδια. Βλέπω στην θέση του ήλιου ένα μαύρο αστέρι.  Και στα πολύχρωμα τριαντάφυλλα βλέπω στολισμούς φέρετρων.

Ο κόσμος υπάρχει όπως υπάρχει και συγκλονιστικά διαφορετικός για τον καθένα από εμάς. Μπορεί όλοι να αισθανόμαστε τα ίδια πάνω κάτω αισθητηριακά σκιρτήματα. Οι ψυχολογικές διακυμάνσεις  που αυτά εμπνέουν είναι για όλους διαφορετικές. Και μέσα σ’ αυτή την συναισθηματική ασυνεννοησία  κατανοεί κανείς  γιατί στο τέλος της ημέρας κάθε άνθρωπος νιώθει μια αβοηθητότητα και ξενότητα.  Ένας φωτεινός άνθρωπος βλέπει τον ήλιο ως ζωοδότη. Ένας σκοτεινός τον βλέπει ως καύμα στους καύσωνες της Αθήνας. Όσο και να ψάξουμε μέσα στα πλήθη  των ανθρώπων να επικοινωνήσουμε με μια αδερφή ψυχή τόσο πιο πολύ θα πελαγοδρομούμε.

Το τραπέζι με τον σταυρό στην φωτογραφία είναι για μένα φέρετρο. Κάποιος φοβάται στις ταινίες θρίλερ και κάποιος άλλος γελάει. Κάποιος μπορεί να κάνει χωρατά στις κηδείες κι ενώ όλοι οι υπόλοιποι πενθούν. Να ερμηνεύεις τον κόσμο σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου.  Μπορεί να έχουμε δώσει ονόματα σ’ αυτά που βλέπουμε, ακούμε κ.τ.λ. για να μπορούμε να συνεννοηθούμε αλλά μόλις τελειώσει ένας διάλογος κάποια απ’ τα διαμειβόμενα  καταλαγιάζουν ως πιο ήσυχα και άλλα ορθώνονται εντός μας σαν τρόμοι. Ο κόσμος υπάρχει ως υπάρχει μόνο γι’ αυτή την συνεννόηση μεταξύ μας.  Αλλιώτικα είναι  αυτό που πρεσβεύει γι’ αυτόν ο σολιψισμός. Κάθε άνθρωπος κι ένας κόσμος. Και η συγκίνηση γεννιέται όταν οι πολλοί μετέχουν της μοναδικότητας ενός καλλιτέχνη -του έργου του- ανάμεσά τους. Αλλά και πάλι το έργο τέχνης συγκινεί τον καθένα για άλλο λόγο. Μόνο η συγκίνηση ως συναίσθημα είναι κοινό.

Ώστε λοιπόν όλα τα ορθογώνια παραλληλεπίπεδα είναι για μένα φέρετρα. Ειδικά τα κιβωτιόσχημα. Και να έχει αφήσει ο χρόνος τα ίχνη του πάνω στα υλικά απ’ τα οποία είναι φτιαγμένα. Πατίνα του χρόνου που δείχνει πως δεν σήπονται μόνο τα έμψυχα αλλά και όλα τα κτιστά απ’ τον άνθρωπο πράγματα. Αλλά και ιδωμένα ως παλιά θησαυροφυλάκια του αιωνίως άφθαρτου. Λες και έρχονται από πολύ παλιά και φυλάσσουν μέσα  τους ακοίμητες ζωές παράξενων όντων.

  1. Η Μέδουσα ήταν στην οροφή ενός tatoo shop. (Σ.τ.σ. ευχαριστώ τα παιδιά που μου επέτρεψαν να την φωτογραφίσω.)  Και την ίδια που δεν με πέτρωσε, κράτησε κλειστά τα μάτια της. Αλλά ακόμη όταν την βλέπω μένω μουδιασμένος. Σαν εμβρόντητος. Γιατί το μυστήριο με όλες τις απεικονιστικές εκδοχές της Μέδουσας είναι πως μοιάζει να σε βλέπει κι ας είναι τα μάτια της κλειστά. Μόνο τον H.R. Giger  θυμάμαι που την έκανε μ’ ανοιχτά μάτια και ακόμη πετρώνει όποιον την κοιτά.

Το πέτρωμα γιατί ενώ  η φωτογραφισμένη Μέδουσα είναι πανέμορφη διατηρεί εκείνο το σκοτεινό μεγαλείο να σε ακινητοποιεί. Είναι πολλά τα τέρατα  κι από πιο παλιές εμφανίσεις τους που πια έχουν πάρει την μορφή της σαγήνης και της μαγείας, της ομορφιάς. Τους είναι πιο εύκολο ως εκπάγλου καλλονής ανθρωπόμορφα όντα να βρίσκουν τα θηράματά τους.

Η  Μόρα έρχεται τα βράδια στην κρεβατοκάμαρα σαν μια vamp γυναίκα και με φωνή που συνεπαίρνει απελευθερώνει το σώμα σου σε ύπτια θέση. Ακατάληπτη αλλά θελξικάρδια φωνή. Και τότε σε φτάνει μέχρι το στήθος και σου ρουφά την ενέργεια, ζεις βασανιστικές στιγμές μέχρι να ανακάμψεις και να την διώξεις. Πρώτα σε απελευθερώνει λυσιμελή και αφού έχει μπροστά της όλη την γεωγραφία των πιθανών στόχων της απλώνει τα νύχια και τα δόντια της και απομυζά ηδονιστικά  ό,τι υπάρχει μέσα σου σαν ενέργεια που δονείται. Ίσως παλιότερα να έπινε αίμα. Μα πια το αίμα την προδίδει και δεκάδες εξορκιστές και μάγισσες καταφτάνουν στα σπίτια για να τα εξαγνίσουν.

Ο βρικόλακας ή απέθαντος ή και βαμπίρ έχει πιο σπάνιες επιθέσεις σε ειδικά λημέρια στα άτυπα καφέ στα πεζοδρόμια πίσω και κοντά στην πλατεία Ομονοίας. Εκεί που το αίμα ρέει στα σώματα των ανθρώπων από αιμορραγίες απ’ τις σύριγγες της μορφίνης. Πολλές φορές απλώνουν τα σκότη τους στους ναρκομανείς και απλά γλείφουν τις πληγές τους χωρίς να χρειαστεί να πάρουν και τις ψυχές τους. Όποτε δουν ανάμεσα σ’ αυτούς τους καταραμένους ονειροπόλους κάποιον ιδιαίτερης ομορφιάς  τότε ακράτητοι πορεύονται προς το ιδιάζον φως του. Κι εκεί η επίθεση έχει όλη την άφατη μυσταγωγία της μέχρι του ξεψυχίσματος του θύματος.

Και θυμάμαι και τον Νεκρό Αδερφό. Αυτό το ποίημα που σημάδεψε όσο κανένα άλλο την μνήμη μου.

 

Στὴ στράτα ποῦ διαβαίνανε πουλάκια κιλαϊδοῦσαν,
δὲν κιλαϊδοῦσαν σὰν πουλιά, μήτε σὰ χελιδόνια,
μόν’ κιλαϊδοῦσαν κ’ ἔλεγαν ἀνθρωπινὴ ὁμιλία.
«Ποιὸς εἶδε κόρη νὄμορφη νὰ σέρνῃ ὁ πεθαµένος!
—Ἄκουσες Κωσταντῖνε µου, τί λένε τὰ πουλάκια;
—Πουλάκια εἶναι κι’ ἃς κιλαϊδοῦν, πουλάκια εἶναι κι’ ἃς λένε.»
Καὶ παρεχεῖ ποῦ πάγαιναν κι’ ἄλλα πουλιὰ τοὺς λένε.
«Δὲν εἶναι κρῖμα κι’ ἄδικο, παράξενο, µεγάλο,
νὰ περπατοῦν οἱ ζωντανοὶ μὲ τοὺς ἀπεθαμένους!
—Ἀκουσες, Κωσταντῖνε μου, τί λὲνε τὰ πουλάκια,
πῶς περπατοῦν οί ζωντανοὶ μὲ τοὺς ἀπεθαμένους.
—Ἀπρίλης εἶναι καὶ λαλοῦν καὶ Μάης καὶ φωλεύουν.
—Φοβοῦμαι σ’ ἀδερφάκι μου, καὶ λιβανιαῖς μυρίζεις.
—Ἐχτὲς βραδὺς ἐπήγαμε πέρα ’ς τὸν ἅη Γιάννη,
κ’ ἐθύμιασέ μας ὁ παπᾶς μὲ περισσὸ λιβάνι.»
Καὶ παρεμπρὸς ποῦ πήγανε, κι’ ἄλλα πουλιὰ τοὺς λένε.

«Γιὰ ἰδὲς θᾶμα κι’ ἀντίθαμα ποῦ γίνεται ’ς τὸν κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερὴ νὰ σέρνῃ ὁ πεθαµένος!»
Τἄκουσε πάλι ἡ Ἀρετὴ κ’ ἐρράγισε ἡ καρδιά της.
«Ἄκουσες, Kωσταντάκη µου, τί λένε τὰ πουλάκια;
—Ἄφησ’ Ἄρέτω, τὰ πουλιὰ κι’ ὅ τι κι’ ἂ θέλ’ ἃς λέγουν.
—Πές µου, ποῦ εἰναι τὰ κάλλη σου, καὶ ποῦ εἰν’ ἡ λεβεντιά σου,
καὶ τὰ ξανθά σου τὰ μαλλιὰ καὶ τὄμορφο µουστάκι;
—Ἕχω καιρὸ π’ ἀρρώστησα καὶ πέσαν τὰ μαλλιά µου.»

 

Φαντάζομαι ιδανικό αυτό τον άντρα που μυρίζει  λιβανιές. Η μορφή του αγέρωχη και ελκυστική γιατί αυτό συνεπάγεται η καταγωγή του απ’ τον τάφο και η δεύτερη αναστημένη βραχύβια ιππηλασία προς την Αρετή και πάλι πίσω στο πατρικό τους. Είναι μια δική μου αίσθηση πιο πολύ μια παραζάλη που έρχεται απ’ τους ήχους ή απ’ την τάση να φαντάζομαι δικούς μου (ήχους) για το ποίημα.

Είναι παράξενο αλλά αληθινό όπως και όλα όσα γράφονται πως είναι ο Νεκρός Αδερφός το soundtrack της περιπλάνησης μου στην Καλλιθέα. Θέλω να είμαι ήδη μαγεμένος όταν φωτογραφίζω. Γιατί μόνο τότε το  φωτογραφισμένο θέμα θα γίνει κατά κάποιο τρόπο παιδί μιας όμοιας μαγείας. Πέρα απ’ το αγαπημένο δημοτικό τραγούδι υπάρχουν και οι άλλοι υπεράνθρωποι για τους οποίους έγραψα και που συναντώ στην Καλλιθέα  ή  ζω μες στην ανάμνηση τους για να γίνει αυτό που λέω και παραπάνω-να μεταδώσω παντού την μαγεία.  Έχω φωτογραφίσει πολλές φορές πράγματα που λογαριάζω για φέρετρα, για δόντια, για σκοτεινούς βασιλιάδες, για την θεά Εκάτη. Ενώ ξοπίσω μου αφήνουν αλυχτίσματα η Λάμια, η Έμπουσα, η Μόρα και οι Τρεις Γραίες.

 

 

 

Προηγούμενο άρθροAnnie Ernaux: «Θα γράψω για να εκδικηθώ τον λαό μου» (από την Αλεξάνδρα Χαΐνη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ