του Γιώργου Βέη
Ολοκληρώνοντας την περιήγηση στο δάσος των συνειρμών, των συμβόλων και των αλληγοριών του παρόντος έργου, επαρκώς μεταφρασμένου στη γλώσσα μας από την αγγλική εκδοχή του, ταξινομώ τους αντιπροσωπευτικότερους χαρακτήρες, τις σημαίνουσες συμπεριφορές και τα επίλεκτα πράγματα. Πρόκειται συγκεκριμένα για α)ένα ζευγάρι εφήβων που δεν προλαβαίνουν να περάσουν μαζί σε ωριμότερη φάση επικοινωνίας, β)ένα ιδιότροπο τείχος που περικλείει ασφυκτικά μια φασματική πόλη, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να κινείται άνετα στο πλευρό των προσώπων, διαμορφώνοντας ορισμένες συνθήκες βίου, γ)ένα σκοτεινό, λαβυρινθώδες ποτάμι, δ)διακριτούς αυτόνομους ετοιμοθάνατους ίσκιους, χωρίς σώματα που ανιχνεύονται συχνά στο εσωτερικό της πόλης, ε)μια βιβλιοθήκη ονείρων, στ)ανώνυμους συστηματικούς αναγνώστες ονείρων, ζ)κοπάδια άγριων μονοκέρων που μπαινοβγαίνουν τακτικά στην παραπάνω πόλη, η)έναν αεικίνητο, καφκικού DNA Φύλακα, ο οποίος επιβλέπει επισταμένως τους μονόκερους αλλά ενίοτε και την ίδια την “κειμενική” τάξη, θ)μιαν αγνώστου παρελεύσεως επιδημία ψυχής, ι)φαντάσματα και απεικάσματα νεκροζώντανων ομιλητικότατα και ιδιαίτερα φιλικά, το τονίζω αυτό, προς τους αφηγηματικούς ήρωες, ια)δραστικούς γονότυπους μνήμης, ιβ)συνειδήσεις που διαρκούν αισίως και μετά τον θάνατο των φορέων τους, ιγ) ένα μπαρ, όπου ακούγονται, σε καθημερινή βάση, πολλά εμβληματικά κομμάτια της τζαζ, υπενθυμίζοντας το αληθινό μπαρ που είχε συστήσει ο Χαρούκι Μουρακάμι, προτού αφοσιωθεί στο γράψιμο, ιδ)ρολόγια δίχως δείκτες, ιε)ένα προβληματικό, ιδιαίτερης ευφυΐας αγόρι “με ειδικές ανάγκες”, το οποίο επείγεται να εισέλθει στην προαναφερόμενη πόλη, αποβάλλοντας ανέκκλητα τη σκιά του και ιστ)ρητές, εμφανώς επιδραστικές «διαφορετικές πραγματικότητες, διαφορετικές επιλογές που μπλέκονται μεταξύ τους, ενώ από αυτή τη σύνθεση γεννιέται μια περίπλοκη πραγματικότητα – αυτό που εμείς τουλάχιστον αντιλαμβανόμαστε ως πραγματικότητα»(βλ. ειδικότερα σελ. 159).
Ανακαλώντας τις αλλεπάλληλες φυγόκεντρες εξακτινώσεις του επίσης πολυσέλιδου, πολυφωνικού Κουρδιστού πουλιού(εκδ. Ψυχογιός, 2022),το οποίο δικαίως θεωρείται ότι είναι το αντιπροσωπευτικότερο έως σήμερα έργο του Χαρούκι Μουρακάμι, Η πόλη και τα αβέβαια τείχη της γνωρίζει, εκτός των άλλων, πώς να διατηρεί αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον από την πρώτη έως την τελευταία της σελίδα. Ο δικαίως πολυβραβευμένος αυτός συγγραφέας της Ιαπωνίας, επί σειρά ετών, ως γνωστόν, υποψήφιος νομπελίστας (γενν. Κιότο, 1949 – ) διαχειρίζεται το πρωτογενές υλικό του, μένοντας πάντα πιστός στην παράδοση εκείνη, η οποία επιμένει να διερμηνεύει μεθοδικά και την όποια δεδομένη εξ αντικειμένου πραγματικότητα. Λαμβάνει προγραμματικά όμως υπόψιν του και τις παρατεταμένες, αντίστοιχες εμφανίσεις των πλέον κρυπτικών και άλλο τόσο κρίσιμων μηνυμάτων που πηγάζουν και από την πλευρά ενός χρησμικού ασύνειδου. Είναι εκείνα ακριβώς τα οποία, μεταξύ άλλων, αφορούν στα όνειρα των ερωτικά ανικανοποίητων, των δια βίου τραυματικών υπάρξεων, των εμφανώς αλαφροΐσκιωτων, των εκ προθέσεως ριψοκίνδυνων ή και των απλώς εναλλακτικών μελών μιας ευρύτερης αστικής κυψέλης που θα μπορούσε, σημειωτέον, να εντοπισθεί κάλλιστα και εκτός των εθνικών συνόρων της πατρίδας του συγγραφέα.
Παρατηρώ ότι η αφήγηση κινείται εδώ στους αντίποδες του κακοποιητικού περιβάλλοντος και του απροκάλυπτου εκφοβισμού που μας περιμένει στον Παράδεισο (εκδ. Gutenberg, 2023) της «σύγχρονης βασίλισσας της ιαπωνικής λογοτεχνίας» (The Japan Times) Μιέκο Καβακάμι (γενν. Οσάκα, 1976 -). Ο Χαρούκι Μουρακάμι επιλέγει τον διάκοσμο της ει δυνατόν συμπερίληψης, της αλληλεγγύης, της συναντίληψης, της ανυποχώρητης δηλαδή λατρείας των αισθήσεων. H δε αναπόφευκτη επιθυμία του άλλου, η ασίγαστη κι άλλο τόσο μοιραία έλξη των φύλων, όπως προβάλλεται επιτυχώς στις σελίδες της Πόλης και των αβέβαιων τειχών της, θα μπορούσε να παραβληθεί, μεταξύ άλλων, με την ανεξέλεγκτη ορμή, η οποία ωθεί στον παραλογισμό τον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος Η αφοσίωση του υπόπτου Χ (εκδ. Κλειδάριθμος, 2012) του δημοφιλούς, επίσης πολυβραβευμένου Ιάπωνα συγγραφέα Κέιγκο Χιγκασίνο (γενν. Οσάκα, 1958 – ). Χωρίς όμως την ανενδοίαστη, την τραγική εκείνη αυτοκαταστροφική ένταση που διακρίνει τις πράξεις του τελευταίου. Στο βαθμό που η λογοτεχνία δεν είναι παρά ένα καθοδηγούμενο όνειρο, όπως φρονεί, ως γνωστόν, ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, τότε εμπεδώσεις αναβαθμισμένης γραφής, όπως αυτές ακριβώς που περιέχονται στο προκείμενο μυθιστόρημα-ποταμό, συνιστούν επαρκώς συγκερασμένα δείγματα της συγκεκριμένης πολιτικής των λέξεων. Η δε ομολογία πίστης στη δυνατότητα μιας καθόλα λειτουργικής φαντασιακής προοπτικής διατηρεί αμείωτη την ισχύ της σε όλο το διηγητικό πλάτος. Η επίδραση του εξωλογικού συνδρόμου, ό, τι δηλαδή αντιστρατεύεται εξ ορισμού τις καταστατικές δομές του δομικού ρεαλισμού, υπαγορεύει πλείστα κεφάλαια της δράσης, κυρίως ψυχοπνευματικής. Συγκρατώ, επίσης, ότι η καθόλα σκόπιμη προοπτική της μυθοπλασίας επαυξάνει κι εδώ τις δυνατότητες αξιοποίησης του πεδίου της ομιλίας. Σημειώνω ότι η άρτια επεξεργασμένη ανιστόρηση, με την κατ’ εξακολούθηση παρεμβολή απροόπτων και εξόφθαλμων αντι-κανονικοτήτων, παραπέμπει, άλλη μια φορά, στα ανάλογα, ομολογουμένως ευθύβολα συνθέματα του σχεδόν συνομήλικου δασκάλου των αιφνιδιασμών, ονόματι Πολ Όστερ (Νιούαρκ, Η.Π.Α, 1947 – 2024), το έργο του οποίου άλλωστε φαίνεται να γνωρίζει σε βάθος ο Χαρούκι Μουρακάμι.
Οι συναφείς αποτυπώσεις δεσμεύονται δηλαδή κι εδώ από μια σαφέστατα διατυπωμένη αρχή, όπως προβάλλει εμφατικά και σε προηγούμενα, πολυδιαβασμένα έργα του εν λόγω δημιουργού. Θυμίζω φέρ’ ειπείν τις εξής δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, όπου το μεταίχμιο πραγματικού και μη πραγματικού παραμένει σταθερά η ζώνη της συγκεκριμένης κειμενικής πρωτοβουλίας: α)«για μια άλλη φορά ένιωσα να τα χάνω. Είχα την αίσθηση ότι τα κομμάτια της πραγματικότητας αντάλλασσαν έτσι απλά θέση με τη μη πραγματικότητα. Αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία πως είχα μοιραστεί δύο μεγάλα μπουκάλια μπίρας Saporo με τη μαϊμού, ενώ άκουγα την ιστορία της ζωής της [. . .] υπήρχαν φορές που η αιτία ήταν ξεκάθαρη, αλλά πιο συχνά δεν ήταν. Και δεν είχα πάντα την αίσθηση ότι ήταν δική μου η επιλογή, αλλά περισσότερο ότι με επέλεγε η ίδια η επιλογή» (βλ. Σε πρώτο ενικό, εκδ. Ψυχογιός, 2023, σελ. 131 και 203, αντίστοιχα) και β)«…την ελληνική μουσική που άκουσα απ’ τη βουνοκορφή εκείνη τη νύχτα. […] Την αίσθηση της αποστασιοποίησης απ’ την πραγματικότητα που ένιωσα όταν με ξύπνησε η μουσική […] Παίρνω μια βαθιά ανάσα και βγάζω τον αέρα από τα πνευμόνια μου. Μια σκέψη αρχίζει να σχηματίζεται στο μυαλό μου, αλλά στο τέλος καταλήγει στο μηδέν.[…] Ανακαλύπτω ότι δεν μπορώ πια να διακρίνω ανάμεσα στο ένα και το άλλο, ανάμεσα σε πράγματα που υπήρχαν και σε πράγματα που δεν υπήρχαν»(βλ. Σπούτνικ αγαπημένη, εκδ. Ωκεανίδα, 2008, ειδικότερα σελ. 285).
Παρατηρώ ότι οι προαναφερόμενοι νεκροζώντανοι χαρακτήρες και τα φαντάσματα ανακαλούν εδώ, εμμέσως πλην σαφώς, το αναπάντητο ερώτημα του Ευριπίδη «τις δ΄ οίδεν ει το ζην μεν έστι κατθανείν, το κατθανείν δε ζην κάτω νομίζεται;», ήτοι «ποιος γνωρίζει αν η ζωή είναι θάνατος ή θάνατος ζωή;». Οι δε διάσπαρτες ιδέες τόσο περί της σκοτεινής βούλησης, η οποία προκαθορίζει τη ζωή στο σύμπαν, όσο και περί της κατ’ ουσίαν ανυπαρξίας της ψυχής ανάγονται ευθέως στις διδασκαλίες του Άρτουρ Σοπενχάουερ, όπως έχουν διατυπωθεί στο μείζον έργο του Ο κόσμος ως βούληση και παράσταση . Επίσης, οι παρεμφερείς αντιλήψεις περί θανάτου της ψυχής, στις οποίες αναφέρονται πολλές φορές οι ήρωες του προκείμενου μυθιστορήματος σε κρίσιμα κεφάλαια, πηγάζουν προφανώς από δόγματα και δοξασίες της Παλαιάς Διαθήκης, όπως διατυπώνονται από τον προφήτη Ιεζεκιήλ στα εδάφια 18:4 και 18:20 του βιβλίου του. Κι αυτά είναι απλώς τρεις μόνον ενδεικτικές περιπτώσεις ιδιαίτερα ανανεωτικού διαλόγου με το ευρύτερο, διεθνές μάλιστα πολιτισμικό καταπίστευμα. Κοντολογίς, η συνειδητή διακειμενική εμπειρία υποστηρίζει από την πλευρά της ενδελεχώς την παραγωγική ανάπτυξη του πολύμορφου θέματος. Η ανώνυμη Πόλη και τα αβέβαια τείχη της συνιστά από την άποψη αυτή ένα ανοικτό εργαστήριο διευρυμένων σημείων του λόγου.
Χαρούκι Μουρακάμι, Η πόλη και τα αβέβαια τείχη της, μτφρ. Βασίλης Κιμούλης, Εκδόσεις Ψυχογιός, 2026























