γράφει ο Χρήστος Τσιάμης (Ν. Υόρκη)
….Ο ένας καλπάζοντας, ο άλλος παραπατώντας
Η Πύλη του Χωριού ήταν διάπλατα ανοιχτή στον κόσμο. Μιλάω για το Village Gate, το κλαμπ της τζαζ στο Γκρήνουιτς Βίλλετζ, χαμηλά στο Μανχάτταν, που η πρόσοψη του ήταν πόρτες με τζαμαρίες καθ’ όλο το πλάτος της πρόσοψης. Και αν ήσουν περαστικός, έβλεπες ποιο μουσικό σχήμα έπαιζε μέσα, και αν σε ενδιέφερε έμπαινες για ένα ποτό. Υπήρχαν όμως και δυο άλλοι χώροι του, το ανώγειο και το τεράστιο υπόγειο, που για να μπεις πλήρωνες εισιτήριο, προσιτό ακόμα τότε και για εμάς τους φοιτητές. Δυο εικόνες σε αντίθεση καθαρή, από τις πολλοστές φορές που είχα βρεθεί στο ανώγειο του Βίλλετζ Γκέιτ, μένουν ακόμα στο μυαλό μου ζωντανές μετά μια ολόκληρη ζωή.
Στην πρώτη εικόνα είναι ο Αρτ Μπλέϊκι. Αυτός ο μεγάλος ντράμερ της τζαζ είχε πρωτοδημιουργήσει το ιστορικό συγκρότημα The Jazz Messengers στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Πολλά μεγάλα ονόματα της τζαζ είχαν περάσει από εκεί. Όπως ο Λη Μόργκαν, ο Γουέιν Σόρτερ, ο Φρέντυ Χάμπαρντ και ο Κηθ Τζάρετ. Τη βραδιά που τον είδα, αρχές-αρχές της δεκαετίας του ’70, σε εκείνο το νέο σχήμα των Messengers έπαιζε με κάποιους «πιτσιρικάδες», νέους και άγνωστους τότε μουσικούς στης τζαζ το στερέωμα. Και όμως, ο ήχος τους ήταν ένα χάρμα ζωντάνιας που ξεσήκωνε, κάτω στα τραπέζια, το κοινό. Και όλα ξεκινούσαν από τον «μαέστρο», τον Αρτ Μπλέϊκι. Τον θυμάμαι χαρούμενο πίσω από τα ντραμς να ανασηκώνεται κάθε τόσο από τη θέση του σαν καουμπόης που κάλπαζε με άλογο. Τον πήγαινε ο ρυθμός. Και καθώς με τις μπαγκέτες του χτυπούσε των τυμπάνων το δέρμα, σε όμορφους σχηματισμούς ήχου που ήταν δικής του πατέντας, ξεσηκωνόταν από το ρυθμό και με ξεφωνητά «yeah, yeah, yeah!” ξεσήκωνε και τους νεαρούς μουσικούς γύρω του, κάθε φορά που έπαιζαν ένα σόλο. Και η χαρά αυτή της μουσικής, και της ανθρώπινης ψυχής, πλημμύριζε το μισοσκόταδο της αίθουσας και, μαζί με το αλκοόλ που καταναλώναμε αφειδώς, μας ανέβαζε, εμάς το κοινό, ψηλά, σε έναν αφρό ευτυχίας.
Στην άλλη εικόνα, είναι ο σαξοφωνίστας Σόνυ Στιτ, ένα δυο χρόνια αργότερα. Πρόκειται για μια εικόνα στατική. Αργές κινήσεις, ήχος βαθύς στη σκηνή, και μια πυκνή σιωπή από των ακροατών τη μεριά όπου δεν πέφτει καρφίτσα. Για τη σπουδαιότητα του μουσικού αυτού στον κόσμο της τζαζ, μου είχε μιλήσει ο ξάδερφος μου, ο Γιάννης Κ., που είχε προτείνει να έρθουμε να τον ακούσουμε. Και τον περίμενα με δέος να εμφανιστεί στη σκηνή. Χαμήλωσαν στο χώρο τα φώτα, ανέβηκαν στο βάθρο οι μουσικοί της μικρής κομπανίας, μέσα σε ένα ευγενικό χειροκρότημα, και κατόπιν ησυχία… Μια παρατεταμένη ησυχία σε αναμονή του Σόνυ Στιτ.
Τελικά, τράβηξαν μια κουρτίνα στου βάθρου τα δεξιά και εμφανίστηκε μια επιβλητική μορφή (ή έτσι μου φάνηκε τουλάχιστον εμένα κοιτάζοντας τον ψηλά επάνω στο βάθρο από το πρώτο τραπέζι όπου καθόμουνα). Ήταν ψηλός, λεπτός, με ένα κοστούμι σκούρο, και το χρυσοποίκιλτο σαξόφωνο κρεμαστό μπροστά του με ένα λουρί γύρω από τον λαιμό. Έκανε βήματα αργά προς το κέντρο της σκηνής, σαν να παραπατά, και κάθισε στην καρέκλα που ήταν μπροστά από την υπόλοιπη μπάντα. Φύσηξε το σαξόφωνο μια δυο φορές, σαν δοκιμές, και μετά σηκώθηκε. Με μια αργή στροφή του κεφαλιού έδωσε το έναυσμα και άρχισαν να παίζουν οι μουσικοί. Και όταν ήρθε η σειρά του για να μπει και αυτός στο κομμάτι, φύσηξε στο σαξόφωνο καμμιά δυο φορές, όπως είχε κάνει πριν, και κατόπιν σταμάτησε και κάθισε κάτω πάλι. Με τα μάτια μισόκλειστα. Προφανώς, ήταν υπό την επήρεια… Οι μουσικοί, ρίχνοντας ό ένας στον άλλον ματιές, συνέχισαν να παίζουν. Εν τω μεταξύ, μια δυο προσπάθειες του Σόνυ Στιτ να ξανασηκωθεί δεν ήταν επιτυχείς. Και έμεινε καθιστός και σκυφτός. Και φαινόταν σαν να κινείται ελαφριά, σαν για να μπει στης μουσικής το κλίμα. Και αυτή φορά σηκώθηκε απότομα και στάθηκε ευθυτενής! Έβαλε το σαξόφωνο στο στόμα και η μουσική που άρχισε να βγαίνει από το στόμιο του οργάνου, ήταν ένα γλυκό, κυματιστό «μπήμποπ» που ξετυλιγόταν όλο και πιο έντονα. Μας τύλιξε και άρχισε να μας μας ταξιδεύει σε μέρη άγνωρα. Σαν εκείνον τον μουσικό που τον ακολουθούν τυφλά τα παιδιά σε ένα γνωστό παραμύθι… Η εικόνα που μου έχει μείνει στο νου είναι ότι, από εκεί και πέρα, η μουσική που έβγαινε από το σαξόφωνο του Σόνυ Στιτ εκείνη τη βραδιά δεν έπαψε ούτε μια στιγμή. Συνέχιζε. Μέχρι που ο χώρος άδειασε εντελώς, από θαμώνες, από μουσικούς, και από το προσωπικό. Μέχρι που έσβησαν τα φώτα του μαγαζιού και σφάλισαν τις πόρτες. Μέχρι που μας τύλιξε μαζί της, στο σπίτι μας, ο ύπνος ο γλυκός…






















