Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΑΙΔΙΚΑ Ιστορίες με σαύρες για ανθρώπους  (του Δημήτρη Γουλή)

Ιστορίες με σαύρες για ανθρώπους  (του Δημήτρη Γουλή)

0
17

του Δημήτρη Γουλή

Όταν παρουσιάζεται ένα νέο βιβλίο για παιδιά, η συζήτηση αρχίζει συνήθως με ερωτήματα όπως: Για ποιο θέμα μιλά; Τι μπορεί να προσφέρει στους νεαρούς αναγνώστες; Οι ερωτήσεις αυτές δεν είναι αδικαιολόγητες. Η λογοτεχνία για παιδιά κουβαλά το δυσβάσταχτο φορτίο μιας μακράς παιδαγωγικής παράδοσης και εξακολουθεί να αξιολογείται συχνά με κριτήριο τη συμβολή της στη διαμόρφωση στάσεων και αξιών. Έτσι, ακόμα και σήμερα το λογοτεχνικό έργο αντιμετωπίζεται κυρίως ως φορέας ιδεών και λιγότερο ως ψυχαγωγική και αισθητική απόλαυση. Αυτή η ανάγνωση αυτή αδικεί κυρίως τα καλά βιβλία, επειδή οι ιδέες τους δεν προηγούνται της λογοτεχνίας, αλλά γεννιούνται μέσα από αυτήν και αναδύονται σταδιακά μέσα από την αφήγηση, τους χαρακτήρες, το ύφος, το χιούμορ, τις εικόνες και, κυρίως, μέσα από όσα το κείμενο επιλέγει να μην εξηγήσει.

Τα Χρονικά μιας ασήμαντης σαύρας του Πάτρικ Νες (σε μετάφραση του Γιώργου Παναγιωτάκη από τις εκδόσεις Πατάκης) αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατηγορίας βιβλίων. Οι θεματικές που διατρέχουν το έργο είναι πολλές: η διαφορετικότητα, η αυτοεικόνα, το πένθος, η φιλία, η κατάθλιψη, η ανάγκη του ανήκειν βρίσκονται όλες εδώ. Αν όμως επιχειρήσουμε να συνοψίσουμε το βιβλίο σε μία από αυτές, θα έχουμε χάσει εκείνο που το κάνει πραγματικά ξεχωριστό. Ο ίδιος ο Patrick Ness έχει δηλώσει ότι προσπαθεί να γράφει «την αλήθεια για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος» (Bird, 2024). Η διατύπωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε αυτό το βιβλίο αν σκεφτεί κανείς ότι οι βασικοί ήρωές του δεν είναι άνθρωποι. Ο Ζέκε είναι σαύρα. Ο Πελικάρνασσους είναι πελεκάνος. Γύρω τους κινούνται γεράκια, λιοντάρια, γουόμπατ, ψάρια, πόνι και δεκάδες ακόμη πλάσματα που συνυπάρχουν χωρίς καμία εξήγηση στον ίδιο σχολικό κόσμο. Το παράδοξο δεν χρειάζεται αιτιολόγηση. Αποτελεί την ίδια τη φυσική κατάσταση αυτού του σύμπαντος. Η επιλογή αυτή διαφέρει ουσιαστικά από την παράδοση του συνήθους ανθρωπομορφισμούς και της εμψύχωσης των ζώων. Από τον Αίσωπο έως ακόμη και στη Φάρμα των Ζώων του Όργουελ τα ζώα λειτουργούν ως αλληγορικές μορφές. Αντιπροσωπεύουν ανθρώπινους χαρακτήρες, κοινωνικές ομάδες ή πολιτικές ιδέες. Στον Νες συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Το είδος κάθε ήρωα δεν ερμηνεύει τον χαρακτήρα του. Ο Ζέκε δεν είναι έτσι επειδή είναι σαύρα. Ο Πελικάρνασσους δεν είναι μεγαλομανής επειδή είναι πελεκάνος. Οι χαρακτήρες προηγούνται του είδους τους. Η αφήγηση αποφεύγει συστηματικά να μετατρέψει τα ζώα σε σύμβολα. Ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της λογικής εμφανίζεται ήδη στις πρώτες σελίδες, όταν η διευθύντρια Wombat ορίζει τον Ζέκε, τον φίλο του Ντάνιελ και την Αλίσια επιτηρητές του διαδρόμου και οι μαθητές σπεύδουν να υποθέσουν πως αυτό οφείλεται στο ότι και οι τρεις είναι σαύρες. Η ίδια η διευθύντρια το αρνείται επίμονα, το αποδίδει σε «σύμπτωση», κι ο Ζέκε φροντίζει μάλιστα να διευκρινίσει πως δεν είναι φίλος με την Αλίσια απλώς επειδή μοιράζονται το ίδιο είδος. Το αστείο δεν εξαντλείται στο χιούμορ του. Λειτουργεί σαν μια μικρή υπενθύμιση πως ακόμη και μέσα σε αυτόν τον κόσμο η κοινή καταγωγή δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει μια σχέση.  Αυτό γίνεται φανερό και μέσα από τις σκέψεις του ίδιου του Ζέκε. Σε μια από τις πιο εύστοχες στιγμές του βιβλίου αναρωτιέται γιατί οι άλλοι θεωρούν ότι όλες οι σαύρες είναι ίδιες, ενώ ο ίδιος γνωρίζει πόσο διαφορετικές είναι μεταξύ τους. Σχεδόν αμέσως, όμως, πιάνει τον εαυτό του να σκέφτεται με τον ίδιο τρόπο για τα λιοντάρια, τις φώκιες ή τα πάντα. Η σκηνή δεν διατυπώνει κάποιο δίδαγμα. Καταγράφει τη στιγμή κατά την οποία ένας χαρακτήρας συνειδητοποιεί ότι οι προκαταλήψεις δεν είναι πάντοτε ιδιότητα των άλλων. Η αναγνώριση αυτή προκύπτει οργανικά από την αφήγηση και όχι από κάποια εξωτερική ηθική παρέμβαση.

Η υπόθεση, με δυο λόγια, είναι η εξής. Ο Ζέκε μοιράζεται με τον Ντάνιελ και την Αλίσια το βάρος να είναι επιτηρητές διαδρόμου, μια θέση από την οποία δεν μπορούν να ξεφύγουν επειδή, υποτίθεται, είναι απλή σύμπτωση ότι είναι και οι τρεις σαύρες. Η ρουτίνα αυτή ανατρέπεται όταν ο Ζέκε, εξοργισμένος από τις προσβολές του νεαρού σούπερ-κακού Πελικάρνασσους, τον χτυπάει μπροστά σε όλο το σχολείο, μια πράξη που παραλίγο να τον οδηγήσει σε αποβολή, ώσπου η διευθύντρια Γουόμπατ, μετά από μια απροσδόκητη κουβέντα για τη μητέρα του, αποφασίζει να του δώσει δεύτερη ευκαιρία. Από εκεί κι έπειτα η αντιπαλότητα κλιμακώνεται ασταμάτητα, ώσπου ο Πελικάρνασσους φτάνει να εισβάλλει στο σχολείο μέσα σε ένα τεράστιο ρομποτικό κοστούμι πελεκάνου. Παράλληλα με αυτή τη φανταστική, κωμική πλοκή εξελίσσεται η πιο σιωπηλή ιστορία της οικογένειας του Ζέκε, του πατέρα που πέθανε, της μητέρας που παλεύει με την κατάθλιψη και της μικροσκοπικής Γαλλίας που κληρονόμησε και οφείλει να προστατεύει. Το βιβλίο κλείνει, χαρακτηριστικά, όχι με τον θρίαμβο επί του Πελικάρνασσους αλλά με μια μικρή, ήσυχη σκηνή οικιακής ανακούφισης.

Ο κόσμος των Χρονικών διαθέτει ένα ακόμη χαρακτηριστικό που αξίζει να προσέξουμε. Δεν δημιουργήθηκε για να φιλοξενήσει μία μόνο ιστορία. Ο τίτλος της σειράς δεν είναι τυχαίος. Ο Νες δεν επέλεξε τις λέξεις Stories ή Adventures. Επέλεξε τη λέξη Chronicles. Ένα χρονικό δεν αφηγείται απλώς ένα επεισόδιο. Παρακολουθεί τη σταδιακή συγκρότηση μιας κοινότητας μέσα στον χρόνο. Η επιλογή αυτή επιβεβαιώνεται ήδη από τους επόμενους τόμους της σειράς[1], όπου το ενδιαφέρον μετατοπίζεται σε διαφορετικά πρόσωπα του ίδιου αφηγηματικού κόσμου. Ο πραγματικός πρωταγωνιστής δεν είναι μόνο ο Ζέκε. Είναι ο ίδιος ο ιστοριόκοσμος. Η αίσθηση αυτή ενισχύεται καθοριστικά από την εικονογράφηση του Τιμ Μίλλερ. Οι εικόνες του δεν συνοδεύουν απλώς το κείμενο ούτε επαναλαμβάνουν όσα ήδη γνωρίζει ο αναγνώστης. Συμμετέχουν ενεργά στην οικοδόμηση αυτού του κόσμου. Οι εκφράσεις των προσώπων, οι στάσεις των σωμάτων, οι μικρές οπτικές λεπτομέρειες που συχνά περνούν απαρατήρητες με την πρώτη ανάγνωση δημιουργούν την εντύπωση ότι οι ήρωες εξακολουθούν να ζουν και έξω από τα όρια της συγκεκριμένης ιστορίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο Μίλλερ έχει περιγράψει ως καθοριστική παιδική εμπειρία την αναζήτηση μικρών κρυμμένων λεπτομερειών στις εικόνες των βιβλίων που διάβαζε. Εκείνο που τον γοήτευε δεν ήταν μόνο η ιστορία, αλλά η αίσθηση ότι ο εικονογράφος του εμπιστευόταν ένα μικρό μυστικό, μια δεύτερη αφήγηση που περίμενε να ανακαλυφθεί.

Κι αυτή είναι η συνολική αίσθηση που αποκομίζουμε από το βιβλίο: συγγραφέας και εικονογράφος εμπιστεύονται βαθιά τον αναγνώστη τους. Του ζητούν να παρατηρήσει, να συνδέσει, να επιστρέψει σε προηγούμενες σελίδες, διαμορφώνοντας έναν συγκεκριμένο τρόπο ανάγνωσης.

 1. Το δικαίωμα στην απορία

Το δικαίωμα αυτό ασκείται ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Καθώς επιτηρεί τον διάδρομο, μια μικρή γαζέλα κλωτσάει κατά λάθος τον Ζέκε στο γόνατο. Εκείνος σηκώνει το παντελόνι του για να δει αν είναι καλά, και μαζί με το γόνατο ελέγχει και τη… Γαλλία. Ο αφηγητής δεν εξηγεί τίποτε. Δεν διευκρινίζει γιατί μια χώρα βρίσκεται πάνω στο γόνατο μιας σαύρας ούτε γιατί από εκεί ακούγεται μια μικροσκοπική φωνή να φωνάζει στα γαλλικά. Αντίθετα, συνεχίζει την αφήγηση σαν να πρόκειται για το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Η εξήγηση θα δοθεί αρκετές σελίδες αργότερα, όταν πλέον ο αναγνώστης έχει αποδεχθεί ότι στον κόσμο αυτόν μπορεί να συμβαίνουν πράγματα που δεν χρειάζονται άμεση λογική ερμηνεία. Η επιλογή αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στην λογοτεχνία για παιδιά υπάρχει συχνά η τάση να εξηγούνται όλα, από φόβο μήπως ο νεαρός αναγνώστης χαθεί μέσα στην αφήγηση. Ο Νες ακολουθεί την αντίθετη πορεία. Αφήνει ερωτήματα να παραμένουν ανοιχτά, όχι επειδή θέλει να δημιουργήσει αγωνία, αλλά επειδή εμπιστεύεται ότι η απορία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αναγνωστικής εμπειρίας. Ίσως γιατί η κατανόηση δεν προηγείται της απόλαυσης, αλλά έρχεται ύστερα από αυτήν.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εμπειρίας αποτελεί και μία από τις πιο αστείες σκηνές του βιβλίου. Όταν ο Πελικάρνασσους εισβάλλει στο δωμάτιο του Ζέκε, αποφασίζει να επιτεθεί στη μικροσκοπική Γαλλία. Τη στιγμή της επίθεσης σχολιάζει ότι έχει ακούσει πως οι Γάλλοι δεν προβάλλουν και μεγάλη αντίσταση στις εισβολές. Ένας ενήλικος αναγνώστης δύσκολα δεν θα αναγνωρίσει την αναφορά στην κατάρρευση της Γαλλίας το 1940 και στο στερεότυπο που εξακολουθεί να κυκλοφορεί στον αγγλοσαξονικό κόσμο. Ένα παιδί, αντίθετα, είναι πολύ πιθανό να γελάσει απλώς επειδή ένας πελεκάνος βομβαρδίζει μια χώρα που βρίσκεται πάνω σε ένα γόνατο. Και οι δύο αναγνώσεις είναι απολύτως έγκυρες. Η σκηνή αυτή δείχνει ότι ο Νες δεν γράφει δύο διαφορετικά βιβλία, ένα για τα παιδιά και ένα για τους ενήλικες. Γράφει ένα μόνο βιβλίο, το οποίο μπορεί να διαβαστεί σε διαφορετικά επίπεδα. Ο νεότερος αναγνώστης δεν χρειάζεται να καταλάβει την ιστορική αναφορά για να απολαύσει τη σκηνή. Όταν όμως επιστρέψει στο βιβλίο σε μεγαλύτερη ηλικία, είναι πιθανό να ανακαλύψει ένα ακόμη επίπεδο νοήματος. Η λογοτεχνία δεν απαιτεί την πλήρη αποκωδικοποίηση όλων των υπαινιγμών της. Αντίθετα, επιτρέπει στα κείμενα να μεγαλώνουν μαζί με τους αναγνώστες τους. Άλλωστε, κάθε αφήγηση αφήνει αναγκαστικά περιοχές ακαθόριστες, τις οποίες συμπληρώνει ο ίδιος ο αναγνώστης κατά την ανάγνωση, όπως θα μας υπενθύμιζε ο Wolfgang Iser (Iser, 1978), μια και αυτή η συμμετοχή δεν αποτελεί αδυναμία του κειμένου, αλλά προϋπόθεση της αισθητικής του λειτουργίας. Ο Έκο θα μιλούσε, αντίστοιχα, για το «ανοιχτό έργο» (Eco, 1962), για ένα κείμενο που δεν εξαντλείται σε μία και μοναδική ερμηνεία αλλά προσκαλεί τον αναγνώστη να συνεργαστεί μαζί του. Χωρίς να ακολουθεί συνειδητά κάποια θεωρητική συνταγή, ο Νες αξιοποιεί δημιουργικά αυτή την αρχή. Τα βιβλία του δεν ζητούν από τον αναγνώστη να λύσει γρίφους. Του ζητούν να παραμείνει διαθέσιμος απέναντι στο απρόβλεπτο.

Το ίδιο παιχνίδι με τις προσδοκίες επαναλαμβάνεται όταν ο Ζέκε αναγκάζεται να ζητήσει υλικά από την επιστάτρια του σχολείου, τη διαβόητη κυρία Φίστερ. Πολύ πριν εμφανιστεί, όλοι μιλούν γι’ αυτήν με τρόμο. Ακόμη και οι πιο θαρραλέοι μαθητές αποφεύγουν να την πλησιάσουν. Ο αναγνώστης, έχοντας ήδη γνωρίσει έναν κόσμο γεμάτο πελεκάνους, γουόμπατ, λιοντάρια και παράξενα πλάσματα, περιμένει σχεδόν ασυναίσθητα ότι πίσω από την πόρτα θα κρύβεται κάποιο τέρας. Όταν τελικά η πόρτα ανοίγει, αποκαλύπτεται ότι η πιο τρομακτική ύπαλληλος του σχολείου είναι… ένα μικρό πόνι.

Η σκηνή προκαλεί γέλιο, αλλά το εύρημά της είναι βαθύτερο. Για λίγες σελίδες ο αναγνώστης είχε αρχίσει να σκέφτεται ακριβώς όπως οι ήρωες. Είχε συνδέσει την κακία με την εξωτερική όψη, είχε φανταστεί ένα πλάσμα ανάλογο του φόβου που προκαλούσε. Ο Νες ανατρέπει αυτή την προσδοκία με μία μόνο λέξη. Η κυρία Φίστερ παραμένει αυταρχική, προσβλητική και δυσάρεστη. Εκείνο που αλλάζει είναι η εικόνα που είχε σχηματίσει ο αναγνώστης. Η ανατροπή δεν αφορά μόνο την πλοκή, αλλά και τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε. Είναι δύσκολο να μη σκεφτεί κανείς εδώ ξανά τη συνεργασία του Νες με τον Τιμ Μίλλερ, καθώς η εικόνα της κυρία Φίστερ λειτουργεί με την ίδια ακριβώς λογική με το κείμενο: δεν εξηγεί τίποτα ούτε καθοδηγεί την πρόσληψη της σκηνής. Απλώς αφήνει το πόνι να μοιάζει, με τον δικό του τρόπο, εξίσου ήρεμο και ανυποψίαστο με όσο ήταν και το κείμενο πριν από την αποκάλυψη, ώστε η ανατροπή να πέφτει πάνω στον αναγνώστη χωρίς καμία προειδοποίηση. Όπως είπαμε, ο Νες δεν λέει τα πάντα και ο Μίλλερ δεν τα δείχνει όλα.

2.     Όσα δεν λέγονται

«Είναι πολύ χάλια αυτή η μέρα», είπε ο Ζέκε. «Μακάρι να ήταν εδώ ο μπαμπάς μου» (σ. 135). Δεν προηγείται μια μεγάλη σκηνή συγκίνησης ούτε κάποια εκτενής εξομολόγηση. Ο Ness αποφεύγει συστηματικά τις συναισθηματικές κορυφώσεις αυτού του είδους. Λίγες γραμμές αργότερα ακολουθεί μία από τις πιο λιτές περιγραφές της απώλειας που συναντά κανείς στη σύγχρονη λογοτεχνία για παιδιά. «Έτσι, πολύ απλά, τη μια μέρα ο μπαμπάς του ήταν εκεί και την άλλη όχι» (σ. 136). Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πιο απέριττη διατύπωση. Δεν υπάρχει καμία μεταφορά, καμία προσπάθεια ποιητικοποίησης του θανάτου, καμία απόπειρα να μετριαστεί η οδύνη μέσα από καθησυχαστικές διατυπώσεις. Ο θάνατος δεν παρουσιάζεται ως φιλοσοφικό γεγονός ούτε ως αντικείμενο στοχασμού. Περιγράφεται όπως τον βιώνει ένα παιδί, δηλαδή ως μια απότομη μεταβολή της καθημερινότητας. Χθες ο πατέρας ήταν εκεί. Σήμερα δεν είναι. Η οικονομία αυτής της φράσης αποτελεί χαρακτηριστικό της ποιητικής του Πάτρικ Νες. Όσο περισσότερο προχωρά κανείς στο έργο του, τόσο διαπιστώνει ότι ο συγγραφέας δεν εμπιστεύεται τις μεγάλες εξηγήσεις.

Το ίδιο συμβαίνει και με τη μητέρα του Ζέκε. Από τις πρώτες εμφανίσεις της υπάρχει δίπλα της ένας μεγάλος μαύρος σκύλος. Η παρουσία του δεν σχολιάζεται. Δεν εισάγεται με τρόπο που να προκαλεί απορία. Ανήκει εξαρχής στον ιστοριόκοσμο του βιβλίου, όπως ανήκουν οι σαύρες, οι πελεκάνοι και οι μικροσκοπικές χώρες που κατοικούν πάνω σε ανθρώπινα γόνατα. Ο αναγνώστης αποδέχεται την παρουσία του χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να τη δικαιολογήσει. Κάποια στιγμή, όμως, αρχίζει να υποψιάζεται ότι ο σκύλος δεν βρίσκεται τυχαία δίπλα στη μητέρα. Δεν λειτουργεί όπως τα υπόλοιπα ζώα του βιβλίου. Δεν συνομιλεί πραγματικά με τους άλλους χαρακτήρες ούτε συμμετέχει στην καθημερινότητά τους. Απλώς τη συνοδεύει παντού. Και τότε η εικόνα αποκτά άλλο βάρος. Ο Νες δεν γράφει ποτέ ότι η μητέρα πάσχει από κατάθλιψη. Δεν χρησιμοποιεί τη λέξη ούτε μία φορά. Δεν υπάρχει η σκηνή κατά την οποία ένας γιατρός εξηγεί την κατάστασή της, ούτε μια συζήτηση που θα βοηθούσε τον αναγνώστη να την ερμηνεύσει. Ο μαύρος σκύλος κάνει όλη αυτή τη δουλειά μόνος του. Η επιλογή αυτή είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Στη λογοτεχνία για παιδιά η κατάθλιψη εμφανίζεται συχνά με τη μορφή σκιάς, σύννεφου ή κάποιου αόριστου σκοτεινού πλάσματος. Ο Νες ακολουθεί διαφορετικό δρόμο. Ο σκύλος δεν παρουσιάζεται ως μεταφορά που πρέπει να αποκωδικοποιηθεί. Είναι πραγματικό πλάσμα μέσα στον κόσμο της αφήγησης. Ο ιστοριόκοσμος αποδέχεται την παρουσία του, όπως αποδέχεται όλα τα υπόλοιπα παράδοξα στοιχεία του. Η κατάθλιψη δεν εξηγείται, αλλά αποκτά σώμα.

Η συνέπεια αυτής της επιλογής φαίνεται καλύτερα προς το τέλος του βιβλίου, όταν η κατάσταση της μητέρας επιδεινώνεται και ο Νες εξακολουθεί να αρνείται την κλινική εξήγηση. Το μόνο πρόσωπο που μιλά κάπως πιο ανοιχτά γι’ αυτό που συμβαίνει είναι η μητέρα της Αλίσια, που λέει στον Ζέκε πως κάποιοι άνθρωποι κουβαλούν βάρη που οι υπόλοιποι δεν μπορούν να δουν, κι εμείς βλέπουμε μόνο το πρόσωπο που παλεύει να τα σηκώσει. Ακόμη κι αυτή, ωστόσο, η πιο κοντινή σε εξήγηση σκηνή όλου του βιβλίου, μένει εικόνα και όχι διάγνωση. Δεν κατονομάζει τίποτα. Μιλά μόνο για βάρη αόρατα. Είναι ενδεικτικό, τέλος, ότι ο συγγραφέας δεν κλείνει αυτή τη γραμμή της πλοκής με μια λύση αλλά με μια ανακούφιση. Ο μαύρος σκύλος δεν εξαφανίζεται, στην τελευταία σκηνή απλώς κοιμάται, κάπως λιγότερο απειλητικός απ’ ό,τι πριν, κι ο Ζέκε βρίσκει τη μητέρα του και πάλι όρθια, ικανή να τον αγκαλιάσει. Το βιβλίο δεν υπόσχεται ότι ο σκύλος θα φύγει για πάντα. Υπόσχεται μια καλή μέρα μέσα σε μια δύσκολη διαδρομή, κάτι πολύ πιο τίμιο απέναντι στην εμπειρία της κατάθλιψης από μια ψεύτικη, οριστική λύση.

Η επιλογή αυτή φωτίζει και έναν άλλο τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η παιδική λογοτεχνία. Συχνά πιστεύουμε ότι τα δύσκολα ζητήματα χρειάζονται απλές εξηγήσεις, ώστε να γίνουν κατανοητά από τα παιδιά. Ο συγγραφέας φαίνεται να υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο. Υπάρχουν εμπειρίες που γίνονται περισσότερο κατανοητές όταν δεν ορίζονται, αλλά όταν παίρνουν μορφή. Ένα παιδί ίσως δυσκολευτεί να κατανοήσει τον όρο «κατάθλιψη». Μπορεί όμως να καταλάβει πολύ καλά πώς είναι να βλέπεις έναν μαύρο σκύλο να ακολουθεί συνεχώς τη μητέρα σου. Εδώ βρίσκεται, νομίζω, το νήμα που συνδέει τα Χρονικά μιας ασήμαντης σαύρας με Το Τέρας έρχεται (A Monster Calls). Τα δύο βιβλία διαφέρουν αισθητά ως προς τον τόνο, την (προσδοκώμενη) ηλικία των αναγνωστών και τον αφηγηματικό τους ρυθμό. Κάτω όμως από αυτές τις διαφορές διακρίνεται η ίδια βαθιά πίστη στις δυνατότητες της μυθοπλασίας. Θυμίζουμε ότι στο Το τέρας έρχεται ο Κόνορ αδυνατεί να πει την αλήθεια του. Το τέρας εμφανίζεται για να δημιουργήσει τον χώρο μέσα στον οποίο αυτή η αλήθεια θα μπορέσει τελικά να ειπωθεί. Δεν αποτελεί αλληγορία του πένθους. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το πένθος γίνεται αφηγηματικά ορατό. Στα Χρονικά μιας ασήμαντης σαύρας ο Νες δεν χρειάστηκε ένα τέρας. Όλοι, χαρακτήρες και αναγνώστες, έχουν ήδη αποδεχθεί ότι οι ψυχικές καταστάσεις μπορούν να αποκτήσουν σώμα. Έτσι, ο μαύρος σκύλος δεν συμβολίζει, αλλά είναι η κατάθλιψη, όπως μπορεί να τη συλλάβει η λογοτεχνική φαντασία. Σε αυτό ίσως θυμίζει, από μακριά, το κοράκι στο σπαρακτικό Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά του Max Porter (2018), το οποίο επίσης δεν λειτουργεί ως σύμβολο του πένθους, αλλά εγκαθίσταται στο σπίτι σαν πραγματικός, ενοχλητικός κάτοικος. Κι εκεί, όπως και στον μαύρο σκύλο, το ζώο δεν εξηγεί το συναίσθημα. Απλώς το κάνει σώμα, ώστε να μπορεί κανείς να ζήσει δίπλα του. Με τον ίδιο τρόπο, ο θάνατος του πατέρα δεν μετατρέπεται σε αφορμή για έναν λυρικό μονόλογο. Συμπυκνώνεται σε μια πρόταση που δύσκολα ξεχνά κανείς μετά την ανάγνωση. Ο Νες δεν αφαιρεί, λοπόν, τη δυσκολία των εμπειριών που περιγράφει. Αφαιρεί μόνο τις περιττές λέξεις γύρω από αυτές. Έτσι, ο αναγνώστης δεν αισθάνεται ότι κάποιος του εξηγεί τι πρέπει να νιώσει. Εντέλει η λογοτεχνία, όπως και όλες οι τέχνες, δεν φαίνεται να είναι η τέχνη του να λες περισσότερα. Είναι, κυρίως, η τέχνη του να ξέρεις τι δεν χρειάζεται να ειπωθεί.

3. Ένας κόσμος στον οποίο θέλεις να επιστρέψεις

Στα μέσα του βιβλίου μαθαίνουμε επιτέλους την εξήγηση που η αφήγηση είχε αναβάλει από την πρώτη κιόλας σελίδα: ο Ζέκε τη διηγείται σαν οικογενειακό ανέκδοτο, με έναν πρόγονο που προσέβαλε τη βασίλισσα και έναν αρλεκίνο που εξαφάνισε ολόκληρη τη χώρα. Όσο εξωφρενική κι αν ακούγεται, όταν ολοκληρώνεται ο αναγνώστης δεν αισθάνεται την ανάγκη να την αμφισβητήσει. Αντίθετα, αναρωτιέται πώς θα είναι η καθημερινότητα μιας χώρας που ζει πάνω σε ένα γόνατο, πώς οργανώνεται η οικονομία της, πώς ταξιδεύουν οι κάτοικοί της και γιατί συνεχίζουν να αγαπούν τα κρασιά και τα τυριά τους.

Η παρατήρηση αυτή ίσως φαίνεται ασήμαντη, δεν είναι όμως. Δείχνει ότι ο Ness δεν επινοεί παράδοξα στοιχεία μόνο για να προκαλέσει γέλιο. Τα ενσωματώνει τόσο οργανικά στον κόσμο του, ώστε πολύ γρήγορα παύουν να φαίνονται παράδοξα. Ο αναγνώστης σταματά να ρωτά αν είναι δυνατόν και αρχίζει να ενδιαφέρεται για το πώς λειτουργεί αυτός ο κόσμος. Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, άλλο ένα από τα σημαντικά στοιχεία του βιβλίου. Η φαντασία δεν χρησιμοποιείται για να απομακρύνει τον αναγνώστη από την πραγματικότητα, αλλά για να του επιτρέψει να τη δει από διαφορετική γωνία. Όταν άνθρωποι, σαύρες, πελεκάνοι, λιοντάρια και ψάρια συνυπάρχουν χωρίς να θεωρείται αυτό αξιοπερίεργο, η διαφορετικότητα παύει να αποτελεί το θέμα της ιστορίας και ακριβώς γι’ αυτό αποκτά μεγαλύτερη πειστικότητα από ό,τι θα αποκτούσε μέσα από μια ρητή διακήρυξη υπέρ της συμπερίληψης. Ο ίδιος ο Ness, μιλώντας συγκεκριμένα για τη Γαλλία, έχει πει ότι δεν πιστεύει πως υπάρχει κάτι σαν «ρεαλιστική» μυθοπλασία. Κάθε ιστορία, υποστηρίζει, είναι εξ ορισμού επινόηση, ακόμη κι όταν μοιάζει με τη ζωή μας, και το μόνο που χρειάζεται ένας συγγραφέας είναι να χτίσει έναν κόσμο μέσα στον οποίο η ιστορία του να βγάζει νόημα. Το ζητούμενο, εξηγεί, δεν ήταν να αποφύγει το παράλογο με τη Γαλλία, αλλά το αντίθετο: να κάνει το παράλογο να μοιάζει απόλυτα λογικό και να προκαλέσει στους ήρωές του αληθινές, ανθρώπινες αντιδράσεις απέναντί του, σαν να ήταν πράγματι λογικό (Bird, 2024).

Η ελληνική μετάφραση του τίτλου αξίζει, εδώ, μια σύντομη παρατήρηση. Το αγγλικό Lizard Nobody περιέχει μια δυσκολία που δύσκολα θα μπορούσε να αποδοθεί κυριολεκτικά στα ελληνικά. Η λέξη nobody δεν σημαίνει μόνο «ασήμαντος». Δηλώνει κάποιον που αισθάνεται ότι δεν είναι κανένας, ότι περνά απαρατήρητος, ότι δεν βρίσκει ακόμη τη θέση του ανάμεσα στους άλλους. Μια κατά λέξη μετάφραση θα ήταν αδέξια και, κυρίως, αντιλογοτεχνική. Ο Γιώργος Παναγιωτάκης επέλεξε τελικά την «ασήμαντη σαύρα», μια λύση που εγκαταλείπει αναπόφευκτα μια απόχρωση του πρωτοτύπου, διασώζει όμως με εξαιρετικό τρόπο τη φυσικότητα και τον αυτοσαρκασμό του τίτλου, επιβεβαιώνοντας ότι η πιστότητα δεν βρίσκεται στην κατά λέξη αντιστοιχία αλλά στην αναγνωστική εμπειρία που δημιουργεί η μετάφραση.

Ενδιαφέρον, ωστόσο, έχει και η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ Γαλλίας και μαύρου σκύλου. Σε μια συνέντευξή του ο συγγραφέας λέει ότι τον συγκινούν βαθιά τα παιδιά που κουβαλούν βάρη που δεν θα έπρεπε να έχουν, το κάνουν όμως γενναία και χωρίς παράπονο, και πως το θέμα αυτό επανέρχεται στα βιβλία του «περισσότερες από μία φορά» (Barnes, 2024). Ο Ζέκε, λέει, ντρέπεται για τη Γαλλία με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ντρέπονται τα παιδιά για τα περισσότερα βάρη τους: δεν θέλουν να τραβήξουν την προσοχή πάνω τους. Αν το δεχτούμε αυτό, τότε η μικροσκοπική χώρα πάνω στο γόνατο δεν είναι απλώς ένα ευφάνταστο εύρημα παράλληλο με τον σκύλο. Είναι το ίδιο ακριβώς εργαλείο, μεταφρασμένο στη γλώσσα της κωμωδίας αντί της οδύνης, ένα σώμα δοσμένο σε κάτι που ένα παιδί δεν μπορεί, ή δεν θέλει, να πει με λόγια.

Ίσως αυτή να είναι τελικά η πιο ουσιαστική παιδαγωγική διάσταση των Χρονικών μιας ασήμαντης σαύρας. Όχι τα μηνύματα που θα μπορούσε να αντλήσει κανείς από την ιστορία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το ίδιο το βιβλίο διαμορφώνει έναν αναγνώστη που μαθαίνει να παρατηρεί, να περιμένει, να αποδέχεται ότι δεν θα του εξηγηθούν όλα, και να επιστρέφει σε έναν λογοτεχνικό κόσμο επειδή ξέρει ότι έχει ακόμη κάτι να του αποκαλύψει. Ο ίδιος ο Ness το επιβεβαιώνει, όταν λέει ότι εμπιστεύεται περισσότερο ένα βιβλίο που δείχνει δύσκολα πράγματα δίπλα δίπλα με το φως και το γέλιο (Bird, 2024). Δεν πρόκειται για συνταγή ισορροπίας ανάμεσα στο σοβαρό και το αστείο, όπως θα υπέθετε κανείς απέξω, αλλά για μία και μόνη κίνηση, το ίδιο παράδοξο ύφασμα από το οποίο κόβονται τόσο η Γαλλία όσο και ο μαύρος σκύλος: η ελαφρότητα δεν εμφανίζεται για να αντισταθμίσει το βάρος, εμφανίζεται μαζί του, στην ίδια κίνηση, όπως συμβαίνει και στην πραγματική ζωή.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

Barnes, C. (2024, December 12). Chronicles of a Lizard Nobody: An interview with Patrick Ness. Books for Keeps, (269). https://booksforkeeps.co.uk/article/chronicles-of-a-lizard-nobody-an-interview-with-patrick-ness/

Bird, B. (2024, August 14). Telling the truth about what it means to be human (or lizard): A Q&A with Patrick Ness on Chronicles of a Lizard Nobody. A Fuse #8 Production, School Library Journal. https://afuse8production.slj.com/2024/08/14/telling-the-truth-about-what-it-means-to-be-human-or-lizard-a-q-a-with-patrick-ness-on-chronicles-of-a-lizard-nobody/

Eco, U. (1989). The open work (A. Cancogni, Trans.). Harvard University Press. (Original work published 1962)

Iser, W. (1978). The act of reading: A theory of aesthetic response. Johns Hopkins University Press.

Νες, Π. (2012). Το τέρας έρχεται (Μ. Ζαχαριάδου, Μτφρ.). Πατάκης.

Porter, M. (2018). Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά (Ι. Αβραμίδου, Μτφρ.). Πόλις.

 

 

[1] Η επιλογή αυτή συνδέεται και με τον τίτλο της σειράς. Η λέξη Chronicles δύσκολα θα μπορούσε να αποδοθεί διαφορετικά από τον όρο «Χρονικά», όπως είχαμε ήδη σημειώσει. Δεν πρόκειται, άλλωστε, για μεμονωμένο μυθιστόρημα, αλλά για μια νέα σειρά middle-grade του Patrick Ness, με σταθερούς ήρωες (Ζέκε, Ντάνιελ, Αλίσια, Μιέλ, Πελικάρνασσους) και συνεχιζόμενο κόσμο. Μέχρι στιγμής η σειρά περιλαμβάνει τρεις τόμους. Το πρώτο βιβλίο, Chronicles of a Lizard Nobody (Ηνωμένο Βασίλειο 2024, Ηνωμένες Πολιτείες 2025, Ελλάδα 2026), είναι αυτό που εξετάζει το παρόν κείμενο. Στο δεύτερο, Chronicles of a Lizard Nobody: The Hat of Great Importance (2025), επανέρχονται όλοι οι βασικοί χαρακτήρες, ενώ την παρέα έρχεται να συμπληρώσει μια νέα συμμαθήτρια, το ψάρι Peggy, καθώς η αφήγηση εστιάζει περισσότερο στις φιλίες, στο άγχος του σχολείου και στην αυτοεικόνα του Ζέκε. Το τρίτο βιβλίο, Chronicles of a Lizard Nobody: The Pelican and His Blimp, έχει ήδη ανακοινωθεί και μετατοπίζει το ενδιαφέρον προς την Αλίσια, καθώς ο απών πατέρας της επιστρέφει απρόσμενα στη ζωή της. Σε κάθε τόμο, όπως ήδη φαίνεται, ο Ζέκε παύει να είναι το μοναδικό κέντρο της αφήγησης χωρίς ωστόσο να εγκαταλείπεται, καθώς αυτό που τελικά αποκτά διάρκεια δεν είναι ένας ήρωας αλλά ο ίδιος ο κόσμος.

 

INFO

Πάτρικ Νες, Τα χρονικά μιας ασήμαντης σαύρας, Εικ. Τιμ Μίλλερ, Μτφρ. Γ. Παναγιωτάκης, Πατάκης

 

Προηγούμενο άρθροΕπίδαυρος 6: Το αίσιο τέλος του «Ίωνα» (Ευριπίδης, Θ. Μοσχόπουλος) και των Επιδαυρίων (της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθροΓνωριμία (διήγημα της Ραφαέλας Χαμπίπη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ