της Σάρας Θηλυκού
Πριν αφιερώσει το τελευταίο του πόνημα, Οι χιονοστιβάδες του Σιλς-Μαρία, στον Νίτσε – στο οποίο όπως διαβάζουμε στην περίληψη θα επιχειρήσει εν πολλοίς αυτό μάλλον για το οποίο κατηγορεί στο ανά χείρας βιβλίο τους θιασώτες του Σαντ – ο πολύς Μισέλ Ονφρέ σπεύδει να αποδομήσει τον… δομισμό και την ψυχανάλυση μέσα από το πρόσωπο του Σαντ – το πρόσωπο κυρίως και όχι το έργο και θα δούμε γιατί… Ο δομισμός και η ψυχανάλυση ως αιρέσεις από την ίδια χριστιανική μήτρα, όπως έδειξε ο Στάινερ, δικαιολογούν το μένος του εισηγητή του μαχητικού αθεϊσμού της αθεολογίας εναντίον τους. Οπότε και αντιμετωπίζει ως θρησκεία της λογοτεχνίας τον δομισμό και ως ψευδοεπιστήμη αυτήν του Φρόυντ. Για να συνεχίσει με σαφείς αισθητικές αξιώσεις – καθιστώντας το βιβλίο αυτό και ως ένα οιονεί ξακαθάρισμα λογαριασμών μέσα στους κόλπους της γαλλικής διανόησης. Προβάλλοντας και εδώ τον αφελή ιστορικό ηθικισμό του αθεϊσμού του (ανίδεος από θεολογία όπως έχει επισημάνει ο Ήγκλετον) επιβάλλει μανιχαϊκά δίπολα: ιστορία-τέχνη, αλήθεια-μύθος κ.ο.κ. προτείνοντας την απόλυτη ηγεμονία της «αλήθειας» της Ιστορίας έναντι του «μύθου» της Λογοτεχνίας – στο όνομα μιας πολιτικής ορθοδοξίας. Το να εκθειάζονται οι μύθοι δεν είναι αντάξιο ενός ιστορικού, αντιγράφουμε από το έργο…
Ο Ονφρέ στοιχειοθετώντας το πραγματικό, ιστορικό, εγκληματικό πρόσωπο του διαβόητου μαρκήσιου έναντι της λογοτεχνικής αγιογράφησής του από τον Απολιναίρ καταφέρεται τελικά εναντίον της ίδιας της τέχνης της ποίησης – και κατόπιν της θεωρίας της λογοτεχνίας. Αντιγράφουμε από το έργο: …ένα ποιητικό βιβλίο. Με άλλα λόγια: ένα βιβλίο που δεν ενδιαφέρεται για την ακρίβεια, την αλήθεια, την ιστορία, και ως εκ τούτου ένα βιβλίο ικανό να προσφέρει το έναυσμα για να ξεκινήσει ένας μύθος. Αλλά ο μύθος μπορεί να παραγάγει φοβερές ιστορίες… Ο ξεπεσμός των ποιητών και Ο ξεπεσμός των διανοουμένων είναι οι δύο διακριτές ενότητες της μελέτης του – λες και ο ποιητής δεν διανοείται για να γράψει – που περιλαμβάνει έντεκα συνολικά υποενότητες καταρρίπτοντας ισάριθμους μύθους για τον Σαντ. Και από πού εξέπεσαν οι ως άνω; Και πού κατέληξαν; Στο να αγιοποιήσουν τον συγγραφέα επί τη βάσει των κειμένων του, των τελευταίων θεωρουμένων ως μη εχόντων καμία σχέση με τον βίο του. Εδώ θυμίζουμε πως ο Όσκαρ Ουάιλντ όταν κατηγορήθηκε για ανηθικότητα για το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ αντέτεινε πως δεν προπαγάνδιζε αλλά καταδίκαζε την ανηθικότητα με το έργο του. Άλλωστε το να κρίνουμε την τέχνη επί τη βάσει της βιογραφίας του δημιουργού της είναι μία μάλλον επισφαλής και μάλλον βάναυση μέθοδος.
Ο ηθικισμός του Διαφωτισμού δεν συγχωρούσε ούτε καν το θέατρο, το οποίο θεωρούσε ως οιονεί σχολείο διαφθοράς (βλ. Ρουσσώ, Επιστολή στον Ντ’ Αλαμπέρ περί των θεαμάτων). Ο ένθερμος θιασώτης του Διαφωτισμού Ονφρέ δεν συγχωρεί την ποίηση, ιδιαίτατα δε τους υπερρεαλιστές ποιητές (ο Σαρτρ λέει πως επέλεξαν την ψυχανάλυση για να αποφύγουν την ιστορία) όπως τον προαναφερθέντα Απολιναίρ, και τον Μπρετόν, αλλά και τους φιλοσόφους, και τους θεωρητικούς λογοτεχνίας, όπως τον Μπαρτ για τη θεωρία τού θανάτου του συγγραφέα – ήτοι αναγωγής τού κάθε άσχετου αναγνώστη σε δημιουργό, απώλειας κάθε νοήματος και προκαλύμματος έκλυτου βίου – αλλά και τον Μπατάιγ για τον Ερωτισμό του, τον Λακάν, τον πρώιμο Φουκώ… όλοι θλιβεροί κλόουν της γαλλικής σκέψης, αντιγράφουμε από το έργο. Μπορεί άραγε η φιλοσοφία να γίνει θεραπαινίδα της ιστορίας, όπως θέλει ο Ονφρέ; Και πού λογοδοτεί αλήθεια ένας συγγραφέας; Στην τέχνη ή τη ζωή; Ο Ονφρέ λοιδωρεί τον μικροαστισμό αλλά υιοθετεί τα πλέον μικροαστικά κριτήρια, προς χάριν βέβαια του δικού του ηλιακού ερωτισμού, εμπνευσμένου από τον Φουριέ, που θα εξαλείψει οριστικά τον ιουδαιο-χριστιανισμό, όπως μωροφιλόδοξα διατείνεται στο τέλος του βιβλίου. Ποιος έχει δίκιο εντέλει; Ο Πλάτων που ζητούσε λογοκρισία της τέχνης ή ο Αριστοτέλης που ταύτιζε αισθητικό και ηθικό; Τα έργα τέχνης ξορκίζουν τη βία που περιγράφουν ή μήπως προσκαλούν έτσι το κοινό τους να πράξει βιαίως; Το κακό και η βία δεν συνάδουν με τη λογοτεχνία, λέει ο Ονφρέ, δεν είμαστε όμως καθόλου σίγουροι ότι τα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας επαληθεύουν την άποψη αυτή – πολύ περισσότερο δε η τέχνη της ζωής… Αναλογίες των εδώ διαμειβομένων σε ζωή και τέχνη μπορούν να ανερευθούν λόγου χάρη σε περιοχές όπως οι αρχαίες αιρέσεις τύπου Νικολαϊτών έως την Ινδική μυστικιστική ποίηση τρόμου κ.ο.κ.
Ερωτήματα σαν κι αυτά καθώς προκύπτουν αβίαστα από την ανάγνωση του έργου, του οποίου ο Σαντ δεν αποτελεί παρά το πρόσχημα, αποκαλύπτουν τα πολλάπλά αδιέξοδα του Διαφωτισμού που αδυνατεί να συνθέσει σε μία ενότητα τα αλλεπάλληλα δίπολα που προκύπτουν από όλες τις αναγνώσεις που επιχειρεί, την εμμονή σε μια μανιχαϊκή οπτική και την αδυναμία ανάγνωσης της σημειολογικής αντιστροφής των φαινομένων. Η διαρκής επίκληση στον ορθό λόγο και μόνο καταλήγει τελικώς στην παθολογικοποίηση φαινομένων που ο τελευταίος δεν μπορεί να εξηγήσει – και εδώ ο Ονφρέ συναντάται ευθέως με τον Φρόυντ που τόσο έχει στηλιτεύσει.
![]()


















Michel Onfray, De Sade, το πάθος του κακού και η ιδεολογία του εικοστού αιώνα, μετάφραση-επιμέλεια Χριστίνα Σταματοπούλου, Γιώργος Καραμπελιάς, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2015


