Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 2026 Ερωτικά ξυπνήματα (διήγημα του Ιωσήφ Μανίκη)

Ερωτικά ξυπνήματα (διήγημα του Ιωσήφ Μανίκη)

0
38

Ιωσήφ Μανίκης

Ήμουν δεκατεσσάρων, ηλικία όπου όλα ξεκινούν να πάλλονται. Θυμάμαι κάποια μέρα, ή μάλλον κάποιο απόγευμα πιο φωτεινό απ’ τα άλλα, όταν με τον Βλάσση κάναμε κοπάνα απ’ το φροντιστήριο αγγλικών για να δούμε την Πισίνα. Ή, τέλος πάντων, τη μισή. Τόσο μας έπαιρνε ο χρόνος μέχρι την άκαμπτη επιστροφή στο σπίτι, στις εννιά ακριβώς, ώρα που σήμαινε λήξη συναγερμού της μητρικής ανησυχίας.

Η ταινία ήταν απαγορευμένος καρπός. Όχι για ό,τι έδειχνε, που ήταν αρκετό για να ταράξει τα θεμέλια ενός εφηβικού μυαλού, αλλά για το ότι την είδαμε κρυφά, κάτω από τις πλάτες των καθηγητών που, κατά τις φήμες, παραμόνευαν μέσα στο σινεμά όπως οι παλιοί επόπτες της ηθικής, έτοιμοι να τσακώσουν όποιον μαθητή τολμούσε να βρεθεί σε σκοτεινή αίθουσα.

Δεν έβλεπα ούτε τον Ντελόν, ούτε τη Σνάιντερ. Μόνο εκείνη. Η Τζέιν. Σαν να είχε βγει μέσα από όνειρο που δεν είχα ακόμα προλάβει να δω. Μια λεπτή, σχεδόν αέρινη παρουσία, με βλέμμα που δεν κοιτούσε. Τρυπούσε. Μισή ταινία. Άπειρη φαντασίωση. Μια λίμνη η οθόνη κι εγώ βούτηξα μέσα της χωρίς να το σκεφτώ.

Το σχολείο μας, αυστηρό όπως όλα τότε. Όριο κυκλοφορίας για τους μαθητές του εξαταξίου Γυμνασίου ως τις οχτώ και μισή. Μετά, επικρατούσε σιωπή και απαγόρευση.

Ακόμα και τα «κατάλληλα» έργα δεν μας επιτρέπονταν παρά μόνο Κυριακή, στις έντεκα το πρωί μετά τη Θεία Λειτουργία. Κινηματογράφος για ανηλίκους: Ταρζάν, Μασίστας, Λουί ντε Φινές, Φράνκο και Τσίτσο σε αιώνιες παρεξηγήσεις. Ό,τι πρέπει για να ξεχάσεις ότι έχεις σώμα και ορμόνες.

Ο Βλάσσης ήταν ο αχώριστος σύντροφός μου στις κινηματογραφικές αποδράσεις. Ήταν μεγαλύτερος κατά ένα χρόνο, αλλά η αποτυχία τότε στις εξετάσεις δεν σου έδινε δεύτερη ευκαιρία. Αν έμενες σε δύο βασικά μαθήματα, έμενες πίσω. Κι οι φίλοι σου, η χρονιά σου, η παρέα σου συνέχιζαν χωρίς εσένα.

Μιλούσαμε για κορίτσια. Μόνο για κορίτσια. Η μελαχρινή με τα μεγάλα μάτια, η ψηλή με το αδιόρατο χαμόγελο. Κάθε βλέμμα τους ήταν για εμάς κάτι ανάμεσα σε θαύμα και υπόσχεση. Τις κοιτούσαμε με λαχτάρα, όπως κοιτάς κάτι όμορφο που ξέρεις πως δεν είναι για σένα.

Ο Βλάσσης, πιο περπατημένος, πιο θαρραλέος, αποφάσισε ένα πρωί να με «μυήσει».

Με τράβηξε από το μανίκι κι αρχίσαμε να περπατάμε προς κάποιο σπίτι. Μια μονοκατοικία στην άκρη του δρόμου, απ’ έξω εγκαταλειμμένη, με ξεφτισμένους σοβάδες και παράθυρα που έμοιαζαν σκονισμένα απ’ τον χρόνο και τα βλέμματα.

Μέσα, η μαντάμ της Πρέβεζας.

Έμοιαζε με άγαλμα παλιού καμπαρέ, βυθισμένη σ’ ένα βαρύ νυσταγμένο βλέμμα.

Εγώ είχα μέσα μου ακόμα την Τζέιν Μπίρκιν, ανάλαφρη και δροσερή όπως το πρωινό φύσημα σε θαμπό καθρέφτη.

Η μαντάμ κατάλαβε. Άπλωσε το βλέμμα της πάνω μου με τρόπο που μόνο τα αρπακτικά γνωρίζουν:

«Έλα εδώ, νεαρέ… Για σένα, το πρώτο τζάμπα».

Η λέξη «τζάμπα» με χτύπησε σαν ειρωνεία, και τότε κατάλαβα πως δεν ήμουν έτοιμος.

Δεν ήξερα αν έπρεπε να σταθώ ή να φύγω τρέχοντας.

Έφυγα.

Το έσκασα χωρίς να κοιτάξω πίσω, με την καρδιά να βροντάει μέσα μου.

Ο Βλάσσης έμεινε. Γύρισε και μου διηγήθηκε… διάφορα.

Δεν ήθελα να ξέρω. Δεν ήθελα να τον ακούσω. Ήθελα να φαντάζομαι. Να φαντάζομαι τη μελαχρινή της τάξης, την ψηλή στο προαύλιο και πάνω απ’ όλα τη Τζέιν Μπίρκιν μισοβυθισμένη στην πισίνα σε εκείνη την ταινία που δεν τέλειωσε ποτέ.

***

Ο Βλάσσης είχε βάλει στο μάτι μια καθηγήτρια. Όχι όποια κι όποια, μια απ’ αυτές που έβγαιναν απ’ τις σχολές φρέσκες, σχεδόν άγουρες, με μια αύρα που έφερνε το καινούριο και το ανεξερεύνητο.

Στα δικά μας μάτια, δεν απείχαν ηλικιακά πολύ από τους τελειόφοιτους. Ίσως αυτό ακριβώς να έκανε την εξουσία τους τόσο γοητευτική. Μπροστά μας ήταν μια θεά που, αντί να κάθεται σε σύννεφο, κρατούσε κόκκινο στυλό.

Κι όταν ήρθε εκείνη, η καθηγήτρια της Ωδικής, καταλάβαμε ότι είχαμε μπροστά μας κάτι ξεχωριστό. Ξανθιά, με πράσινα μάτια που άλλαζαν χρώμα ανάλογα με το φως και τη διάθεσή της κι ένα μίνι που φλέρταρε διαρκώς με την απαγόρευση, ανέβαινε και κατέβαινε με χάρη, σαν να αδιαφορούσε τελείως για τον θόρυβο που προκαλούσε.

Την ώρα της πρωινής προσευχής, το ύφασμα κατέβαινε ταπεινά, σαν να ντρεπόταν για τις αμαρτίες του. Αλλά όταν ξεκινούσε το μάθημα, το μίνι δεν ήταν πια ρούχο, ήταν πρόκληση και τα κόκκινα εσώρουχα σημάδια μιας γλώσσας μόνο για μυημένους.

Πώς να κάνεις θεωρία της μουσικής, όταν το σολφέζ συνοδευόταν από παλίρροια ορμονών;

Ο Βλάσσης είχε ξεσηκωθεί. Είχε βάλει στόχο:

«Δεν θα μου γλιτώσει αυτή», έλεγε.

«Από τι ακριβώς;» τον ρωτούσα με ειρωνική απορία, γνωρίζοντας πολύ καλά την απάντηση.

«Θα την πηδήξω!».

Το έλεγε σαν να έκλεινε συμφωνία με τη μοίρα. Εγώ τον άκουγα αμήχανος. Τα σχέδιά του ήταν μεγάλα και οι προσδοκίες του ακόμα μεγαλύτερες.

Πάντως, προς το παρόν, αρκούμασταν σε λιγότερο τολμηρές αποστολές: να κλέψουμε καμιά ματιά από τις συμμαθήτριες, να εισπράξουμε κανένα χαμόγελο από τα κορίτσια της πρώτης τάξης. Ένα βλέμμα τους αρκούσε να ταράξει τη λίμνη της εφηβείας μας για ώρες.

Για την εποχή, ήμασταν τυχεροί, είχαμε μικτό σχολείο. Πραγματική πολυτέλεια. Όχι όπως στις μεγαλουπόλεις, όπου τα γυμνάσια χωρίζονταν σε αρρένων και θηλέων, λες και τα δύο φύλα ήταν εκρηκτικές ύλες που δεν έπρεπε να αποθηκευτούν στον ίδιο χώρο.

Στο δικό μας σχολείο, τα κορίτσια κάθονταν στη μία πλευρά της αίθουσας, τα αγόρια στην άλλη, σαν αντίπαλα στρατόπεδα που ζούσαν μια εκεχειρία γεμάτη περιέργεια και πόθο. Δεν επιτρεπόταν να μοιραζόμαστε θρανίο, ούτε διάδρομο. Είχαμε χωριστές αυλές, έτσι ώστε να μας θυμίζουν διαρκώς πως «μαζί» ήταν απλώς μια λέξη απαγορευμένη.

Κι όμως, η επιθυμία πάντα έβρισκε τρόπους να επικοινωνεί. Ένα βλέμμα από μακριά, ένα γράμμα κρυμμένο στο βιβλίο Φυσικής, ένα χαμόγελο την ώρα που η καθηγήτρια γύριζε την πλάτη.

Το φλερτ ήταν απόμακρο, σχεδόν μεταφυσικό. Οι ματιές είχαν τη δύναμη του ανέγγιχτου, σαν να έκανες έρωτα με το βλέμμα και να ξυπνούσες με ντροπή και ιδρώτα. Οι νυχτερινοί μας εφιάλτες δεν ήταν τρομακτικοί, ήταν ονειρικοί, γλυκά ανεκπλήρωτοι.

Και ο Βλάσσης, αυτός πάντα κυνηγούσε κάτι μεγαλύτερο απ’ ό,τι μπορούσε να φτάσει.

***

Στην ευρύτερη επικράτεια του Αγίου Γεωργίου, λίγο πριν ο δρόμος ανηφορίσει νωχελικά προς τον Παντοκράτορα, υπήρχε ένας τόπος σχεδόν μυσταγωγικός, μια αυλή των θαυμάτων για ζευγάρια κάθε είδους, νόμιμα ή όχι, που αναζητούσαν καταφύγιο στον έρωτα μακριά απ’ τα αδιάκριτα βλέμματα της μικρής κοινωνίας.

Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν, τα ξενοδοχεία ήταν πολυτέλεια επόμενων δεκαετιών και το μόνο που απέμενε στους ερωτευμένους ήταν η φύση, αυτή η διακριτική συνωμότις της επιθυμίας. Οι φυσικές σπηλιές και οι τεχνητές εσοχές που άνοιγε το κύμα στη σάρκα του βράχου γίνονταν μυστικά προσκέφαλα.

Εκεί που η θάλασσα αγκάλιαζε τα φύκια και η άμμος λειαινόταν από κορμιά, γεννιόταν κάθε τόσο μια νέα ιστορία, συχνά σύντομη, πάντα παθιασμένη.

Όταν βλέπαμε ζευγάρι πάνω σε ποδήλατο ή καβάλα σ’ ένα μηχανάκι και δεν τους γνωρίζαμε ξέραμε αμέσως τον προορισμό τους. Δεν χρειάζονταν εξηγήσεις. Υπήρχε κάτι ανεπαίσθητο στο νευρικό σφίξιμο των χεριών τους, στο αμήχανο γέλιο που ακουγόταν μισή οκτάβα πιο χαμηλά, σαν να μην ήθελε να ακουστεί σε λάθος αυτιά.

Ο Βλάσσης, αυτοανακηρυγμένος διοικητής της περιοχής και γενικός επόπτης της σκανταλιάς, ήξερε ‒ ή ισχυριζόταν πως ήξερε ‒ τα πάντα. Είχε φτιάξει ένα άτυπο δίκτυο πληροφοριοδοτών, κυρίως πιτσιρικάδες, που λειτουργούσαν ως μικροί ανιχνευτές πάθους.

Αν ο Βλάσσης ήταν λίγο πιο μεγαλόπνοος, θα μπορούσε να διευθύνει μυστικές υπηρεσίες. Αν και, για να είμαστε δίκαιοι, περισσότερο τον ενδιέφεραν οι στάσεις του Κάμα Σούτρα παρά τα κρατικά μυστικά.

«Αυτή, φίλε, την πέτυχα να του κάνει κάτι ανάμεσα σε χορευτικό και ανάποδη βατραχοβουτιά», έλεγε και τα μάτια του γυάλιζαν από γνώση και νοσταλγία για κάτι που δεν είχε ζήσει ακόμα. Ή ίσως και να είχε, ποιος ξέρει. Έλεγε τόσα πολλά, που στο τέλος δεν ήξερες τι να πιστέψεις.

Εμένα, όλα αυτά μ’ άφηναν παγερά αδιάφορο. Όχι από πουριτανισμό. Απλώς δεν είχα ποτέ την παραμικρή διάθεση να κυνηγήσω τους έρωτες των άλλων με τα κιάλια. Άσε που ποτέ δεν ξέρεις πότε θα έρθει η δική σου σειρά…

Ήταν καθαρά για τον χαβαλέ. Και για το θέαμα. Ήταν η εποχή που δεν υπήρχε διαδίκτυο, ούτε περιοδικά, ούτε βίντεο κρυφής κάμερας. Τι απέμενε; Το πεδίο. Ο φυσικός κόσμος ως κινηματογράφος πρώτης προβολής.

Έτσι έστησε μια μικρή ομάδα, που τους αποκαλούσε με στόμφο «μονάδα παρατήρησης». Κυνηγούσαν τα ζευγαράκια όπως οι παλιοί κυνηγοί τα τρυγόνια. Σιωπηλοί, σκυφτοί, ακίνητοι για ώρες πίσω από βράχια, με τα μάτια καρφωμένα στο ορίζοντα, όχι για να πυροβολήσουν, μα για να καούν λίγο μέσα τους απ’ αυτό που έβλεπαν.

Το αγαπημένο του εργαλείο δεν ήταν άλλο από τη σφεντόνα. Μια σφεντόνα φτιαγμένη από ξύλο ελιάς, με πετσί και δυνατό λάστιχο. Βόλια του, λειασμένα βότσαλα από τη θάλασσα και στρογγυλά όπως η πανσέληνος.

Σημάδευε μ’ επιδεξιότητα χειρουργού. Όταν το ζευγάρι έφτανε στην κορύφωση, εκείνος σημάδευε με δαιμονική ακρίβεια τον πισινό του δύσμοιρου εραστή.

Το βότσαλο σφύριζε στον αέρα και προσγειωνόταν με ερωτική ασέβεια πάνω στη σάρκα. Μια κραυγή, μείγμα πόνου και τρόμου, ράγιζε τον ουρανό και τότε άρχιζε η κωμωδία. Ο γυμνός άντρας έψαχνε απεγνωσμένα την πηγή της αναστάτωσης, ενώ το κορίτσι μάζευε όπως όπως τα ρούχα και οι μικροί σατανάδες έπαιρναν δρόμο, γελώντας σαν να είχαν ανακαλύψει την πιο πονηρή πλευρά του κόσμου.

Ο Βλάσσης, στη δική του εφηβική φαντασίωση, νόμιζε πως συμμετείχε. Έστω κι αν το μόνο που κρατούσε ήταν μια σφεντόνα και κάτι πετραδάκια.

***

Εκείνη, όμως, η μέρα είχε κάτι άλλο.

Ήταν η μέρα που τα πουλιά σιώπησαν και τα φύκια σάλεψαν ελαφρά, λες και δεν ήθελαν να είναι εκεί. Ακόμα κι η θάλασσα έμοιαζε να παρακολουθεί σιωπηλά.

Τα δύο ποδήλατα έφτασαν χωριστά, με μελετημένη χρονική απόσταση. Στο πρώτο ο μεσήλικας καθηγητής, με την πλάτη ελαφρώς κυρτωμένη από τις ώρες στις έδρες και το κεφάλι του γεμάτο αποσπάσματα από Πλάτωνα και συνειδησιακά διλήμματα. Στο δεύτερο, η πριγκίπισσα, η καθηγήτρια ωδικής, μια γυναίκα με βλέμμα αμφίσημο, ούτε φως ούτε σκοτάδι. Κάτι ενδιάμεσο, όπως το σούρουπο.

Το κουδουνάκι της παρατήρησης χτύπησε αστραπιαία. Το δίκτυο λειτούργησε με την ταχύτητα των καλών κουτσομπολιών. Σε λίγα λεπτά, το ήξεραν όλοι.

Το ζευγάρι πήρε τον γνώριμο κατήφορο προς το βασίλειο της αμαρτίας, τις κρυψώνες της φύσης, εκεί όπου τα βότσαλα της θάλασσας έκαναν πως κοιμούνταν, πως δεν έβλεπαν.

Άφησαν τα ποδήλατα με την ίδια στοργή που αφήνει κανείς τα παπούτσια του πριν μπει σε ιερό. Κάθισαν επάνω στα φύκια, που με την υγρασία και τη γλίτσα τους, φρόντιζαν να υπενθυμίζουν διαρκώς πως κάθε πάθος έχει και την αμηχανία του.

Τα ρούχα έφευγαν αργά, σχεδόν διστακτικά, σαν να ήξεραν πως δεν έπρεπε. Η γυναίκα άρχισε να χαϊδεύει τον άντρα με την αργή βεβαιότητα μουσικού που ξέρει πως κάθε αφή οδηγεί στη μελωδία. Ο καθηγητής, διστακτικός στην αρχή, παραδινόταν στον πόθο του, έως ότου…

…προέκυψε ο Βλάσσης.

Από το πουθενά ή μάλλον από έναν θάμνο που έκανε πιο πολύ για παρατηρητήριο ορτυκιών, ξεπρόβαλε με βλέμμα ιεροεξεταστή και τη γνωστή του αυταρέσκεια.

Εκείνη τη στιγμή, η καθηγήτρια είχε το στόμα της… απασχολημένο. Πολύ απασχολημένο. Ο Βλάσσης, ατάραχος παρακολούθησε τη σκηνή με μια ψυχρότητα σχεδόν επιστημονική, σαν να μελετούσε συμπεριφορά άγριας φύσης ένα ήσυχο απόγευμα.

Και τότε, με ύφος σοφού που μόλις απέδειξε μια εικασία, είπε το αλησμόνητο:

«Είπα κι εγώ, πού μαθαίνεις τέτοιο βιμπράτο…»

Κι έφυγε.

Σαν σκιά.

Ή μάλλον, σαν κουτσομπόλης που έχει ήδη πάρει όλο το υλικό που χρειαζόταν για το επόμενο συμβούλιο του χωριού.

Ο καθηγητής και η καθηγήτρια πετάχτηκαν όρθιοι σαν να τους είχε τσιμπήσει ηλεκτρικό χέλι.

Για μια στιγμή στάθηκαν. Δεν κοίταξαν ο ένας τον άλλον. Δεν αντάλλαξαν ούτε λέξη. Ήξεραν πως τίποτα δεν θα μπορούσε να μαζέψει την εικόνα από τα μάτια όσων την είχαν δει  ή όσων θα την άκουγαν σύντομα.

Άρπαξαν τα ρούχα τους με βλέμμα χαμηλωμένο, καθώς το ανείπωτο είχε ήδη ειπωθεί.

Έφυγαν γυμνοί από αξιοπρέπεια και γεμάτοι από ντροπή.

Ο Βλάσσης, φυσικά, τα εξιστόρησε όλα με χαρτί, καλαμάρι και θεατρικότητα τέτοια που θα ζήλευε σκηνοθέτης σε πρεμιέρα.

Κανείς δεν ήθελε ν’ ακούσει, όλοι όμως κρυφά τεντώναμε το αυτί.

***

Μέρες μετά, με το χαμόγελο εκείνου που μόλις κέρδισε λαχείο χωρίς να αγοράσει δελτίο, ήρθε και μου εκμυστηρεύτηκε:

«Την πήδηξα. Μου έκανε δώρο και μια Magic Life».

Κι έφυγε με το βήμα εφήβου και το βλέμμα χορτάτου γάτου.

Αν έγινε; Ποιος να ξέρει. Ο Βλάσσης πάντως το έλεγε σαν να το είχε ζήσει δέκα φορές. Κι εμείς, όπως πάντα, τον ακούγαμε. Ίσως γιατί, με κάποιον τρόπο, θα θέλαμε να είναι αλήθεια.

 

Προηγούμενο άρθροΙρλανδοί αουτσάιντερ (του Θανάση Μήνα)
Επόμενο άρθροΑπό τον κόσμο του βιβλίου(7), Λογοτεχνικές κακίες, sex, ρωσικές καταστροφές κ.ά (από την Αλεξάνδρα Χαΐνη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ