Όλγα Σάμου
Ήμουνα δεν ήμουνα οκτώ.
Μπορεί και εννιά.
Είχα ήδη μάθει να κάνω κέικ. Μου άρεσε, σε όλο αυτό το παιχνίδι της ζαχαροπλαστικής, να καθαρίζω με το δάχτυλο τα υπολείμματα στο σκεύος.
Ήταν η γιορτή μου. Καθημερινή, ζεστή συνηθισμένη μέρα του καλοκαιριού. Γιατί φαντάστηκα ότι όλοι θα το ήξεραν; Σπάνια γιορτή. Ούτε η γιαγιά μου η Όλγα δεν την ήξερε. Εγώ της το είχα πει την προηγούμενη χρονιά. Που ήμουν επτά. Μπορεί και οκτώ.
Το σχέδιο ήταν απλό. Θα έκανα το κέικ μετά το μεσημέρι και το απόγευμα θα πλημμύριζε το σπίτι από τα παιδιά της γειτονιάς.
Η ευτυχία είχε κορυφωθεί όταν πια έγλυφα τα δάχτυλα μου και άρχιζε να μοσχοβολά η κουζίνα.
Ήταν περίπου πέντε το απόγευμα, και οι γονείς έλειπαν όπως πάντα στο μαγαζί μας- η αδελφή μου έπαιζε στο σπίτι μιας φίλης της.
Όταν τελείωσε η κουζινική, έκατσα στο σαλόνι και περίμενα.
Θα μου πήρε μια ώρα, μπορεί και μιάμιση, να καταλάβω, πως κανείς δεν θυμήθηκε την γιορτή μου.
Το κλάμα εκείνου του απογεύματος ήταν αρκετό για όλες τις επόμενες γιορτές μου, που θα περνούσαν απαρατήρητες.
Φρέσκια, μετά την κάθαρση του πόνου, έφαγα ένα κομμάτι κέικ, έριξα λίγο νερό στα μούτρα μου και κατέβηκα στη γειτονιά, όπου έπαιξα με την ψυχή μου, το καλύτερο κρυφτό εκείνου του καλοκαιριού.






















