της Βαρβάρας Ρούσσου
Από τη Woolf και τη Beauvoir έως τη Showalter, τη Cixous, την Irigaray και τις Gilbert και Gubar, η φεμινιστική κριτική έχει δείξει ότι οι γυναίκες συγγραφείς γράφουν σε ιστορικά ανδροκεντρικά λογοτεχνικά πεδία, όπου η γλώσσα, τα είδη, τα πρότυπα αυθεντίας και τα κριτήρια αξίας έχουν διαμορφωθεί υπό συνθήκες έμφυλης ανισότητας. Η θραυσματικότητα, η μη γραμμικότητα, η ασυνέχεια και η πολυφωνία μπορούν να διαταράξουν τη λογοκεντρική οργάνωση του λόγου: τη σαφή αιτιότητα, την ιεραρχημένη σύνταξη, την αφηγηματική ολοκλήρωση, την αξίωση ελέγχου του νοήματος. Στην ποίηση, η οπτική διαμόρφωση της σελίδας -διαγραφές, επικαλύψεις, σχηματικές οργανώσεις- διευρύνει αυτή τη δυνατότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, ανάμεσα στη γλωσσική και μορφική διάρρηξη και στην έμφυλη σημασιοδότηση διαβάζω τη συλλογή της Ηλέκτρας Λαζάρ.
Ήδη ο τίτλος και τα μότο θέτουν το ζήτημα της κυριαρχίας: Tyrant, ο τύραννος, και «“Το θέμα είναι”, είπε o Humpty Dumpty, “ποιος είναι το αφεντικό – αυτό είναι όλο”». Το πρώτο μότο, «“Το θέμα είναι”, είπε η Αλίκη, “αν μπορείς να κάνεις τις λέξεις να σημαίνουν τόσο διαφορετικά πράγματα”», μεταφέρει την τυραννία στο πεδίο της γλώσσας. Ποιος ορίζει τις λέξεις, ποιος αποφασίζει τι σημαίνουν, ποιος μιλά και με ποια εξουσία; Η συλλογή καλείται έτσι να δοκιμάσει τα όριά της και να απαντήσει και το κάνει πρωτίστως μορφικά: διασπά, επανασυνθέτει λέξεις, τις παραμορφώνει, επαναλαμβάνει, επικαλύπτει. Ωστόσο εδώ εμφανίζεται και ένα πρώτο κρίσιμο ερώτημα: ποιο είναι τελικά το «αφεντικό»; Ο κοινωνικός νόμος, ο Πατέρας, η πατριαρχία;
Η συλλογή διαιρείται σε δύο μέρη: Ι. «Το στόμα» και ΙΙ. «Το σάρωθρο». Το πρώτο, που παραπέμπει στην εκφορά του λόγου, οργανώνεται σε δώδεκα «ειρμούς», έναν για κάθε μήνα, ξεκινώντας από το Σεπτέμβριο. Ο «ειρμός» και η έναρξη από το Σεπτέμβριο παραπέμπουν στη βυζαντινή-λειτουργική παράδοση, όπως και ο τροποποιημένος λόγος των γραφών («Μη λίπης μόνην με», «Μνήσθητι»), η λέξη «τεριρέμ» που πανωγράφεται σε λέξεις του ποιήματος και λειτουργεί ηχοποιητικά, ακόμη και η hesychia (ἡσυχία με θεολογικές προς τον ησυχασμό συνδηλώσεις). Τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιούνται κυρίως ανοικειωτικά. Το δεύτερο μέρος, «Το σάρωθρο», σαρώνει την όποια συνοχή επιδιώκει το πρώτο μέρος: ποιήματα αυτόνομα αλλά και συνδεδεμένα μοιάζουν να μπαίνουν σφήνα «στο στόμα». Στο τελευταίο ποίημα, η τεχνική του μαυρίσματος μέρους του κειμένου, και συνεπώς η νοηματική αλλοίωσή του που οδηγεί στην ανάδυση νέου νοήματος φέρνει σε γειτνίαση διαφορετικές εκδοχές του «Πατέρα».
Από το πρώτο ποίημα του βιβλίου, πριν τους «ειρμούς», η φωνή τοποθετείται: «Μέσα στο αλλόκοσμο σκέφτομαι/[…] Κατάγομαι από της σιωπής ζωή κλεμμένη/». «Και ξέρω πως φύγεις δεν φύγεις από δω/Τίποτα μαζί σου δεν θα πάρεις/Από ένα βλαμμένο σπιτικό/Από μια πρασιά σκουπίδια/Από το στόμα που πάλι άνοιξε και τίποτα δε λέει». Από την αρχή δημιουργούνται ή παραμορφώνονται λέξεις: «Έρρω», «Κατωτερεύω», «Ο-ράκος/ Ο αργέστης», «Φέβομαι», «Βίβασα και πέφτω», (με τον τελευταίο στίχο να επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές).
«Ο ειρμός του Ιανουαρίου» είναι χαρακτηριστικός: η φράση «I found this passage absolutely shocking!» επαναλαμβάνεται δώδεκα φορές, ενώ οι λέξεις συμφύρονται, επικαλύπτονται και επανέρχονται αλλοιωμένες. Η γλώσσα κολλάει, παραμορφώνεται, ξαναστήνεται σαν τρόπος μιας πιεστικής εγγραφής πάνω της: «δεν είναι όλα τα βλέμματα κοντά/κανένα χωριό δεν είναι μακριά/κάθε ξένο είναι μακριά/η μέρα αργοπορεί/κάθε σπίτι είναι βαθύ (σκοτία)/ένα μάτι είναι πιο βαθύ (βόμβα)/[…]. Δεν είναισαν να περνάς/κανένα χολόκληρη/κάθε ξένμέσα από/η μέρα αένα/κάθε σπίσάπιο/ένα μάτι ξύλο[…]». Στον «ειρμό του Απριλίου», η λέξη «κανένας» γίνεται ήχος, σχεδόν νανούρισμα: «κανενανε/νανά νένα νανέ/νένα νανέ νενενά/». Παράλληλα, εμφανίζονται φωνητική γραφή διαλεκτικής ομιλίας («kitaxi l’ki aga’psi ena p’li») και αγγλικές φράσεις, εκτρέποντας τη λογική της γλωσσικής αλληλουχίας. Αλλού η στίξη μεταφέρεται στην αρχή του στίχου και αποσυνδέεται από τη συμβατική λειτουργία της: «.με την πνοή (αργά σου)/.φύσηξες/.κι η θάλασσα (κύμβαλό τούς)/.σκέπασε/.σαν μολύβι βούλιαξαν/.».
Στο δεύτερο μέρος, το πρώτο ποίημα επιμένει στην πίεση που ασκείται πάνω στις γραμμένες λέξεις: «Όπως όταν – όταν το όταν σκέφτεσαι ή/Όταν -όταν μιλάς με κάποιον – και/-και με το μολύβι πατάς πάνω από μια λέξη και το κάνεις/ξανά και ξανά από πάνω χωρίς να καταλαβαίνεις/».
Ο ποιητικός λόγος δε λειτουργεί απλώς ως πειραματική τεχνική αλλά ως τρόπος συγκρότησης της εμπειρίας. Η δωδεκάμηνη οργάνωση με ειρμούς υπόσχεται χρονική γραμμικότητα την οποία σχεδόν διαλύουν επαναλήψεις, λεκτικές παραμορφώσεις, επικαλύψεις, και μετακινήσεις της γραφής πάνω στη σελίδα. Η μορφή δεν αναπαριστά απλώς μια κατακερματισμένη εμπειρία αλλά την επιτελεί, υπονομεύοντας την αξίωση ενός λόγου διαφανούς, ευθύγραμμου και πλήρως ελεγχόμενου από ένα ενιαίο κυρίαρχο υποκείμενο.
Το φύλο, ωστόσο, δεν είναι παντού εξίσου φανερό. Η συλλογή μετακινείται ανάμεσα σε εκφωνήσεις όπου το υποκείμενο δεν σημαίνεται έμφυλα και σε άλλες όπου το «εγώ», κυρίως όμως το «εμείς», προσδιορίζεται ως γυναικείο. Ωστόσο, σε διάφορα σημεία η φωνή γίνεται σαφέστερη, οπότε θα έλεγα ότι διαβάζω ένα γυναικείο υποκείμενο, όπως π.χ. στο «μικρές μητέρες είμαστε με αδειανό το στήθος». Στον «ειρμό του Μαΐου» η έμφυλη θέση γίνεται ρητή και το πρώτο πληθυντικό περισσότερο ορατό. Ενδεικτικά: «Ξέρεις αν μας πήρανε στα σοβαρά;/Γιατί φοβόμαστε το στόμα του χρόνου/Γιατί ό,τι μπει εκεί μέσα είναι χαμένο» και «μικρές μητέρες είμαστε με αδειανό το στήθος/λείπει το ένα χρονικό τα χέρια τα χαμόγελα». Στη ρητά έμφυλη κριτική ανήκει και η ακολουθία: «Ο δικός μου απόγονος;/Σε ερεθίζει;/Οι οδύνες;/Ο τάφος;/Επάρατο πέος;/Να τους φάμε;/Ποιοι;». Η μετωνυμία του «επάρατου πέους» συμπυκνώνει αιχμηρά μια φαλλική σημασιοδότηση της εξουσίας. «Ο ειρμός του Αυγούστου» επίσης οδηγεί σε ένα γυναικείο υποκείμενο ετεροκαθορισμένο ως πάσχον και περιθωριακό. Ο κυρίαρχος λόγος -σχεδόν ιατρικός- εδώ πλαγιογραφείται καθώς μιλάει ηγεμονικά: «πάρτε την για απόσυρση έχει αστάθεια/και αίσθημα νυγμών/όνειρα ζωηρά και πονοκεφάλους/διαταραχή στην όραση και ανορεξία/πάρ’ τε την δυσκολεύεται να έρθει σε οργασμό/και με κυκλοθυμία/[…] επιθετικότητα και τρίξιμο δοντιών/έχει μανία μανία μανία//». Αμέσως μετά η φωνή, συλλογική, δηλώνει: «Θα μπούμε ως τον λαιμό μες στην τραγωδία/Θα μείνουμε/ποτάμι μεγάλο/πουλί μεταναστευτικό[…].». Η ρητή άρθρωση του φύλου μου επιτρέπει σαφέστερη φεμινιστική ανάγνωση.
Αλλά ακριβώς εδώ γεννιέται η επιφύλαξη: ποια γυναίκα συγκροτείται από αυτό το «εμείς»; Μητέρα, σώμα, οδύνη, αντίσταση αλλά ποια κοινωνική, ιστορική ή σεξουαλική θέση έχει; Το «εμείς» λειτουργεί περισσότερο ως κοινότητα εμπειρίας παρά ως προσδιορισμένο πολιτικό υποκείμενο. Αυτό έχει κέρδος και κόστος: αποφεύγει μια στενή ταυτοτική δήλωση, αλλά αφήνει ανοιχτό ποια εμπειρία παρουσιάζεται ως κοινή. Και μήπως, όταν η συλλογή γίνεται πιο δηλωτικά φεμινιστική, επιστρέφει σε ένα γνώριμο δίπολο: μητέρα/στήθος/οδύνη απέναντι σε πέος/Πατέρα/εξουσία;
Γι’ αυτό θα απέφευγα να ταυτίσω συνολικά τη θραυσματική γραφή της Λαζάρ με μια «γυναικεία γλώσσα». Η μορφική απορρύθμιση μπορεί να λειτουργεί αντι-ιεραρχικά, να απομακρύνει από την αυθεντία της ενιαίας φωνής και να παράγει πολλαπλότητα. Δείχνει πώς η γλώσσα μπορεί να γίνει πεδίο κυριαρχίας και αντίστασης. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να θεωρηθεί ότι η φεμινιστική δυναμική του Tyrant είναι ίσως ισχυρότερη ακριβώς επειδή η εξουσία δεν αποκτά διαρκώς ένα ρητά «αντρικό» πρόσωπο. Η συλλογή είναι μορφικά δραστικότερη από όσο είναι πολιτικά προσδιορισμένη: ανοίγει καίρια το ερώτημα «ποιος έδωσε τις λέξεις αυτές;» και προτείνει «ας τις αλλάξουμε», αλλά δεν απαντά πάντοτε με την ίδια ακρίβεια ποιος τις έδωσε, σε ποια γυναίκα και υπό ποιες συνθήκες.
Αποδίδοντας το λόγο σε μια γυναικεία φωνή που αντιστέκεται στη δεδομένη περιοριστική γλώσσα είναι απαραίτητο να μην ταυτίσουμε το μη γραμμικό, το κρυπτικό, το θραυσματικό ή τη «διαταραγμένη» διάταξη της γραφής στη σελίδα με το γυναικείο, γιατί έτσι αναπαράγουμε το δίπολο επιστρέφοντας σε ουσιοκρατικές θέσεις ή στο ανύπαρκτο ενιαίο έμφυλο ύφος (π.χ. οι γυναίκες έχουν κοινά σταθερά ενιαία χαρακτηριστικά γραφής).
Το πιο δραστικό στοιχείο του Tyrant ίσως βρίσκεται όταν μας αφαιρεί τη θέση του ασφαλούς, αποστασιοποιημένου ερμηνευτή. Η ματιά σκοντάφτει, επιστρέφει, αναζητεί σειρά στις επικαλύψεις, στη φωνητική απόδοση φράσεων και στις επαναλήψεις. Η ισχυρότερη αντίδραση (affect) δεν είναι τόσο ο θυμός όσο μια ανησυχία που κινείται ανάμεσα στην πρόσκρουση και την αστάθεια.
Σε κάθε περίπτωση το εγχείρημα της Λαζάρ πέρα από σύνθετο και επεξεργασμένο είναι και άκρως ενδιαφέρον. Ανοίγει πολλαπλές διόδους ερμηνείας καθώς μεταβαίνει από το αφαιρετικό στο συγκεκριμένο/αναφορικό, καθώς επιμένει στη γλώσσα ως μορφή αλλά ουσιαστικά ως φορέα της εξουσίας, καθώς χειρίζεται ένα ευρύ υλικό με πολλαπλούς τρόπους, όπως επιχείρησα συνοπτικά να δείξω.
Ηλέκτρα Λαζάρ, Tyrant, εκδ. ενύπνιο 2026























