Τρίτη, 28 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Selva Almada, η σύγκρουση δύο αγοριών στην αργεντίνικη κοινωνία (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

Selva Almada, η σύγκρουση δύο αγοριών στην αργεντίνικη κοινωνία (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
282

της Δήμητρας Ρουμπούλα

Τι μπορεί να συμβεί όταν τα αγόρια δύο οικογενειών οι οποίες μισούνται μεταξύ τους, αλλά μοιράζονται τις ίδιες προκαταλήψεις, την ίδια φτώχεια και βία, γίνονται φίλοι; Μπορεί μια παλιά οικογενειακή έχθρα να καθορίσει μοιραία τις ζωές τους;

Από τη νέα γενιά των εξαιρετικών Λατινοαμερικανών – στην προκειμένη περίπτωση Αργεντινών – συγγραφέων που μας δίνει αυτός ο 21ος αιώνας, η Σέλβα Αλμάδα είναι μια ξεχωριστή περίπτωση και από τις πιο επιδραστικές διανοούμενες φεμινίστριες στη λατινική Αμερική και όχι μόνο. Σε μια χώρα όπου η λογοτεχνική ζωή επικεντρώνεται στην πρωτεύουσα, η ίδια αντιπροσωπεύει την επαρχιακή Αργεντινή όπου μεγάλωσε. Η τριλογία της για άντρες, όπως έχει χαρακτηριστεί, έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και στη δική μας, από την Αγγελική Βασιλάκου για τις εκδόσεις “Κλειδάριθμος”. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας, “Οι πλινθοποιοί”, μετά τα “Ο αέρας που σαρώνει” και “Δεν είναι ποτάμι” – το τελευταίο έστειλε τη συγγραφέα στους φιναλίστ για το Διεθνές Man Booker 2024.

Ούτε μια λέξη δεν πάει χαμένη και σε αυτό το μυθιστόρημα της Σέλβα Αλμάδα: τους πυκνογραμμένους “Πλινθοποιούς” σε μόλις 212 σελίδες, μέσα στις οποίες καταφέρνει να θίξει μια σειρά από καίρια θέματα, αλλά και να τα περιβάλει με έναν λεπτό μαγικό ρεαλισμό, και να τον συνδυάσει με μια ευλαβική, σχεδόν στοργική περιγραφή της ζωής στην αργεντίνικη ενδοχώρα. Όλα εδώ είναι αρμονικά δεμένα και ολοκληρωμένα: η τοξική αρρενωπότητα πάνω απ’ όλα, η φτώχεια, η βία ως λύση στα προβλήματα, η καθημερινή ζωή των γυναικών σε μια πατριαρχική, επαρχιακή κοινωνία, η ύπαρξη (ή η απουσία) της ανδρικής φιλίας, το σεξ ως υπεροχή και ως διασφάλιση της ανθρώπινης συνέχειας, οι ψυχολογικές παραμορφώσεις, καθώς και η μισαλλοδοξία στη σεξουαλική διαφορετικότητα με καταστροφική έκβαση.

Σε αυτό το μυθιστόρημα, του οποίου ο τίτλος παραπέμπει στο επάγγελμα των πρωταγωνιστών με παραδοσιακό τρόπο, η αρχή και το τέλος επικαλύπτονται, κλείνοντας έναν κύκλο. Είναι οι στιγμές που διαρκούν λίγα λεπτά, μέχρι να νιώσουν τα τραύματα από σουγιά και την απώλεια της ζωής. Είναι αυτό το ελάχιστο ενδιάμεσο διάστημα με τις σκέψεις και τις αναμνήσεις να έρχονται στο νου άτακτα και ακατάπαυστα, οπότε μαθαίνουμε για τη ζωή και το οικογενειακό περιβάλλον των κεντρικών ηρώων που οδηγούν τον Παχαρίτο και τον Μαρσιάνο σε ένα μοιραίο τέλος, μέσα στο βούρκο ενός λούνα παρκ, “κάτω από το λευκό φως της αυγής”, ενώ “ο τροχός βάλθηκε να γυρίζει σαν τρελός” και “η μουσική συνέχισε να παίζει”.

Ο ρυθμός, άλλοτε γρήγορος κι άλλοτε αργός, και η προβλεψιμότητα της πλοκής δεν σημαίνουν ότι το κείμενο είναι  χαλαρό, αφήνοντας τον αναγνώστη να περιμένει να ξεκινήσει η συμπλοκή. Το μυθιστόρημα έχει μια μη γραμμική χρονική δομή όπου τα επεισόδια και οι ζωές των χαρακτήρων παρουσιάζονται σαν ένα παιχνίδι της τύχης. Η Αλμάδα έχει την ικανότητα να μετακινείται με άνεση από το ένα μέρος στο άλλο, από τη μνήμη στο παρελθόν και στο παρόν, να μετατοπίζει την αφηγηματική εστίαση, σκιαγραφώντας τους χαρακτήρες της και εξερευνώντας την καθημερινή ζωή τους η οποία, με τη σειρά της, προκαλεί πόνο και αγωνία για το τι θα συμβεί. Εδώ, όλα αποπνέουν ανησυχία, με κύριους χαρακτήρες δύο αγόρια αντιμαχόμενων οικογενειών που γεννιούνται σχεδόν ταυτόχρονα, μεγαλώνουν, πηγαίνουν στην ίδια τάξη, γίνονται φίλοι, χάνουν τη φιλία τους λόγω συνηθισμένων εφηβικών καυγάδων και αλλάζουν συμμορίες στις αλάνες, μέχρι που συνειδητοποιούν ως νέοι άνδρες πια ότι έχουν κληρονομήσει την τεράστια έχθρα ανάμεσα στους γονείς τους. “Ο,τι κληρονομείται δεν ξεριζώνεται, λένε”

Επιλέγοντας λοιπόν να αποκαλύψει το τέλος από την αρχή, η συγγραφέας κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν, στη ζωή και τη καθημερινότητα δύο γειτονικών οικογενειών, σε μια μικρή πόλη κάπου στα βάθη της Αργεντινής: Από τη μια, του νεόκοπου στο επάγγελμα των κατασκευαστών τούβλων Όσκαρ και της Σελίνα Ταμάι και, από την άλλη, του Έλβιο Μιράντα, κληρονόμου μιας μακράς οικογένειας πλινθοποιών που καυχάται ότι έχτισε την πόλη, και της Εστέλα, βασίλισσας του καρναβαλιού. Κανείς από τους δύο άντρες δεν είναι σίγουρος για την αιτία της διαμάχης τους, ίσως κάποιος καυγάς σε ένα μπαρ, αλλά η κορύφωση της ρήξης φαίνεται πως ήρθε όταν ο Ταμάι έκλεψε τον σκύλο του Μιράντα και αργότερα τον σκότωσε.

Στην πραγματικότητα ο Έλβιο και ο Όσκαρ μοιάζουν: πότες, καβγατζήδες, αυταρχικοί, αδίστακτοι. Και οι δύο αδυνατούν να μείνουν στο σπίτι για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Οι γυναίκες τους είναι αυτές που φροντίζουν τα νοικοκυριά. Η θρυλική έχθρα τους κλιμακώνεται μέχρι που ο πρώτος δολοφονείται πισώπλατα. Ένα έγκλημα το οποίο παραμένει ανεξιχνίαστο, αν και αρχικά κατηγορείται η γειτονική “γνωστή οικογένεια”, αλλά ο θάνατος του Μιράντα σβήνει σιγά σιγά από τη μνήμη καθώς η ιστορία ξετυλίγεται και ο μεγαλύτερος γιός Μαρσιάνο, στα δώδεκά του χρόνια, αναλαμβάνει τον ρόλο “του άντρα του σπιτιού” και στρέφει τον θυμό του στον μικρότερο αδερφό του,΄Ανχελ, και τις επιλογές του – “Τι δουλειά έχει ο αδερφός του με τον χειρότερο εχθρό του;”, θα πει αργότερα, πριν το μεγάλο κακό.

Με ένα είδος ιλίγγου η συγγραφέας μάς μεταφέρει από το ένα σπίτι στο άλλο, από τον ένα άνδρα στον άλλο, από τη μια σύζυγο στην άλλη, αποκαλύπτοντας την πρώτη ύλη της πλοκής που είναι η φτώχεια, η σκληρή δουλειά και η τραχύτητα του αγροτικού βίου. Με την ακρίβεια χειρουργού, επιλέγει τις λέξεις με τις οποίες πλάθει τους χαρακτήρες της – πολύπλοκους, ωμούς, άξεστους, αλαζονικούς, μα και ευάλωτους.

Όμως οι βασικοί ήρωες του βιβλίου είναι οι γιοί των δύο οικογενειών, ο Παχαρίτο Ταμάι και ο Μαρτσάνο Μιράντα, που τους βλέπουμε μέσα σε σύντομα κεφάλαια να υπομένουν τις παραξενιές των γονιών τους, οι οποίοι μερικές φορές γίνονται εξαιρετικά βίαιοι απέναντί τους, ή να απολαμβάνουν να παραβιάζουν μικρές ή παράλογες απαγορεύσεις. Να γίνονται αχώριστοι, μέχρι που μαθαίνουν ότι απαγορευόταν να πατάει ο ένας στο σπίτι του άλλου, κάτι που προς το παρόν δυναμώνει τη φιλία τους. Να αρχίζουν, νέοι άνδρες πια, να νιώθουν τις παρορμήσεις του σεξ, το οποίο στο βιβλίο, είτε αισθησιακό είτε κυνικό, γίνεται το κέντρο των πάντων, ειδικά όταν πρέπει να μείνουν κρυφές οι επιθυμίες που δεν συμμορφώνονται με τους καθιερωμένους κανόνες.

Η Αλμάδα δίνει έμφαση στο θέμα του σεξ, άφθονου και αδηφάγου, σε μια πατριαρχική κοινωνία, όπως αυτή που περιγράφει, με τους μάτσο άνδρες να το βιώνουν περισσότερο ως απόδειξη επιτυχίας και υπεροχής, ενώ οι γυναίκες ως στόχο ζωής με σκοπό τη μητρική πληρότητα. Οι άνδρες περιγράφονται με τρόπο να θέλουν να αποδεικνύουν συνεχώς την (τοξική) αρρενωπότητά τους και τις γυναίκες να την αποδέχονται επειδή μεγάλωσαν σε πατριαρχικό περιβάλλον. Εδώ η ιδιοκτησία του άνδρα επί της συζύγου και των κορών του είναι απόλυτη. Έτσι ο πατέρας της Σελίνα  ασκεί το δικαίωμά του να την χτυπήσει όταν μαθαίνει ότι κυοφορεί προ γάμου το παιδί του Ταμάι, κάτι που η ίδια κατανοεί.

Με ένα μωσαϊκό περιστατικών η Αλμάδα σχηματίζει μια γενική εικόνα της θέσης των γυναικών στην αργεντίνικη κοινωνία (σε άλλο έργο της, “Νεκρά κορίτσια”, Κλειδάριθμος 2025,  αναφέρεται στις γυναικοκτονίες) – τα δικαιώματα και οι ελευθερίες είναι πράγματα που δεν έχουν συμβεί ακόμη. Ντύνει τους ήρωές της με κατάλληλες λέξεις, κάνοντάς τους σκληρούς και εύθραυστους, θύτες και θύματα μαζί, αφήνοντάς τους να αγαπούν και να μισούν, ασκώντας με τον τρόπο της κριτική στην πατριαρχική δομή της κοινωνίας.

Η ρευστότητα της αφήγησης είναι χαρακτηριστικά της πρόζας της Αλμάδα που προέρχεται και ανήκει στο σύμπαν της σπουδαίας λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας και πολλοί θεωρούν ότι αναμετριέται με τον Φόκνερ, τη Φλάνερι Ο΄Κόνορ κ.α. Εδώ, τα όρια μεταξύ παραλογισμού και κανονικότητας, παρελθόντος και παρόντος είναι θολά. Ο αναγνώστης καταλαβαίνει σχεδόν αμέσως το αναπόφευκτο της αιματηρής σύγκρουσης ανάμεσα στα δύο αγόρια, τα οποία είναι προορισμένα να ακολουθήσουν τα μονοπάτια των πατεράδων τους, ενώ αρρενωπότητά τους ορίζεται από το καθήκον να συνεχίσουν μια αδυσώπητη σύγκρουση που οι ίδιοι δεν επέλεξαν. Αλλά η μαγεία του κειμένου έγκειται στην ίδια την αφηγηματική ένταση, στον τρόπο με τον οποίο η πλοκή σταδιακά αναπτύσσεται με τις αποχρώσεις και τις αναταραχές στις σχέσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες, στην ίδια την αιχμηρή και κοφτή γλώσσα που αγκαλιάζει τη λαϊκή έκφραση. Οι “Πλινθοποιοί”, ένα δυνατό και εκφραστικό βιβλίο, διαβάζεται ταυτόχρονα ως καταγγελία εκείνων που κρατούν τους αδύναμους πολύ χαμηλά.

 

Selva Almada, “Οι πλινθοποιοί” , μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδ. Κλειδάριθμος

 

 

Προηγούμενο άρθρο«Στα ίχνη του Δράκου»: Στις Πρέσπες με την Ιωάννα Μπουραζοπούλου
Επόμενο άρθρο5ο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων 2026: Highlights από την 3η και την 4η ημέρα (Ανταπόκριση Αλεξάνδρα Χαΐνη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ