Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Οι νόμοι και οι άνθρωποι (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

Οι νόμοι και οι άνθρωποι (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
19

 

της Δήμητρας Ρουμπούλα

“Καμιά φορά η ζωή ανεβάζει στροφές και δεν έχεις πραγματικά επιλογή, πρέπει να ακολουθήσεις, αλλιώς μένεις πίσω και το ΄χασες το παιχνίδι…” Αυτό το κατάλαβε από πολύ νωρίς ο 14χρονος Μπορίς, διχασμένος ανάμεσα σε δύο μπαμπάδες, αλλά και ανάμεσα στην εκλεπτυσμένη γλώσσα της Παριζιάνας φίλης του και τη δική του, τη μικτή αργκό των προαστίων, ανάμεσα στην αφρικανική καταγωγή του και τη γαλλική ανατροφή του. Σε ένα πολλά υποσχόμενο ντεμπούτο στη λογοτεχνία του Ερίκ Μουκεντί, το οποίο αφηγείται την πολυπλοκότητα δύο κόσμων, αυτού των Αφρικανών μεταναστών στη Γαλλία και εκείνου των ιθαγενών Γάλλων, αναδεικνύοντας τελικά τον πλούτο που προκύπτει από τη συγχώνευση πολιτισμικών στοιχείων μέσω της διττής κουλτούρας του κεντρικού ήρωα.

Το πρώτο μυθιστόρημα του Μουκεντί δεν αφορά την ιστορία ενός εφήβου που μεγαλώνει από δύο άτομα του ιδίου φύλου, όπως θα μπορούσε ίσως να υπονοεί ο τίτλος: “Με δύο μπαμπάδες”. Ο αφηγητής Μπορίς, όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας, γεννήθηκε στη Κινσάσα του Κονγκό και έφτασε επίσης στη Γαλλία σε ηλικία επτά ετών. Κι εδώ σταματούν, μάλλον, οι ομοιότητες. Σε αντίθεση με τον Μουκεντί, ο οποίος μεγάλωσε στη Νορμανδία από τους Κονγκολέζους γονείς του, ο ήρωάς του έχει ως νόμιμους γονείς τον θείο του Φουλζάνς, που ζει στη βόρεια περιφέρεια του Παρισιού και τη λευκή Γαλλίδα σύζυγό του, Μπεατρίς. Όταν έχασε τη μητέρα του μαζί με τον μικρότερο αδερφό του στον τοκετό, ο βιολογικός του πατέρας εμπιστεύτηκε το παιδί στον αδερφό του, για μια καλύτερη ζωή. Ο θείος δήλωσε τον μικρό, και τον μεγάλωσε, ως γιό του, η Μπεατρίς, που θα μάθει καθυστερημένα την αλήθεια, τον υιοθέτησε και έτσι ο μικρός απέκτησε εύκολα τη γαλλική υπηκοότητα.

Η οπτική ενός παιδιού για τη ζωή και για τις καταστάσεις με τις οποίες παλεύουν οι ενήλικες είναι πάντα μια πρόκληση για κάθε συγγραφέα. Ο Μπόρις – οι γύρω του τον αποκαλούν και Μπομπό – αφηγείται με μια φυσική ευγλωττία την ιστορία του και ό,σα του συμβαίνουν προσπαθώντας να διασχίσει πολλά σύνορα, όπως το να μετακινηθεί από το πολυπολιτισμικό Μποντύ όπου ζει στο κέντρο και στα αριστοκρατικά Διαμερίσματα του Παρισιού. Κάθε φορά είναι μια εμπειρία, αν όχι ένα ρίσκο. “Για να πάω στο Μπομπινύ, περπάτησα απ΄ το σχολείο ως τη γέφυρα του Μποντύ. Και η γέφυρα του Μποντύ είναι έπος. Όλη η αθλιότητα και η θλίψη του κόσμου είναι μαζεμένες εκεί. Πιστεύω ότι ο Βίκτορ Ουγκό θα μπορούσε να γράψει σελίδες επί σελίδων για τη γέφυρα του Μποντύ”.

Μπορεί ο Ερίκ Μουκεντί να μην είναι ο Βίκτορ Ουγκό, αλλά περιγράφει θαυμάσια, με χιούμορ, τρυφερότητα και κατανόηση, τις γλωσσικές διαφορές, κυρίως αυτές, ανάμεσα στους μετανάστες των προαστίων και στους Γάλλους.  “Γιατί τα λόγια ενός μαύρου στο μυαλό ενός λευκού δεν έχουν πάντα το ίδιο νόημα με τα λόγια ενός λευκού στο μυαλό ενός μαύρου”. Ο ίδιος ο Μπορίς μιλά “λευκά και μαύρα γαλλικά”, οι Αφρικανοί μιλούν τα δικά τους γαλλικά. Για παράδειγμα, λέει, στο Κονγκό, κάποιος μπορεί να σου πει έρχομαι και να εμφανιστεί σε δύο ώρες, κάτι που η θετή του μητέρα δεν μπορεί ακόμη να καταλάβει και πολύ περισσότερο να συνηθίσει.

Κι ενώ η αθωότητα του 14χρονου ήρωα σιγά σιγά ξεθωριάζει, όλο και αυξάνεται το κοινωνιολογικό βάρος προς το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση. Σε αυτό το κρίσιμο ηλικιακό μεταίχμιο κι ενώ έχει σχεδόν ξεχάσει την εικόνα του πραγματικού του πατέρα, του Ντανιέλ, εκείνος χτυπά ένα βράδυ απροσδόκητα, στην αρχή του μυθιστορήματος, το κουδούνι στο Μποντύ, μετά από ένα πολύχρονο βασανιστικό ταξίδι μετανάστευσης που τον οδήγησε από το Κονγκό στη Γκαμπόν, το Καμερούν, το Μάλι και την Τυνησία, όπου άφησε πίσω του μια νέα οικογένεια. “Μ΄έσφιξε στην αγκαλιά του, αλλά δεν ένιωσα τίποτα. Ήταν σαν να υπήρχαν τόσα στρώματα σιωπών και παρεξηγήσεων μεταξύ μας, όσες και οι μέρες που είχαμε να ιδωθούμε, χωρίς να υπολογίζω τις μέρες που είχα πιστέψει ότι ήταν νεκρός…” Αυτή η επανένωση και η αναταραχή που προκαλεί δομούν την αφήγηση, με τον έφηβο Μπορίς να βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι πολλών απαιτήσεων, να χάνει τις ψευδαισθήσεις του σε αυτόν τον αγώνα, αλλά να τα καταφέρνει.

Κι αυτό χάρη σε μια αίσθηση τρυφερότητας, ειρωνείας και χιούμορ που τον περιτυλίγει ο συγγραφέας, δίνοντάς μας μια ιστορία γεμάτη ζωντάνια και ευαισθησία παρά μια τυπική οικογενειακή κατάσταση που αναζητά λύση στο πρόβλημα ποιος από τους δύο θα είναι τελικά ο μπαμπάς του Μπόρις και πώς θα καταφέρει ο Ντανιέλ να νομιμοποιήσει την παραμονή του στη Γαλλία ή αλλιώς αν θα πετύχει το αλλόκοτο σχέδιο του οικογενειακού φίλου, δικηγόρου Βενσάν να ξεπεράσει το σύνορο του νόμου. “Από τη μία πλευρά υπάρχουν οι νόμοι”, λέει ο δικηγόρος, “και από την άλλη οι άνθρωποι, οι ψυχές, το αίμα, τα δάκρυα κι ο ιδρώτας. Τα σύνορα είναι απλώς η ορατή όψη του νόμου και δεν μπορούν να σταματήσουν παρά μόνο αυτούς που δεν έχουν τα μέσα να τα διασχίσουν ή να πηδήξουν από πάνω τους”. Ο αγώνας για επιβίωση και η απόκτηση εγγράφων φέρνουν αντιμέτωπους τους περισσότερους μετανάστες με τα πιο απροσπέλαστα σύνορα  και τα πιο δυσπρόσιτα όρια.

Η συνύπαρξη ή η σύγκρουση τόσο διαφορετικών κόσμων δεν είναι πάντα εύκολη και διασκεδαστική για το “Με δύο μπαμπάδες”, όσο πνευματώδης, συγκινητική και χιουμοριστική είναι η ιστορία που περιγράφει. Ακόμη και στο σπίτι του τόσο αγαπημένου ζευγαριού Φουλζάνς – Μπεατρίς κατοικούν κάπου βαθιά οι δύο κόσμοι που προκαλούν μικροεντάσεις για θέματα πολιτισμικής φύσης. Είτε πρόκειται για το πώς κατανοούν τις ώρες των επισκέψεων οι Κονγκολέζοι φίλοι, είτε για τις ερωτικές σκηνές στην τηλεόραση που ο Φουλζάνς δεν θα ήθελε να βλέπει ο έφηβος, είτε για τον ρόλο των γυναικών. Το ίδιο ισχύει σε ένα βαθμό και ανάμεσα στα δύο αδέρφια, στους “μπαμπάδες”, καθώς προκύπτουν διαφωνίες σχετικά με τις παιδαγωγικές μεθόδους, αφού ο ένας “μπαμπάς” μετά από αρκετά χρόνια στη Γαλλία έχει δει κάπως αλλιώς τα πράγματα, ενώ ο άλλος ο βιολογικός, παρότι μορφωμένος και διευθυντής σχολείου στην Κινσάσα, καταλογίζει στον αδερφό του ότι έχει κάνει τον Μπόρις ένα “μικρό λευκό αγόρι”. Θα αργήσει να καταλάβει ότι “αυτό που στην Αφρική κάνει κάποιον ενήλικα που σέβεται τους θεσμούς και τους άλλους ανθρώπους, στην Ευρώπη το θεωρούν κακοποίηση που προκαλεί στα παιδιά τραύματα”. Όλα αυτά αποδεικνύονται καθοριστικά για το αγόρι που τα παρατηρεί με διορατικότητα, τα αφηγείται έξυπνα και παιχνιδιάρικα και εν τέλει τα ενσωματώνει ήρεμα στη ζωή του, προχωρά μπροστά με χαμόγελα και ευφυΐα κι αναπτύσσει μια φιλοσοφία ζωής.

Πλήρη επίγνωση επιδεικνύει ο έφηβος αφηγητής στο ότι δεν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την Ορτάνς, το κορίτσι που γνώρισε σε μια σχολική επίσκεψη στο Μουσείο Ορσαί όπου ήταν κι εκείνη με τους συμμαθητές της από αριστοκρατικό σχολείο. Η Ορτάνς βλέπει από τη βεράντα του σπιτιού της τον πύργο του Άιφελ. Αυτό και μόνο φτάνει για να καταλάβει ο Μπορίς τις ταξικές διαφορές τους. Παριζιάνα, αστή “από το πάνω πάνω ράφι” μιλά κανονικά γαλλικά, ενώ ο ίδιος μιλά τη γλώσσα της γειτονιάς που αναμειγνύει γαλλικά, αργκό, αραβικά και τοπική διάλεκτο, προϊόν του χωνευτηριού πολιτισμών στα προάστια, που μοιάζει σαν “ένα γαλλικό πιάτο όπου ο καθένας προσθέτει τα δικά του μπαχαρικά ή το φτιάχνει με τη δική του σάλτσα”. Σε αυτό το μυθιστόρημα, οι πολιτισμικές διαφορές είναι πρωτίστως γλωσσικές. Ακόμη και το χάσμα που χωρίζει τον “κύριο από το δάσος του Μποντύ” και την αστή αγαπημένη του από το 16ο Δημοτικό Διαμέρισμα μοιάζει να είναι πάνω απ΄όλα γλωσσικό, αφού κατά τα άλλα ταιριάζουν. Μέσα από την άγουρη σχέση τους, ο Μουκεντί επιχειρεί μια κοινωνιολογική μελέτη των ανισοτήτων του Παρισιού, που μοιράζεται σε πλούσιους και φτωχούς, λευκούς και μαύρους, ρατσιστές και προοδευτικούς, εκμεταλλευτές και θύματα.

Συμβαίνουν διάφορα ευτράπελα, μέσα από τα οποία ο συγγραφέας, έχοντας διδάξει σε σχολεία στο Μποντύ και γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τι συμβαίνει στα βόρεια προάστια της Πόλης του Φωτός, αναδεικνύει τις ταξικές και πολιτισμικές αντιθέσεις ανάμεσα σε ξένους και ντόπιους, συχνά ξενοφοβικούς και ρατσιστές, τις συνθήκες διαβίωσης και τις νοοτροπίες των Αφρικανών, οπλίζοντας όμως τους ήρωές του με δύναμη και αποφασιστικότητα. Οι οποίοι, κάποιες φορές, αντιδρούν βίαια όταν τους πνίγει το δίκιο, όπως συμβαίνει σε ένα πάρτι της Ορτάνς, όπου ο Ιντρίσα, ο κολλητός του Μπορίς και “πρώτος στο νταηλίκι”, τα βάζει άγρια με τα “αστόπαιδα”.

Το “Με δύο μπαμπάδες” είναι ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει γλώσσες, πολιτισμούς, κοινωνικές τάξεις. Η δύναμή του έγκειται στη φωνή αυτού του αγοριού, του κεντρικού ήρωα, ενός καλού μαθητή, έξυπνου και ψύχραιμου, που απορρίπτει τα κλισέ και λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στη γαλλική πραγματικότητα και στις αφρικανικές ρίζες του. Μέσα από κωμικές και φορτισμένες συναισθηματικά καταστάσεις, η κοινωνιολογική ματιά του συγγραφέα διασταυρώνεται με μια εξερεύνηση των προκλήσεων της εφηβείας. Κυρίως συνδυάζει γνήσιο αφηγηματικό ταλέντο, απολαυστική πρόζα, μια άψογη αίσθηση στην οικονομία της γλώσσας και της αυξανόμενης έντασης, αρετές που οι εκδόσεις Gallimard διέκριναν (και σωστά επέλεξαν να μεταφέρουν στην Ελλάδα οι εκδόσεις Θίνες) στην πρώτη λογοτεχνική απόπειρα του Ερίκ Μουκεντί, η οποία έρχεται μετά από μια επιτυχημένη πορεία σπουδών λογοτεχνίας, φιλοσοφίας και δικαίου, και διδασκαλίας γαλλικών σε σχολεία προαστίων του Παρισιού και στη Ρουέν.

 

Eric Mukendi, Με δύο μπαμπάδες, μτφρ. Άγγελος Μουταφίδης, εκδ. Θίνες,

 

 

Προηγούμενο άρθροΓιατί είναι αλμυρή η θάλασσα; (διήγημα της Κορίννας Σεργιάδου)
Επόμενο άρθρο¨Το Βιολί Και Ο Οδοστρωτήρας¨: Ο Αντρέι Ταρκόφσκι πριν «Τα Παιδικά Χρόνια Του Ιβάν» (του Μανώλη Γαλιάτσου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ