Τρίτη, 27 Οκτωβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ Τίτος Πατρίκιος: “Πως δεν έγινα λαθρέμπορος διαμαντιών” (στιγμιότυπα από το “Άνθρωποι που...

Τίτος Πατρίκιος: “Πως δεν έγινα λαθρέμπορος διαμαντιών” (στιγμιότυπα από το “Άνθρωποι που γνώρισα”)

0
41
εικόνα ΑΙ

 

Ο Τίτος Πατρίκιος στο βιβλίο του που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες με τίτλο “Άνθρωποι που γνώρισα” (εκδ. Κίχλη) αναφέρει πολλές μικρές λεπτομέρειες και γεγονότα, σοβαρά και ευτράπελα που τον συνέδεσαν με 23 πρόσωπα, διανοούμενους της εποχής του. Ενδεικτικά για το ύφος του βιβλίου παραθέτω τις αναμνήσεις του Τίτου Πατρίκιου για τον Βαγγέλη Γκούφα, εξαίρετο δημοσιογράφο, θεατρικό συγγραφέα, σεναριογράφο και ποιητή.  (Γιάννης Ν.Μπασκόζος)

 

Τίτος Πατρίκιος : Βαγγέλης Γκούφας, (1925–2016), Ὁ συναγωνιστὴς ἀπὸ τὸ Βαρβάκειο (προδημοσίευση)

Ο Βαγγέλης Γκούφας

Ὅταν μὲ τὴν Κατοχή, τὸ 1941, ἄνοιξαν πάλι τὰ σχολεῖα, γράφτηκα, γιὰ νὰ συνεχίσω στὴν τρίτη ὀκταταξίου (1η γυμνασίου), ἀφοῦ πέρασα μιὰ εἰδικὴ ἐξέταση, στὸ Βαρβάκειο. Ἀνάμεσα σ’ ὅλους τοὺς μαθητές, ἕνας κατὰ τρία χρόνια μεγαλύτερος ποὺ ξεχώριζε ἦταν ὁ Βαγγέλης Γκούφας. Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ὑπῆρχαν στὸ σχολεῖο δύο ἄριστοι μαθητὲς ποὺ διακρίνονταν. Ὁ ἕνας ἦταν ὁ Βαγγέλης Γκούφας καὶ ὁ ἄλλος ὁ μετέπειτα γιατρὸς καὶ καθηγητὴς Πανεπιστημίου Εὐτύχιος Βορίδης. Ὁ Γκούφας, ἐκτὸς ἀπὸ ἄριστος μαθητής, ἔγραφε καὶ θαυμάσια ποιήματα ποὺ τὰ ἀπάγγελνε καὶ ὅλοι τὸν θαύμαζαν. Παράλληλα ἦταν δραστήριος στὶς πολιτιστικὲς ἐκδηλώσεις ποὺ ἔκανε ἡ «Διάπλαση τῶν παίδων» καὶ οἱ διαπλασιακοὶ σύλ­λογοι. Εἶχε τὸ ψευδώνυμο «Διαβάτης». Συμμετεῖχα κι ἐγὼ δραστήρια σὲ αὐτὲς τὶς ἐκδηλώσεις μὲ τὸ ψευδώνυμο «Ἄλμπατρος», ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ἱπτά­μενου πλοίου τοῦ Ροβήρου τοῦ κατακτητῆ ἀπὸ τὸ μυθι­στόρημα τοῦ Ἰουλίου Βέρν. Στὶς πολιτιστικὲς δραστηριότητες τῆς Διάπλασης γνώρισα καὶ μιὰ δραστήρια δια­πλασοπούλα, τὴν Ἑλένη Γλύκατζη, ἀργότερα Ἀρβελέρ, ποὺ τότε εἶχε τὸ ψευδώνυμο «Διαβατάρικο Πουλί».

Καθὼς ἀπὸ τὸ φθινόπωρο τοῦ ’41 ἄρχισε ἡ Ἐθνικὴ Ἀντίσταση, ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ μὲ τὸ ΕΑΜ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μὲ τὸν ΕΔΕΣ, ἄρχισαν καὶ οἱ ἀντίστοιχες ζυμώσεις στοὺς μαθητές, ποὺ χωριστήκαμε στὰ δύο: στοὺς ἀριστεροὺς ποὺ εἶχαν ἐπικεφαλῆς τὸν Βαγγέλη Γκούφα καὶ τοὺς ἐθνικιστὲς ποὺ εἶχαν ἐπικεφαλῆς τὸν Εὐτύχιο Βορίδη.

Ἀρκετὲς φορὲς τὴν ὥρα τοῦ διαλείμματος στὴ μεγάλη αὐλὴ τοῦ σχολείου, τοῦ ὁποίου τὸ ὡραῖο κτίριο δὲν ὑπάρχει πιά, καθὼς ὁ χῶρος εἶναι σήμερα ἡ λεγόμενη Βαρβάκειος Ἀγορά, γινόντουσαν συγκρούσεις μεταξὺ τῶν δύο πλευρῶν.

Τὸ 1942 ὁ Βαγγέλης Γκούφας μὲ ὀργάνωσε στὸ ΕΑΜ Νέων. Καὶ στὶς 28 Ὀκτωβρίου 1942 μοῦ εἶπε τὸ πρωὶ νὰ πάρω ὅσο μπορῶ περισσότερους συμμαθητές μου μετὰ τὰ μαθήματα καὶ νὰ πᾶμε νὰ καταθέσουμε στεφάνι στὰ ἀγάλματα τῶν ἡρώων τοῦ 1821 ποὺ βρίσκονταν στὸ Πεδίον τοῦ Ἄρεως. Τὸ εἶπα στοὺς συμμαθητὲς ποὺ ἐμπιστευόμουν, ἀλλὰ δὲν ἦρθε κανείς. Εἶδα στὴ στάση τοῦ τράμ, στὴν ὁδὸ Ἀθηνᾶς, δύο μαθητὲς ἀπὸ μικρότερη τάξη καὶ ἕναν ἀπὸ μεγαλύτερη, ποὺ πηγαίνανε κι αὐτοὶ στὸ Πεδίον τοῦ Ἄρεως, ὅμως στὴν ἑπόμενη στάση τοῦ τρὰμ στὴν Ὁμόνοια αὐτὸς ἀπὸ τὴ μεγαλύτερη τάξη, ποὺ εἶχε πολὺ φοβηθεῖ, κατέβηκε. Κι ἐγὼ εἶχα φοβηθεῖ καὶ σκέφτηκα γιὰ μιὰ στιγμὴ νὰ κατέβω, ἀλλὰ καθὼς οἱ δύο μικρότεροι δὲν φοβήθηκαν καὶ συνέχισαν μὲ τὸ τράμ, ντράπηκα νὰ κατέβω, κατανίκησα τὸν φόβο μου καὶ συνέχισα. Φτάσαμε στὴν εἴσοδο τοῦ πάρκου ὅπου εἶναι τὸ ἄγαλμα τοῦ βασιλιᾶ Κωνσταντίνου. Ἐκεῖ βρίσκονταν δύο τεθωρακισμένα τοῦ ἰταλικοῦ στρατοῦ, αὐ­τὰ ποὺ κοροϊδευτικὰ τὰ λέγαμε σακαράκες.

Περάσαμε ἀνάμεσα στοὺς καραμπινιέρους χωρὶς νὰ μᾶς παρεμποδίσουν ὥσπου φτάσαμε στὰ ἀγάλματα τῶν ἡρώων τοῦ ’21. Ἐκεῖ ἦσαν πάρα πολλοὶ νέοι, κυρίως φοιτητές. Μετὰ τὸ στεφάνωμα τῶν ἡρώων καὶ τοὺς σχε­τικοὺς πατριωτικοὺς λόγους, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπικεφαλῆς τῶν φοιτητῶν εἶπε «τώρα πᾶμε στὸ Πανεπιστήμιο». Σχηματίστηκε μιὰ ἀρκετὰ μεγάλη πορεία, προχωρήσαμε πρὸς τὰ Ἐξάρχεια, φτάσαμε στὴ Χαριλάου Τρικούπη καὶ ἀρχίσαμε νὰ τὴν κατεβαίνουμε πρὸς τὴν Ἀκαδημίας, ὅπου συναντήσαμε πολλοὺς καραμπινιέρους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐπιτέθηκαν γιὰ νὰ διαλύσουν τὴν πορεία. Ἕνας καραμπινιέρος μ’ ἅρπαξε ἀπὸ τὸν γιακὰ καὶ ἄρχισε νὰ μὲ χτυπάει μὲ μπουνιὲς καὶ μὲ κλοτσιές. Ἐγὼ μόλις εἶχα πρωτοφορέσει γυαλιὰ μυωπίας καὶ γιὰ νὰ τὰ προφυλάξω τὰ εἶχα βάλει στὴν πίσω τσέπη τοῦ παντελονιοῦ, ἀλλὰ ὁ καραμπινιέρος μὲ μιὰ κλοτσιὰ ποὺ μοῦ ’δωσε τὰ ἔσπασε. Ἦταν τὸ πρῶτο ξύλο ποὺ ἔφαγα στὴ ζωή μου. Τὴν ἄλλη μέρα ποὺ συνάντησα τὸν Βαγγέλη Γκούφα, μοῦ ἔκανε τὸν ἀπολογισμὸ τῆς ἐκδήλωσης, ποὺ ἦταν πολὺ θετικός, καὶ μοῦ εἶπε «θὰ συνεχίσουμε». Ὅπως κι ἔγινε.

Ὁ Γκούφας παράλληλα συνέχισε τὶς δραστηριότητές του στὸν κύκλο τῆς «Διάπλασης τῶν παίδων». Ἔγραφε καὶ διάβαζε ποιήματα καὶ ἑτοίμαζε μιὰ διάλεξη γιὰ τὸν Ἄγγελο Σικελιανό – ἐνῶ ἐγὼ μιὰ διάλεξη γιὰ τὸν ­Ἀνδρέα Καρκαβίτσα, ποὺ τὴν τελείωσα καὶ τὴ διάβασα σὲ μιὰ ἐκδήλωση ποὺ ἔγινε στὸ σπίτι μου. Στὶς 28 Φεβρουαρίου 1943, τὴν ἑπόμενη μέρα τοῦ θανάτου τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ, μὲ πῆρε ὁ Βαγγέλης στὸ τηλέφωνο. Τὸν ρώτησα πῶς πάει ἡ διάλεξη γιὰ τὸν Σικελιανὸ καὶ ἐκεῖνος μοῦ εἶπε «τέρμα ἡ διάλεξη» καὶ νὰ ἑτοιμαστῶ νὰ πᾶμε στὸ Α´ Νεκροταφεῖο στὴν κηδεία τοῦ Παλαμᾶ. Πέρασε ἀπὸ τὸ σπίτι μου, μὲ πῆρε, πήγαμε στὸ νεκροταφεῖο, ὅπου ἔμεινα ἔκπληκτος ἀπὸ τὸν πολὺ κόσμο ποὺ εἶχε συγκεντρωθεῖ, μὲ πολλοὺς διάσημους λογοτέχνες τῆς ἐποχῆς, τοὺς ὁποίους θαύμαζα, ὅπως τοὺς Καραγάτση, Θεοτοκά, Βενέζη, Μυριβήλη, Κοσμὰ Πολίτη.

Ὅταν μετέφεραν τὸ φέρετρο ἀπὸ τὴν ἐκκλησία πρὸς τὸν τάφο, τὸ κρατοῦσαν διάφοροι λογοτέχνες, ὁ ποιητὴς Σωτήρης Σκίπης διάβασε ἕνα μέτριο ποίημα καὶ ἀκολούθησε ὁ Σικελιανὸς μὲ ἕνα θαυμάσιο ἀντιστασιακὸ ποίημα ποὺ μᾶς συγκλόνισε, κυρίως μὲ τὸν στίχο «Οἱ σημαῖες οἱ φοβερὲς / τῆς Λευτεριᾶς ξεδιπλωθεῖτε στὸν ἀέρα!». Χάλασε ὁ κόσμος ἀπὸ χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγές. Μερικὲς μέρες πρὶν ἀπὸ τὴν κηδεία, στὶς 23 Φεβρουαρίου, ἱδρύθηκε ἡ ΕΠΟΝ, στὴν ὁποία λίγο ἀργότερα ἐντάχθηκα.

Ἀρχὲς Ἰανουαρίου τοῦ ’44, ὅταν ἤμουν πιὰ γραμματέας τῆς ΕΠΟΝ Ψυρρῆ, ὁ Βαγγέλης Γκούφας, ποὺ ἦταν σὲ ἀνώτερο πόστο, μοῦ εἶπε ὅτι εἶχαν ἔρθει ἀντιστασιακὲς ἀφίσες ποὺ ἀπευθύνονται στοὺς Γερμανοὺς φαν­τάρους καὶ πρέπει νὰ κολληθοῦν στὸ κέντρο γιὰ νὰ μποροῦν νὰ τὶς βλέπουν. Ἐκεῖνος δὲν γινόταν νὰ ἔρθει γιατὶ στὶς 6 Ἰανουαρίου γιόρταζε ὁ πατέρας του Φώτης καὶ ἦταν ἀδύνατον νὰ τὸν ἀφήσει, ἦταν ἄρρωστος. Ἡ οἰκογένεια Γκούφα, φτωχική, ἔμενε σ’ ἕνα δρομάκι στοῦ Ψυρρῆ. Ὁ πατέρας του ἦταν τεχνίτης, ἐπισκεύαζε κάρα καὶ στὴν ὁδὸ Ἁγίων Ἀσωμάτων εἶχε ἀπὸ χρόνια συνεργεῖο ἐπισκευῆς κάρων. Πῆγα στὸ σπίτι του νὰ πάρω τὶς ἀφίσες καὶ ἔμεινα κατάπληκτος. Θυμᾶμαι ἀκόμα πὼς εἶχαν ἕνα ρολόι τοῦ ὁποίου οἱ δεῖκτες ἔδειχναν 12 παρὰ τέταρτο, ποὺ τὸ ἔγραφε ἀπὸ κάτω στὰ γερμανικὰ («Drei viertel zwölfe») καὶ ἀνάμεσά τους βρισκόταν τὸ κεφάλι τοῦ Χίτλερ. Ὅταν θὰ γινόταν 12 καὶ οἱ δύο δεῖκτες θὰ συνέκλιναν, θὰ ἔκοβαν τὸ κεφάλι του.

Ὀργάνωσα ἕνα μικρὸ συνεργεῖο μὲ ἕναν ἀκόμα ἑπονίτη καὶ δύο ἑπονίτισσες πού, παριστάνοντας τὰ ζευγαράκια, ἀνεβήκαμε ἀπὸ τὴν ὁδὸ Πειραιῶς ὣς τὴν Ὁμόνοια κολλώντας τὶς ἀφίσες καὶ συνεχίσαμε στὴν ὁδὸ Σταδίου ἓως τὴν πλατεία Κλαυθμῶνος. Ἐκεῖ εἴχαμε κολλήσει ὅλες τὶς ἀφίσες ἐκτὸς ἀπὸ μία. Ἀπέναντι, στὴν ὁδὸ Κοραῆ, ἦταν τὸ Γερμανικὸ Φρουραρχεῖο καὶ μπροστά του εἶχε ἕναν φρουρὸ ποὺ πηγαινοερχόταν. Στὴ συμ­βολὴ τῆς Κοραῆ μὲ τὴ Σταδίου ἦταν ἕνας στύλος τῆς Τροχαίας μὲ φῶς ποὺ δὲν λειτουργοῦσε πιά. Ἀποφάσισα νὰ κολλήσω τὴν τελευταία ἀφίσα ἐκεῖ, κατάφατσα στοὺς Γερμανούς. Ἀκουμπούσαμε σ’ ἕνα κτίριο τῆς πλατείας Κλαυθμῶνος ποὺ δὲν ὑπάρχει πιά, μᾶλλον τὸ Ὑπουργεῖο Ἐσωτερικῶν. Τὰ ἄλλα παιδιὰ μοῦ ἔλεγαν ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα νὰ γυρίσουμε. Ἐγὼ τοὺς εἶπα «ὄχι ἀκόμα». Ἔβα­λα κόλλα στὴν τελευταία ἀφίσα καὶ τὴν ὥρα ποὺ ὁ Γερμανὸς σκοπὸς μοῦ εἶχε γυρισμένη τὴν πλάτη, ἔτρεξα, κόλλησα τὴν ἀφίσα στὸν στύλο τῆς Τροχαίας καὶ ἔφυγα χωρὶς νὰ μὲ δεῖ.

Ὅταν ἄρχισαν οἱ μάχες τῶν Δεκεμβριανῶν πέρασα ἀπὸ τὴν ΕΠΟΝ στὸν ΕΛΑΣ. Τότε, στὴ μέση τῆς πλα­τείας Κουμουνδούρου ὑπῆρχε μιὰ δεξαμενή –εἶχαν φτια­χτεῖ ἀνάλογες σὲ πολλὲς πλατεῖες τῆς Ἀθήνας, τὶς γέ­μιζαν μὲ νερὸ γιὰ νὰ παίζουν καὶ νὰ κολυμπᾶνε τὰ παιδιά–, ἄδεια πιά. Ἀπέναντι στὴν πλατεία Κουμουνδούρου ἐπὶ τῆς Πειραιῶς ὑπῆρχε τὸ κτίριο τοῦ Βρεφοκομείου, ποὺ ἀργότερα ἔγινε νοσοκομεῖο καὶ πολὺ ἀργότερα φυλακή. Τότε τὸ κατεῖχε ἕνα τμῆμα τῆς Χωροφυλακῆς καὶ μιὰ μονάδα τοῦ ἀγγλικοῦ στρατοῦ. Ἀπὸ τὸν ΕΛΑΣ ἀνέθεσαν στὸν Βαγγέλη Γκούφα καὶ σ᾽ ἐμένα νὰ μποῦμε ἕνα βράδυ στὴν ἄδεια δεξαμενὴ καὶ μὲ τηλεβόα νὰ καλέσει ὁ Γκούφας τοὺς χωροφύλακες νὰ παραδοθοῦν καὶ ἐγὼ νὰ κάνω τὸ ἴδιο μὲ τοὺς Ἄγγλους. Στὴν ὁμιλία ποὺ εἶχα ἑτοιμάσει ἔλεγα ὅτι ἂν παραδοθοῦν θὰ τοὺς ὑποδεχθοῦμε σὰν ἀδέρφια γιατὶ μαζὶ πολεμᾶμε τὴ Γερμανία τοῦ Χίτλερ.

Μπήκαμε στὴ δεξαμενὴ τὴ νύχτα καὶ ἀρχίσαμε νὰ φωνάζει ὁ καθένας τὸ κείμενό του. Οἱ Ἐγγλέζοι ἀπὸ ἀπέναντι ἔριξαν φωτοβολίδες, ὅλη ἡ περιοχὴ φωτίστηκε σὰν νὰ ἦταν μέρα, καὶ ἄρχισαν νὰ πολυβολοῦν πρὸς τὴν κατεύθυνσή μας. Ἐγὼ ἀπὸ ἐνθουσιασμὸ εἶχα σηκωθεῖ καὶ φώναζα ὄρθιος, ὁπότε ὁ Γκούφας, ποὺ εἶχε καλυ­φθεῖ πίσω ἀπὸ τὸν τοῖχο τῆς δεξαμενῆς, μοῦ εἶπε: «Μά, τρελάθηκες; Κατέβα ἀμέσως». Καὶ μὲ τράβηξε γιὰ νὰ μὲ κατεβάσει. Καθὼς μὲ κατέβαζε, μιὰ ριπὴ ἀπὸ τὸ πολυβόλο ἄγγιξε καὶ χάραξε τὸ κράνος ποὺ φοροῦσα. Χωμένος μέσα στὴ δεξαμενὴ τὸν ἀγκάλιασα καὶ τὸν φίλησα. «Μοῦ ἔσωσες τὴ ζωή», τοῦ εἶπα.

Πέρασαν τὰ χρόνια, ὁ Γκούφας εἶχε μπεῖ ἀπὸ τοὺς πρώτους στὴ Νομικὴ Σχολὴ ἀλλὰ δὲν συνέχισε. Εἶχε ἀφοσιωθεῖ στὴ λογοτεχνία καὶ μετὰ στὴ δημοσιογραφία. Στὸν Ἑλληνοσοβιετικὸ Σύνδεσμο Νέων, ποὺ ἱδρύθηκε μετὰ τὸν πόλεμο, εἶχε μεγάλη δραστηριότητα κι ἔκανε μιὰ ὡραία ἔμμετρη μετάφραση τοῦ σοβιετικοῦ ὕμνου, τὴν ὁποία ὅλοι θαυμάζαμε. Ἡ δημοσιογραφία τὸν ἀπορ­ροφοῦσε ὅλο καὶ περισσότερο. Ἀσχολήθηκε νωρὶς μὲ τὸ θέατρο ὡς συγγραφέας καὶ μὲ τὸν κινηματογράφο ὡς σεναριογράφος, μὲ τὸ ραδιόφωνο, τὴν τηλεόραση καὶ ἐρ­γάστηκε στὴ διαφημιστικὴ ἑταιρεία Γνώμη. Δικοί του στίχοι ἀκούγονται σὲ δημοφιλῆ τραγούδια τῶν Μίκη Θεο­δωράκη, Χατζιδάκι, Ξαρχάκου, Κουνάδη, Πλέσσα κ.ἄ.

Ὅταν ἔγινε ἡ Χούντα τὸ 1967, κατόρθωσε νὰ φύγει μὲ τὴ γυναίκα του στὸ ἐξωτερικὸ καὶ ἐγκαταστάθηκαν κυρίως στὴ Γενεύη τῆς Ἐλβετίας. Ὅταν κι ἐγὼ κατόρθωσα νὰ πάω στὸ Παρίσι καὶ ἐργάστηκα ὡς συμβασιοῦχος στὴν UNESCO, συχνὰ μὲ στέλνανε στὴ Γενεύη γιὰ νὰ ὁλοκληρώσω τὴν ἔρευνα ποὺ ἔκανα στὴ βιβλιοθήκη τῆς ILO (Διεθνὴς Ὀργάνωση Ἐργασίας). Σ’ αὐτὰ τὰ ταξίδια μὲ φιλοξενοῦσε ὁ Γκούφας. Μιὰ μέρα μοῦ λέει: «Εἶ­ναι στὴ Γενεύη ὁ Σάκης καὶ θέλει νὰ σὲ δεῖ». «Ποιός Σάκης;» τοῦ λέω. «Σάκη» λέγαμε στὴν ΕΠΟΝ τοῦ Ψυρ­ρῆ τὸν Θανάση ποὺ δούλευε σ’ ἕνα πουκαμισάδικο κον­τὰ στὴν ὁδὸ Ἀθηνᾶς. Μετὰ τὸν πόλεμο πῆγε μετανάστης στὴ Ν. Ἀφρική, ἄνοιξε πουκαμισάδικο καὶ ἔπιασε ἀρ­κετὰ λεφτά. «Αὐτὸς θέλει νὰ σὲ δεῖ».

Τὴν ἑπομένη συναντηθήκαμε, ἀγκαλιὲς καὶ φιλιά, τοῦ εἶπα νὰ καθίσουμε σ’ ἕνα ὡραῖο καφενεῖο. Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε: «Ὄχι ἐδῶ, εἶναι πολὺ κεντρικό, νὰ πᾶμε σὲ κάποιο ἀπόμερο». Βρήκαμε ἕνα καὶ καθίσαμε. Μοῦ λέει λοιπὸν ὁ Σάκης ἀνοίγοντας τὸ σακάκι του. «Γιά πιάσε ἐδῶ». Ἀπὸ τὸν λαιμό του κρεμόταν μιὰ γεμάτη σακούλα. Τὴν ψηλάφισα καὶ τὰ ἔχασα. Ἦταν γεμάτη φουν­τούκια ἢ ἀμύγδαλα. «Μὰ κουβαλᾶς φουντούκια;» τοῦ λέω. «Δὲν εἶναι φουντούκια, εἶναι διαμάντια καὶ πρέπει νὰ τὰ μεταφέρω καὶ νὰ τὰ παραδώσω στὸ Λονδίνο. Ἐπει­δὴ ὅμως μ’ ἔχουν ἐπισημάνει, φοβᾶμαι ὅτι στὸν ἔλεγχο στὰ σύνορα μπορεῖ νὰ τὰ βροῦνε, νὰ τὰ κατάσχουν κι ἐμένα νὰ μὲ πᾶνε φυλακή. Γι’ αὐτό, ἐπειδὴ ἔμαθα ὅτι δουλεύεις στὴν UNESCO καὶ ἐσένα δὲν θὰ σὲ ἐλέγξουν, νομίζω ὅτι εἶσαι ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος ποὺ ἐμπιστεύομαι ἀπολύτως νὰ τὰ μεταφέρεις καὶ νὰ μοῦ τὰ παραδώσεις στὸ Λονδίνο. Ἡ ἀμοιβή σου θὰ εἶναι δύο διαμάντια». Κι ἐγὼ τοῦ εἶπα: «Σάκη, σ’ εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ μοῦ ἔχεις, ἀλλὰ τέτοιες δουλειὲς ἐγὼ δὲν κάνω». «Γιά σκέψου το καλύτερα», ἐπιμένει. «Ξέρεις τί εἶναι δύο διαμάντια; Μὲ τὸ ἕνα μπορεῖς νὰ ἀγοράσεις ἕνα ὡραῖο διαμέρισμα στὸ Παρίσι γιὰ νὰ μένεις καὶ μὲ τὸ ἄλλο νὰ ἀγοράσεις ἕνα δεύτερο γιὰ νὰ τὸ νοικιάζεις. Κι ἔτσι πιὰ δὲν θὰ ἔχεις ἀνάγκη νὰ δουλεύεις μεροκάματο σὰν συμβασιοῦχος». Ἡ πρότασή του ἦταν πολὺ δελεαστική, ἀλλὰ καὶ πάλι τὴν ἀπέρριψα. Ἀργότερα ἔμαθα ὅτι κατάφερε νὰ φτάσει μὲ τὰ διαμάντια στὸ Λονδίνο. Δὲν τὸν ξαναεῖδα ποτέ.

Μὲ τὴ Μεταπολίτευση καὶ ὁ Γκούφας κι ἐγὼ μὲ τὶς οἰκογένειές μας γυρίσαμε στὴν Ἑλλάδα. Στὴν ἀρχὴ βλε­πόμασταν ἀρκετὰ συχνά, ἀλλὰ οἱ ὑποχρεώσεις, ἐπαγγελματικές, οἰκογενειακὲς καὶ πολιτικές, μᾶς ἀπομάκρυναν. Ὅμως τὰ ὅσα εἴχαμε ζήσει μαζὶ δὲν ἔσβησαν ποτὲ ἀπὸ τὴ μνήμη μου.

 

INFO: 

 

Στο βιβλίο «Άνθρωποι που γνώρισα» που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις Κίχλη  ο Τίτος Πατρίκιος επιστρέφει σε είκοσι τρία πρόσωπα που συνάντησε στη διαδρομή της ζωής του – ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων, που ο καθένας άφησε το δικό του αποτύπωμα.
Μέσα από προσωπικές αναμνήσεις και μικρές ιστορίες ζωντανεύουν όχι μόνο οι άνθρωποι, αλλά και οι ταραγμένοι καιροί που τους διαμόρφωσαν: Κατοχή, Εμφύλιος, διώξεις, πολιτικές συγκρούσεις, κοινωνικές ανατροπές. Μαζί τους αναδύονται οι ιδέες, οι προσδοκίες και οι διαψεύσεις που σημάδεψαν μιαν ολόκληρη εποχή, ενώ η παρουσία νεότερων καλλιτεχνών και διανοουμένων ανοίγει έναν διάλογο ανάμεσα σε διαφορτικές γενιές δημιουργών. Με τη φυσικότητα του προφορικού λόγου και τη λοξή, διεισδυτική ματιά του, ο Πατρίκιος φωτίζει πλευρές της Ιστορίας που συχνά μένουν αθέατες. Πλάι στα μεγάλα γεγονότα, μικρές στιγμές της καθημερινότητας αποκτούν απρόσμενο βάθος και γίνονται φορείς μνήμης. Κάπως έτσι, πίσω από τις είκοσι τρεις ιστορίες προβάλλει αθόρυβα η εικοστή τέταρτη: η ίδια η ζωή τού Τίτου Πατρίκιου. Ένα ιδιότυπο αυτοβιογραφικό πορτρέτο, όπου το «εγώ» συναντά το «εμείς» και η ατομική μνήμη γίνεται καθρέφτης ενός
ολόκληρου αιώνα.

Γιάννης Ν. Μπασκόζος

 

 

Προηγούμενο άρθροΣ. Τσαφούλιας, Ευ. Μουμούρη: «Η δική τους υποχώρηση είναι να φάνε μπάμιες. Η δική μου είναι…»(της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθροΌταν η επιδίωξη της τελειότητας γίνεται φυλακή (της Γεωργίας Γαλανοπούλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ