Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΒΙΒΛΙΑ Οὐκ εἰμί (της Κατερίνας Ευαγγελάκου)

Οὐκ εἰμί (της Κατερίνας Ευαγγελάκου)

0
20

της Κατερίνας Ευαγγελάκου (*) 

 

Με το που την γνώρισα, πάνε πολλά χρόνια, της ζήτησα να γράψουμε παρέα το σενάριο της πρώτης μου ταινίας μεγάλου μήκους.  Με κοίταξε αυστηρά και μου είπε «εγώ δεν είμαι σεναριογράφος».  Τότε έγραφε την Ποντικίνα των καναλιών. Στην εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ.  Έτσι την γνώρισα, σαν ένα τρωκτικό που έβλεπε πολλή τηλεόραση.  Ήρθε, μεγάλωσε, έγραψε εκατοντάδες κείμενα στον τύπο, έγραψε 6 θεατρικά έργα, 4 πεζογραφήματα και φέτος μας σερβίρησε μια νουβέλα κάπως ασυνήθιστη.  Τι είναι αυτό το πεζογράφημα των μόλις 67 σελίδων;

Ένα από τα σύγχρονα «ιερά τέρατα» του κινηματογράφου είναι ο σύμβουλος σεναρίου Robert Mckee.   Ο McKee έβαλε ολόκληρη την κιν/κή οικογένεια σε μπελάδες όταν στο βιβλίο του για το ΣΕΝΑΡΙΟ, το 1997, έγραψε: if the scene is about what the scene is about, you’re in deep shit. Αν μία σκηνή λέει αυτό που δείχνει, τότε …τα έχεις σκατώσει.  Ένα καλό σενάριο οφείλει να κρύβει περισσότερα απ΄ όσα φανερώνει.

Αν η παρατήρηση του McKee, επεκτείνεται και στο χώρο της πεζογραφίας  δεν είμαι αρμόδια να το πω.  Όμως αυτή η σκέψη με βοηθάει να δώσω μια ερμηνεία στο ιδιόρρυθμο πεζογράφημα της Ρούλας.  Να το δω από μια ορισμένη οπτική γωνία.

Αν αναρωτηθούμε,  «για ποιο πράγμα μιλάει η νουβέλα ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ  ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΩΝ ΠΙΘΗΚΩΝ»;  Τι έχει κρύψει καλά καλά η Ρούλα κάτω από τις τρίχες του γορίλα;  Θα απαντούσα χωρίς δεύτερη σκέψη ότι μιλάει για το παιχνίδι.   Όχι για τα παιχνίδια της γλώσσας, όχι για τα παιχνίδια της λογικής.  Για το παιχνίδι των παιδιών. Η καταγωγή του παιχνιδιού κατά τον Πλάτωνα (Νόμοι Β, 653) βρίσκεται στην ανάγκη των νεαρών πλασμάτων, ζώων και ανθρώπων να χοροπηδούν «τὸ νέον ἅπαν ὡς ἔπος εἰπεῖν τοῖς τε σώμασι καὶ ταῖς φωναῖς ἡσυχίαν ἄγειν οὐ δύνασθαι, κινεῖσθαι δὲ ἀεὶ ζητεῖν καὶ φθέγγεσθαι, τὰ μὲν ἁλλόμενα καὶ σκιρτῶντα, οἷον ὀρχούμενα μεθ᾿ ἡδονῆς καὶ προσπαίζοντα, τὰ δὲ φθεγγόμενα πάσας φωνάς”.

«Κάθε νέο πλάσμα, είναι αδύνατο να κρατήσει το σώμα του και τη φωνή του σε ησυχία, αλλά αναζητά πάντα να κινείται και να βγάζει φωνές· άλλα πηδούν και σκιρτούν, σαν να χορεύουν με ευχαρίστηση και να παίζουν, και άλλα βγάζουν κάθε λογής κραυγές.»

Η συγγραφέας του ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ μπαίνει ορμητικά στη νουβέλα γαργαλώντας τα γοριλάκια τα οποία «ησυχίαν άγειν ου δύνασθαι» και βγαίνει  με μια θριαμβευτική επίσκεψη στο  Jumbo, κρατώντας αγκαλιά ένα τεράστιο λούτρινο. Ανάμεσα στην πρώτη και στην τελευταία σελίδα γίνονται πολλά. Ενδιαφέροντα και αποκαλυπτικά. Κωλοτούμπες, πιρουέτες, ερωτικά παιχνίδια, ένας τοκετός, πετροπόλεμοι.

Στο ενδιάμεσο η ηρωίδα επιβιώνει χαμένη στη ζούγκλα.  Πώς επιβιώνει;  Διά της εξαπατήσεως.   Όταν κάποιος  ρώτησε τον Απόστολο Πέτρο «μήπως είσαι και σύ μαθητής του ανθρώπου τούτου;» δείχνοντάς τον δεμένο  Ιησού Χριστό, στο εσωτερικό της αυλή του αρχιερέως. «Ουκ ειμί» απάντησε ψευδώς ο Πέτρος για να σώσει το τομάρι το.  «Ουκ ειμί»  απαντά και η ΗΟΜΟ όταν ο βασιλιάς της αγέλης την ρωτάει «Δεν πιστεύω να γράφεις βιβλίο;»

Kαι τι βιβλίο είναι αυτό που  «δεν γράφει»?   Ένα βιβλίο εμπειρία – όπως και τα προηγούμενα. Θα την παρομοίαζα με την εμπειρία των κατοίκων του Μπρούκλιν, στα 1894. Όταν βρέθηκαν  μπροστά σ΄ ένα περίεργο μηχάνημα, που λεγόταν κινητοσκόπιο και το είχε εφεύρει ο κύριος Έντισον.  Έβαζες 25 σεντς, έσκυβες πάνω στο ξύλινο κουτί, και κόλαγες το μάτι  σου στην τρυπούλα (προσοφθάλμιο είναι η επιστημονική του ονομασία).  Θαύμα!  Και τι δεν υπήρχε μέσα σ΄ εκείνο το κουτι!   Στριμωγμένοι ακροβάτες έκαναν ακροβατικά,  πυγμάχοι έπαιζαν μποξ, μια γάτα έκανε γυμναστική, ένα ζευγαράκι  φιλιόταν, ακόμα και ο ίδιος ο  Έντισον που φτερνιζόταν, εκεί μέσα ήταν. Πραγματικό θαύμα! Βλέπετε ο κινηματογράφος δεν είχε ακόμα ανακαλυφθεί.  Θα τον ανακάλυπταν οι Λιμιέρ τον επόμενο χρόνο.

Έτσι και στα βιβλία της Ρούλας, συμβαίνουν τόσο περίεργα πράγματα, τόσο αληθινά πράγματα, σε τόσο λίγες σελίδες.  Ξεκινάει πάντα από έναν τίτλο γεμάτο επιστημοσύνη και σοβαρότητα: «ανάπτυγμα βατράχου»,  «η μέθοδος της μπουρμπουλήθρας». Κι ύστερα πιάνει το ψαλτήρι του παραλόγου; Του σουρεαλισμού; Της υπέρβασης;  Ένα πάρτι λέξεων στο οποίο είναι όλοι προσκεκλημένοι: στίχοι από δημοτικά τραγούδια, μεγαλυνάρια της Θείας Λειτουργίας, προσευχές, παροιμίες, επιφωνήματα, σοφίες του δρόμου, λόγια της κουζίνας.  Και όλα μαζί δημιουργούν μια  κουβερτούλα προφορικότητας και λογιοσύνης που κρύβει καλά τη φόρμα,  νομίζω και το συναίσθημα.  Πού και πού η Ρούλα σκάει μύτη κάτω απ΄ την κουβέρτα και λέει «τσά!» ή «ουκ ειμί».

  Στο ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ εκτός από το παιχνίδι, η Ρούλα μιλάει και για την κληρονομιά της. Για εκείνα που παρέλαβε και διέσωσε στη μερίδα της, και για εκείνα που πρόκειται  να παραδώσει.  Ως κληρονομιά – με τα βιβλία της, με τα χρονογραφήματά της, με τα σημειώματά της στο Fb  μας παραδίδει όχι μόνο το δικό της ιστορικό παρελθόν, αλλά ένα πολύ μεγαλύτερο τμήμα του παρελθόντος.   Όπως παραδίδει τον Μπογάσα στη νέα του μητέρα, έτσι με τα κείμενά της που χοροπηδάνε άτακτα στο παρόν, στο παρελθόν και το μέλλον, βροντοφωνάζει ότι δεν ανήκει σ΄ εκείνους που ζουν στη στενή προοπτική της στιγμής, αλλά στους άλλους που όλο και στραβολαιμιάζουν κοιτάζοντας πότε πίσω πότε προς.

Η Ρούλα γράφει όπως μίλαγαν οι γιαγιάδες μας, οι μητέρες κι εμείς, όλες μαζί: με μικρές κοφτές προτάσεις γεμάτες ορμή, φουλ στα ρήματα, στα επιρρήματα και στην ενέργεια.    «Τα σπίτια μας ήταν πέτρινα μα τα ψωμιά μας λίγα. Ένεκα τούτου καταλείψει  άνθρωπος τον πατέρα και την μητέρα αυτού.»  Ένεκα τούτου.  Δύο  λεξούλες που κρύβουν καλά καλά  το μελόδραμα της ξενιτειάς.  Γιατί «όταν η πρόταση  λέει αυτό που εννοεί, τότε …τα έχεις σκατώσει», νομίζω ότι ισχύει και στη λογοτεχνία η σοφία του McKee.

Αν τον θεατρικό μονόλογο Η ΠΡΟΒΟΣΚΙΔΑ ξεχωρίζω το «ένεκα τούτου» στο ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ μου έκλεψε την καρδιά το βεβαιωτικό επίρρημα «πράγματι.  Το «πράγματι» εδώ αποφάσισε ότι δεν θα παίξει τον βεβαιωτικό του ρόλο, δεν θα κάνει παρέα με τις άλλες λέξεις.   Όπου εμφανίζεται κουβαλάει μαζί και την τελεία του. Μοναχικό στέκεται στη σελίδα.  «Πράγματι» τελεία και πάμε παρακάτω. Ποιο πράγμα «πράγματι»;  Για ποιο είμαστε βέβαιοι? Για τίποτα.  Τελεία.  Βγάλτα πέρα μόνος σου.

Έπειτα συναντάμε  το τέχνασμα του μέτρου και της μουσικότητας, όπως ακριβώς στα παιδικά παιχνίδια: «Ποζισιόν, πλιέ, ντεμί πουέντ, ρελεβέ, ρετιρέ, αραμπέσκ, στροφή, στροφή, στροφή και ξανά, ξανά, ξανά, λαλαλά, λαλαλά, λαλαλά.»  Και όχι μόνον τα τραγουδάκια, αλλά και οι αγγλικούρες,  οι γαλλικούρες, οι επιστημονικοφανείς λέξεις, οι  καθαρευουσιάνικες φράσεις – ειπωμένα έτσι όπως ένα 10 χρονο παιδί μπορεί να καλέσει τον φίλο του  «έλα να διαβάσουμε αρλούμπες, να περάσουμε καλά».

Πέρασαν 34 χρόνια από τότε που αρνήθηκε να γράψει το σενάριο του ΙΑΓΟΥΑΡΟΥ.  Κι όταν βρέθηκα μπροστά στη φράση του ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ  «Όχι, δεν γράφω βιβλίο και ούτε πρόκειται. Δε πα να ΄ρθουν εδώ όλοι οι πρωτευοντολόγοι και οι αρχαιοσυμπεριφοριστές του κόσμου ετούτου κα να μου κάνουν βασανιστήρια. Λέξη δεν θα τους πω», κατάλαβα.

Πράγματι.  Δεν έγραψε το σενάριο του ΙΑΓΟΥΑΡΟΥ.  Ούτε εγώ το συνέγραψα.  Ούτε πήραμε βραβείο σεναρίου στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

 

 

(*) Η Κατερίνα Ευαγγελάκου είναι σκηνοθέτις. Το κείμενο ειναι η ομιλία της στην παρουσίαση του βιβλίου.

Ρούλα Γεωργακοπούλου, Εντευκτήριο μελαγχολικών πιθήκων,  εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, 2026

Προηγούμενο άρθροΤα παιδιά των σεζόν (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)
Επόμενο άρθροΗ μεταφυσική του καλού κηπουρού – τελευταίο (διήγημα του Μιχάλη Μακρόπουλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ