Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Κυριάκος Συφιλτζόγλου :«Από το κοινωνικό τοπίο στο θραυσματικό αρχείο»(της Βαρβάρας Ρούσσου)

Κυριάκος Συφιλτζόγλου :«Από το κοινωνικό τοπίο στο θραυσματικό αρχείο»(της Βαρβάρας Ρούσσου)

0
16

 

της Βαρβάρας Ρούσσου

«Από το κοινωνικό τοπίο στο θραυσματικό αρχείο» θα έλεγα για τη νέα συλλογή του Κυριάκου Συφιλτζόγλου και θα το εξηγήσω παρακάτω.

Ήδη από τις προηγούμενες συλλογές του η καυστική ειρωνεία, ο συχνά καταλυτικός σαρκασμός και η αίσθηση κοινωνικής ματαίωσης αποδίδονται με πυκνότητα αλλά και ευθύτητα. «Ναι/η απομυθοποίηση/περιέχει την ποίηση» έγραφε στο Έκαστος εφ ω ετάφη, προβάλλοντας με λεκτικό παιχνίδι και ειρωνεία το θέμα του ρόλου της ποίησης. Ανάλογα λειτουργούν και οι τίτλοι: Μισές αλήθειες (2012), Με ύφος Ινδιάνου (2014), Στο σπίτι του κρεμασμένου (2015). Το τελευταίο ποίημα του Στο σπίτι του κρεμασμένου χαρακτηρίζει την ποίηση και τον ποιητή σχεδόν σαχτουρικά: «-στο σπίτι του κρεμασμένου ποιητή/το ποίημα θα σημάνει το σκοινί».

Τα ποιήματα του Συφιλτζόγλου αποδεικνύουν ότι το ιδιωτικό βίωμα είναι βαθιά πολιτικό, πάντα συγκροτημένο κοινωνικά, καθώς το υποκείμενο δεν μπορεί να υπάρξει στον χώρο του ιδιωτικού χωρίς το κοινωνικό, την καθημερινότητα και τη γλώσσα της δημόσιας ζωής, της γραφειοκρατίας, της εργασίας, της κουβέντας στον δρόμο. Αυτός ο φαινομενικά αντιποιητικός λόγος, με την αμεσότητα και τον απόλυτα κουβεντιαστό αλλά όχι χαμηλόφωνο τόνο, απαγκιστρωμένος από κάθε έτοιμο-προκάτ λυρισμό, δεν συγκροτεί απλώς ύφος αλλά υπόδειξη για τον τρόπο κοινωνικής εγγραφής του υποκειμένου.

Με τον τόπο βασική συνιστώσα της ποίησής του ήδη από τις προηγούμενες ποιητικές και πεζές δουλειές του, και με κορύφωση το Δραμάιλο (2018), η μεθόριος, οι μετακινήσεις και ο μη μητροπολιτικός χώρος αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, ενώ η μνήμη και οι εμπειρίες εγγράφονται σε ονόματα-πρόσωπα, χρονολογίες και προσφυγικές διαδρομές. Στα Ακατοίκητα η τοπική μνήμη διευρύνεται προς το εικαστικό και αρχειακό τεκμήριο, κατεύθυνση που προετοιμάζει άμεσα τα σχέδια πάνω σε μια ήττα.

Στα σχέδια πάνω σε μια ήττα η παραπάνω πορεία συνεχίζεται τόσο ως προς την εικαστική πτυχή όσο και ως προς τη σύνθεση ενός παγιωμένου προσωπικού ύφους. Η εικαστική διάσταση κινείται μεταξύ επεξεργασμένων φωτογραφικών θραυσμάτων [μισή παραστάδα πόρτας με την πινακίδα αριθμού της οδού], αφηρημένων σχεδίων σε τοίχους, με κυρίαρχο το μαύρο dripping, γκράφιτι και ίχνη [μια ρωγμή σε τοίχο] που παραπέμπουν σε πρακτικές του δρόμου. Επιτονίζεται έτσι ο χαρακτήρας του δημόσιου, αστικού και καθημερινού. Η απουσία σελιδαρίθμησης και η γραμματοσειρά που παραπέμπει σε γραφομηχανή συμπληρώνουν την εικαστική επιλογή.

Η δεύτερη πτυχή αφορά την ιδιοπροσωπία της ρητορικής του Συφιλτζόγλου. Σύντομοι στίχοι, συνεχείς διασκελισμοί, μονολεκτικοί στίχοι, διπλά διάκενα που υποβάλλουν μετακίνηση από τη σπασμωδική ανάγνωση στη σιωπή και καταιγισμός ερωτήσεων επιτείνουν την ένταση και την αμεσότητα του ύφους. Το προφορικό, σπιντάτο λεξιλόγιο, η είσοδος γραφειοκρατικού, τεχνικού και ψηφιακού λεξιλογίου, όπως τα greeklish της ηλεκτρονικής επικοινωνίας, μετακινούν τα όρια του τι λογίζεται ως «ποιητικό» και άρα αναδιατάσσουν την κατανομή του αισθητού. Όλα λειτουργούν συμπαρασύροντας και εμπλέκοντας την/τον αναγνώστη: «πού στο διάολο/είχαν πάει/τα προαισθήματα;».

Ο Συφιλτζόγλου μετατοπίζει τώρα ολοκληρωτικά το κέντρο βάρους στο «εμείς», στοιχείο που έχει ξεκινήσει από προηγούμενες συλλογές. Η ποιητική φωνή καταγράφει τα υλικά μιας συλλογικά ματαιωμένης, ψευδούς «καλής ζωής» που υποσχόταν υλική ασφάλεια και κοινωνική άνοδο σε κλίμα αριστείας και ανταγωνισμού: «η φαντασία / δεν ήταν “εξημμένη” / μας χάλασαν / τα μεταπτυχιακά». Η εκπαίδευση, ως νεωτερική υπόσχεση προόδου, δεν λειτουργεί εδώ ως χειραφέτηση αλλά ως μηχανισμός πειθάρχησης της φαντασίας. Το «με τόση / βιβλιογραφία / παραπομπές / υποσημειώσεις» υπονομεύει το κύρος της συσσωρευμένης γνώσης. Το ίδιο συμβαίνει με την ιδιοκτησία: «όσοι είχαν / ψιλή κυριότητα / κάπως τα κατάφερναν». Ένας στεγνός νομικός όρος εισβάλλει στην ποίηση, συμπυκνώνει μια κοινωνική ιεράρχηση και χαρτογραφεί μια ολόκληρη εποχή. Ήδη στις Μισές αλήθειες το «“Αιέν αριστεύειν”/ούτε συζήτηση γι’ αυτό» σκιαγραφούσε ειρωνικά την εικόνα ενός δικηγόρου της επαρχίας με «ψυχοκοινωνική προσωρινότητα καλλιτέχνη».

Σε πλήθος συλλογών το υποκείμενο εκφοράς εκπροσωπεί ένα ακαθόριστο «εμείς» με πιθανές συνιστώσες εθνικές, ηλικιακές, ταξικές, ιδεολογικές ή και σύνθεσή τους.

Ποια διαφορά έχει το α΄ πληθυντικό του Συφιλτζόγλου; Είναι χρονικά εντοπισμένο στην ελληνική μεταπολιτευτική περίοδο από το 2000 έως σήμερα, με την κρίση της δεκαετίας του 2010 και τη διαδοχή κρίσεων που ακολούθησε, αυτό που γενικά ορίζουμε ως polycrisis. Η κρίση δεν αποτελεί εξαιρετικό γεγονός αλλά αυτό που η Berlant ονομάζει impasse, ένα παρατεταμένο παρόν μέσα στο οποίο οι άνθρωποι συνεχίζουν να λειτουργούν χωρίς σαφή δυνατότητα εξόδου. Γι’ αυτό «τα πρωινά ήταν / δυσβάσταχτα», «δεν υπήρχε / νόημα στο / φως» και τα σώματα μοιάζουν να ξυπνούν «σε μια άλλη / γεωλογική / περίοδο». Ακόμη πιο καθαρά: «θέλετε λίγο/ φρεσκάρισμα/ μας λέγαν// κι εμείς/τραβούσαμε/τραβούμε/ λες και κουπί/». Πρόκειται για «εμείς» που αμφισβητεί την έννοια του συλλογικού και μένει περισσότερο στον χώρο του προσωπικού, όπου το υποκείμενο νιώθει να του φορτώνεται η ατομική ευθύνη: «ήμασταν πολύ/ προσωποπαγείς/τις συλλογικότητες/ τις είχαμε δαμάσει/».

Αυτό το «εμείς» κινείται σε όρους ιατρικοποίησης και ψυχολογικοποίησης ως μέσα αντιμετώπισης της έντασης για την επίτευξη του «ονείρου» και της μετέπειτα ματαίωσής του: «τρέχαμε τότε / σε ψυχολόγους / ψυχιάτρους / καρδιολόγους», «έλα όμως/που το έντερό μας/ήταν ευερέθιστο// τέτοια/στενοχώρια//». Παράλληλα ορίζεται από την κυριαρχία της τεχνολογίας, συμπυκνωμένη στη χρήση κινητού, στην εικόνα και στα ΜΚΔ. Ψυχολογικοποίηση και τεχνολογία της εικόνας εμφανίζονται ως παράλληλοι μηχανισμοί διαχείρισης μιας κοινωνικής δυσφορίας που δεν μπορεί πλέον να ονομαστεί απλώς ατομική.

Η λογιστική και η οικονομία ως μονάδες μετρήσιμης επιτυχίας και ως μέσα για την υλοποίηση της «καλής ζωής» γίνονται αντικείμενο οξύτατης ειρωνείας με το νεοφιλελεύθερο λεξιλόγιό τους, που παραπέμπει στο παρελθόν πλαστής οικονομικής ευφορίας και κερδοφορίας: «έπρεπε να πιστεύουμε / στους δείκτες της οικονομίας / – τέτοια αγιογραφία / στις νέες αποικίες». Η οικονομία εμφανίζεται ως πίστη και οι δείκτες ως εικόνες λατρείας. Σε άλλο ποίημα η λογική της αξίας αυτονομείται: «γόνιμο ήταν το κέρδος / σκέτο κέρδος», ώσπου «όσο πιο καθαρό / τόσο πιο σκέτο / τόσο πιο γαμάτο». Το ζήτημα έχει ρίζες πριν από το 2000: «αρκετοί μετρούσαν τις ελπίδες σε δραχμές//μια χούφτα αρχαίοι/».

Η κριτική δεν προκύπτει ως εξωτερικός πολιτικός σχολιασμός ή ως προδιαγεγραμμένη αφορμή για διαμαρτυρία, αλλά από την ίδια τη γλώσσα του κέρδους, που εκθέτει τη δική της κενότητα και τη συμβολή της στη συγκρότηση ενός φρούδου ονείρου υλικότητας και στον αυτοεγκλωβισμό των ατόμων. Η προσκόλληση στους δείκτες επιτυχίας, στην ιδιοκτησία, στην εκπαίδευση και στο κέρδος συνεχίζεται ακόμη όταν αυτά έχουν πάψει να εγγυώνται την «καλή ζωή». Οι σαρκαστικοί στίχοι «τέτοια αγιογραφία / στις νέες αποικίες» δηλώνουν ακριβώς ότι το οικονομικό λεξιλόγιο δεν σχολιάζεται απ’ έξω αλλά αυτογελοιοποιείται μέσα στο ποίημα.

Όλοι αυτοί οι παράγοντες συντελούν στη συγκρότηση της ματαίωσης, μιας ήττας που δεν είναι εκείνη του Λεοντάρη, δηλαδή η απώλεια ενός ενιαίου, συλλογικού ιδεολογικού οράματος, αλλά η διάψευση της υπόσχεσης μιας υλικής καλοζωίας.

Το βάρος της ήττας οδηγεί σε συλλογικό αναστοχασμό: έχουμε ένα «εμείς» διαμορφωμένο στην καπιταλιστική υπόσχεση της επιτυχίας, όχι απαλλαγμένο από την ευθύνη της συναίνεσής του. Οι διαρκείς ερωτήσεις, ιδίως όταν βρίσκονται στην αρχή του ποιήματος, θυμίζουν συνεντεύξεις, ερωτήσεις όσων δεν βίωσαν συμβάντα και καταστάσεις ή ερωτήματα στον ίδιο τον εαυτό. «είτε από δεξιά / είτε από αριστερά / ήμασταν σπασμωδικοί / μέχρι βλακείας». Η πολιτική αποτυχία δεν αποδίδεται αποκλειστικά σε έναν αντίπαλο. Το «πού να διανυκτέρευε / άραγε η ευθύνη» επιστρέφει τη σκέψη στο εσωτερικό της συλλογικότητας. Και το «κατορθώνω / κατορθώνεις / κατορθώνει / – δεν κατορθώσαμε» μετατρέπει τη γραμματική κλίση σε πολιτικό απολογισμό: τα ατομικά ρήματα επιβίωσης δεν αθροίζονται σε συλλογικό επίτευγμα. Ακόμη και το «δεν ήμασταν / τόσο σαδιστές / όσο μας νόμιζαν / ούτε και τόσο Έλληνες» διαβρώνει την εθνική ταυτότητα ως αυτονόητο ερμηνευτικό πλαίσιο. Αυτή η άρνηση της εύκολης αυτοδικαίωσης είναι από τα ουσιαστικότερα πολιτικά χαρακτηριστικά της συλλογής.

Οι απευθύνσεις βάζουν την/τον αναγνώστρια/αναγνώστη στη συνομιλία, συμμέτοχο, εξίσου ένοχο κι αθώο μαζί: [αναγνώστη/δεν μας αναγνωρίζω/εσύ μας αναγνωρίζεις;], αλλά και ειρωνικά τον προκαλούν: [αναγνώστη/όπου βλέπεις/λέξεις όπως/ αντινομίες/διχασμούς/και άλλα τέτοια/γύρνα σελίδα], [αναγνώστη,/είσαι ακόμη εδώ;]. Συναίνεση, συγκατάβαση και ταυτόχρονα ενοχή: «αν ποντάραμε κάπου;/όχι, δεν ποντάραμε// είχε πολλή/ ομίχλη/ στο μυαλό μας// τόση ομίχλη/ που σκέπαζε/ και την ψυχή», όσο και απόδοση ευθυνών: «Τω καιρώ εκείνω/είτε από δω είτε από κει/οι πολιτικοί ήταν μόνο/πώρωση και ιδιοτέλεια/-κυρίως ιδιοτέλεια». Η συνομιλία με τον αναγνώστη υπονομεύει την παραδοσιακή αυθεντία του λυρικού υποκειμένου. Στο «– μην κοροϊδευόμαστε / [αναγνώστη, / είσαι ακόμη εδώ;]» το ποίημα εκθέτει τη συνθήκη της επικοινωνίας του αντί να τη θεωρεί δεδομένη. Παρόμοια, η μετάβαση στα greeklish («ti neoi pou ftasamen / edw») και στα εικαστικά σχέδια μετακινεί το βιβλίο από το ενιαίο ποιητικό ιδίωμα σε μεικτό πεδίο σημείων. Πέρα από ψυχιατρική και οικονομία, το κινητό και η προσήλωση στην εικόνα μεταφέρουν ένα ακόμη κυρίαρχο γνώρισμα της περιόδου.

Στον Συφιλτζόγλου η συμφιλίωση ματαιώνεται συνεχώς. Η φράση «ο ορίζοντας / τόσο όμορφος» δεν εξελίσσεται σε λυρική έξαρση: ακολουθείται από το «τα νεύρα μας / είχαν σπάσει». Αντίστοιχα, «ποια υπέρβαση; / το κεφάλι μόλις / πάνω απ’ το νερό / ήθελε αντοχές». Η μεταφυσική λέξη «υπέρβαση» επιστρέφει βίαια στο σώμα που απλώς προσπαθεί να μην πνιγεί. Το ποίημα αρνείται να αποκαταστήσει αισθητικά τη συνοχή που λείπει από τον κόσμο του.

Δυνατό σημείο της συλλογής είναι ο τελικός κατάλογος ονομάτων ατόμων, με ευρεία ηλικιακή και επαγγελματική γκάμα, που ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό έχοντας μεταναστεύσει από τη Δράμα και τη γύρω περιοχή. Πρόκειται για μια ιδιότυπη πρόταση ποιητικότητας, ούτε ένστιχης ούτε μεταφορικής ούτε μεταπλασμένου βιώματος αλλά αρχειακής τάξης: ένα «αντι-αρχείο της εξόδου» που δεν οργανώνει την ιστορία ως πρόοδο, αλλά διασώζει ονόματα, διαδρομές και απουσίες που η αφήγηση της προόδου αφήνει στο περιθώριο. Παράλληλα συμπυκνώνει αιχμηρά όλα τα θραύσματα-ποιήματα που προηγήθηκαν και συνιστά την κατάληξή τους.

Συνοψίζοντας λοιπόν, η ποιητική του Συφιλτζόγλου γίνεται τώρα περισσότερο εστιασμένη, θα έλεγα περισσότερο επιθετική, πιο άμεσα καταγγελτική, οξύνει τα υφολογικά στοιχεία που διέκριναν το έργο του («Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις/ να μην τις παίρνει ο άνεμος κατά Αναγνωστάκη), χωρίς να του λείπει το  προσωπικά διαμορφωμένο λυρικό στοιχείο των προηγούμενων συλλογών, περισσότερο ως αίσθηση που αναδύεται από το κλίμα του βιβλίου. Το βιβλίο αποφεύγει ακριβώς ό,τι ειρωνεύεται ως «χλιαρό / νερό / χλιαρές / λέξεις / χλιαρά / νεύματα»: δεν εξομαλύνει την κοινωνική δυσφορία ούτε προσφέρει αναδρομική δικαίωση στο συλλογικό «εμείς». Η ήττα παραμένει ανοιχτή αντίφαση, εγγεγραμμένη στη γλώσσα, στο σώμα, στην οικονομία, στην τεχνολογία και στον τόπο. Και τα «σχέδια» του τίτλου μπορούν να διαβαστούν διπλά: ως εικαστικές χαράξεις και ως προσχέδια-απόπειρες να αποτυπωθεί αυτή η συνθήκη. Έτσι η συλλογή σχεδιάζεται πάνω σε μια ποίηση της μη συμφιλίωσης και του θραυσματικού κοινωνικού αρχείου: δεν ηρωοποιεί την ήττα, δεν τη θεραπεύει, αλλά διασώζει τα υλικά της και κρατά ανοιχτό το ερώτημα της συλλογικής ευθύνης.

 

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, σχέδια πάνω σε μια ήττα (Αντίποδες, 2026)

Προηγούμενο άρθροΣυγγραφείς, εγκλήματα και λογοτεχνία (του  Φίλιππου Φιλίππου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ