Σάββατο, 2 Μαΐου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ Χένρι Ίψεν, Μαρία Πανουργιά: αυτή τη φορά η «Κουκλίτσα» δραπετεύει (της Όλγας...

Χένρι Ίψεν, Μαρία Πανουργιά: αυτή τη φορά η «Κουκλίτσα» δραπετεύει (της Όλγας Σελλά)

0
71

 

της Όλγας Σελλά

Είναι ένα έργο που «παίζεται και ξαναπαίζεται από τότε», από το 1879, οπότε έγραψε ο Χέρνικ  Ίψεν το «Κουκλόσπιτο», ακριβώς επειδή ποτέ, από τότε, δεν σταμάτησαν να υπάρχουν Νόρες. Να υπάρχουν, δηλαδή, γυναίκες εγκλωβισμένες σε μια σχέση και μία συνθήκη που τους έχει επιβληθεί, σ’ έναν ρόλο που πρέπει να υποδυθούν και τις πνίγει, σε μια συμπεριφορά από την οποία δεν μπορούν να παρεκκλίνουν, γιατί  «έτσι πρέπει» ή γιατί τις υποχρεώνει ένας δεσποτικός και κυριαρχικός σύντροφος, αφαιρώντας τους κάθε δυνατότητα αυτοτέλειας.

Κι από τότε μέχρι σήμερα, σε όλες τις σκηνές του κόσμου, το «Κουκλόσπιτο» είναι η αφορμή να σχολιάσουν οι καλλιτέχνες τι σημαίνει εγκλωβισμός, υποταγή, φόβος. Και πάνω που σκέφτεσαι «μα τι νέο μπορώ να δω σε άλλη μια παράσταση του ‘Κουκλόσπιτου’;» έρχονται παραστάσεις που ακυρώνουν τη σκέψη. Όπως αυτή που έστησε η Μαρία Πανουργιά στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού Θεάτρου.

Γνώριμή μας περισσότερο από τις ξεχωριστές σκηνογραφίες της, η Μαρία Πανουργιά προσεγγίζει το «Κουκλόσπιτο» και την ένοικό του, τη Νόρα, με διεισδυτικότητα και ευαισθησία, σχολιάζοντας με εύστοχο και άκρως θεατρικό τρόπο τις γυναίκες που φοβούνται εντός μιας σχέσης, που υποδύονται τις ευτυχισμένες, που ταπεινώνονται, που θεωρούνται απλώς χαριτωμένες, που υποτάσσονται εν γνώσει τους επειδή φοβούνται («διόρθωνέ με και δίνε μου οδηγίες, όπως κάνεις πάντα») λέει αυτή τη Νόρα (Στέλλα Βογιατζάκη) στον σύζυγό της, Τόρβαλντ (Φιντέλ Ταλαμπούκας).

Η Μαρία Πανουργιά διατηρεί το πλαίσιο, τα ονόματα του έργου και όλα τα πρόσωπα του έργου (ακόμα και όσα σε άλλες παραστάσεις συνήθως περικόπτονται, όπως τα παιδιά του ζευγαριού) και διατηρεί ατόφια την ιστορία του Ίψεν, την οποία εμπνεύστηκε από τη ζωή και τα περιστατικά που συνέβησαν στη ζωή της φίλης του, Λάουρας Κίελερ. Δίνει στο έργο τον τίτλο «Κουκλίτσα», παραπέμποντας ευθέως στην αντιμετώπιση και τον ρόλο που προορίζεται για τις γυναίκες και σε μία φράση του Τόρβαλντ προς τη Νόρα στην παράστασή της: «… όλη αυτή την ομορφιά που ανήκει μόνο σε μένα».  Και φτιάχνει, μαζί με την Πουλχερία Τζόβα, το περιβάλλον αυτής της επίπλαστης ευτυχίας: το περίβλημα ενός σπιτιού, από τα παράθυρα του οποίου μπορούμε να δούμε τα δωμάτιά του, τα έπιπλα που υπάρχουν, τις κινήσεις των ενοίκων, ν’ ακούσουμε τα λόγια τους, να δούμε ό,τι συμβαίνει σε άλλα δωμάτια.

Η παράσταση ξεκινάει και ακούμε τον Τόρβαλντ Χέλμερ πίσω από μια κλειστή πόρτα του σπιτιού, να κάνει υπολογισμούς για τον προϋπολογισμό του σπιτιού. Την ίδια στιγμή ακούγεται και ο βόμβος μιας ηλεκτρικής σκούπας. Τα οικονομικά του ζευγαριού δεν είναι τόσο ανθηρά, όμως επίκειται μια προαγωγή του στην τράπεζα. Είναι παραμονές Χριστουγέννων και η Νόρα επιστρέφει από την αγορά κρατώντας τσάντες με δώρα στα χέρια και ο Τόρβαλντ την μαλώνει,  όπως θα μάλωνε ένα παιδί, για τη σπατάλη της. Λίγο αργότερα στο σπίτι φτάνουν η Κριστίνε Λίντε (Ελεάνα Γεωργούλη), μια παλιά φίλη της Νόρας και ο οικογενειακός φίλος και γιατρός Δρ. Ρανκ (Άρης Αρμαγανίδης), που πηγαίνει στο γραφείο του Τόρβαλντ. Οι δύο φίλες συζητούν και η Κριστίνε παρακαλεί τη Νόρα να μεσολαβήσει στον σύζυγό της για να τη βοηθήσει. Εκείνος συμφωνεί λέγοντας ότι  μόλις άδειασε μια θέση. Κι αυτό γιατί πρόκειται να απολύσει έναν υπάλληλό του, τον Κρόγκσταντ (Μπάμπης Γαλιατσάτος), ο οποίος φτάνει στο σπίτι των Χέλμερ και παρακαλεί τη Νόρα να πείσει τον άντρα της να τον κρατήσει στη δουλειά. Αλλιώς… Αλλιώς θα τον ενημερώσει για μια παλιά πλαστογραφία που είχε κάνει η Νόρα.

Η οποία νιώθει να βάλλεται από παντού. Χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Η βουλιμία είναι η πρώτη αντίδραση και καταφυγή της. Τα πράγματα μπερδεύονται ακόμα περισσότερο γύρω της. Τίποτα δεν μένει στη θέση του. Ούτε καν η παλιά φιλία της με τον γιατρό, αφού της εκμυστηρεύεται και τον κρυφό έρωτά του για εκείνη και τη σοβαρή ασθένειά του.

Η Μαρία Πανουργιά καταγράφει όσα συμβαίνουν κυρίως με σωματικό και συμβολικό τρόπο, διανύοντας μιαν απόσταση από το 1879 μέχρι σήμερα. Γιατί αναγνωρίζουμε πολλές σημερινές συμπεριφορές στην «τρυφερή» σκληρότητα του Τόρβαλντ απέναντί της. Που την αποκαλεί χαϊδευτικά «σκιουράκι» και την ίδια στιγμή θέλει να ελέγχει κάθε της κίνηση. Που την αναγκάζει να χρησιμοποιεί το «χαρτί» της σεξουαλικής πρόκλησης για να κατευνάσει την πιθανή αντίδρασή του. Που παίζει το παιχνίδι που θέλει να βλέπει εκείνος. Που δικαιολογεί τον παρεμβατικό του έλεγχο λέγοντας «Μ’ αγαπάει τόσο απόλυτα που δεν θέλει να μιλάω για κάποιον άλλον». Που ανέχεται βίαιες συνευρέσεις. Που δηλώνει ότι «ούτε θα σκεφτόμουν να κάνω κάτι που δεν εγκρίνεις». Που καταφεύγει στη βουλιμία και στην κατανάλωση, και μιλάει με την ταχύτητα της υπερέντασης και της υπερπροσπάθειας να δείξει ότι όλα είναι καλά. Που έχει μάθει να συμπεριφέρεται πάντα με τον τρόπο που θέλουν οι άλλοι (πρωτίστως ο άντρας της).

Καθοριστική είναι η παρουσία των παιδιών τους, των τριών κοριτσιών τους, αλλά και της υπηρέτριας, κι ας μη βγάζουν ούτε λέξη σ’ όλη την παράσταση. Είναι οι σιωπηλοί μάρτυρες μιας διαρκούς έντασης και αναταραχής μέσα στο σπίτι (όπως είμαστε κι εμείς οι θεατές που βλέπουμε απ’ έξω όσα γίνονται μέσα, όπως είναι και το περιβάλλον τέτοιων σχέσεων που πάντα «δεν είχε ιδέα»). Τα τρία κορίτσια δραπετεύουν μέσα στο ίδιο τους το σπίτι όταν τα πράγματα αγριεύουν (εκείνο το έρπην στα θεμέλια του σπιτιού ήταν συναρπαστικό), γιατί βλέπουν και τη δική τους μελλοντική εικόνα. Τελικά, όμως, παίρνουν πρωτοβουλία. Ξεγελώντας κι εκείνα, με το παιχνίδι τους. Παίζουν «πέτρα-ψαλίδι-χαρτί» και δοκιμάζουν, με ταχυδακτυλουργικά κόλπα, να εξαφανίζουν πράγματα. Και κάπως έτσι εξαφανίζουν τη μητέρα τους, τη Νόρα. Αυτή τη φορά η Νόρα δεν χτυπάει την πόρτα φεύγοντας. Δραπετεύει,  έχοντας βοήθεια από τις κόρες της, που παρακολουθούν εδώ και χρόνια τη ζωή της και παρεμβαίνουν. Κι ο Τόρβαλντ κατεβάζει ένα ένα τα ρολά των παραθύρων, για να κρύψει τη δική του ενοχή και αποτυχία.

Νομίζω ότι αυτό το φινάλε θα το επικροτούσε και ο Ίψεν, που είχε υποχρεωθεί να αλλάξει το φινάλε του έργου, για τη γερμανική πρεμιέρα του έργου, γιατί έτσι τον είχε συμβουλεύσει ο ατζέντης του. Εκείνο το δεύτερο φινάλε που είχε γράψει ο Ίψεν, υπονοούσε ότι η Νόρα τελικά έμενε στο σπίτι, για χάρη των παιδιών. Ένα φινάλε που δεν υιοθετήθηκε, παρά σε λίγες παραστάσεις, τότε, στη Γερμανία.  Στο φινάλε της Μαρίας Πανουργιά είναι τα παιδιά που την φυγαδεύουν, με ταχυδακτυλουργικό κόλπο. Και ήταν αυτή μια από τις ωραιότερες στιγμές της παράστασης, με πολλαπλούς ισχυρούς συμβολισμούς.

Είχε κι άλλες δυνατές σκηνές η παράσταση, όπως είχε και έντονο ρυθμό, που υπηρετήθηκε έξοχα από τους ηθοποιούς. Εξίσου καλά υπηρετήθηκε και η πολύ ωραία κίνηση (Ζωή Χατζηαντωνίου), άκρως εύγλωττη, σε πολλές στιγμές. Και βέβαια οι ερμηνείες: η Στέλλα Βογιατζάκη μετέδωσε την αγωνία, την ενοχή, την προσποιητή ευτυχία, τον απόλυτο εγκλωβισμό της σε μια ζωή που έμοιαζε, ίσως, υπέροχη σε όσους περνούσαν έξω από τα παράθυρα του σπιτιού της. Ο Φιντέλ Ταλαμπούκας, σε μια θαυμάσια ερμηνεία, ήταν χειριστικός, απόλυτος, ελεγκτικός, ισοπεδωτικός με χαμόγελο. Πολύ καλός  ο Άρης Αρμαγανίδης ως Δρ. Ρανκ (θαυμάσια η σκηνή που αποχαιρετά για τελευταία φορά τη φίλη του).  Εξίσου καλός και ο Μπάμπης Γαλιατσάτος, ένας στέρεος ηθοποιός, στο ρόλο του Κρόγκσταντ, όπως και η Ελεάνα Γεωργούλη ως Κριστίνε, που υπηρέτησε πολύ καλά την προσέγγιση της Μαρίας Πανουργιά. Όμως, κι αυτό ήταν παράλειψη της σκηνοθετικής οπτικής, δεν αναδείχθηκε η σχέση που αυτά τα δύο πρόσωπα διαμορφώνουν, που είναι ένας αντίποδας της σχέσης του ζεύγους Νόρας- Τόρβαλντ.

Πολύ ιδιαίτερες ήταν οι παρουσίες των τριών κοριτσιών (Δέσποινα Καραγιάννη, Μαρίνα Μάλλιου, Κατερίνα Παπαδάκη) και σημαντική η παρουσία της Χριστίνας Ματέλσκα Τόκα ως υπηρέτρια, που  «μιλούσε» μόνο με τις εκφράσεις και την κίνησή της.

Ήταν μια πρωτότυπη, σύγχρονη, ουσιαστική ανάγνωση της ιψενικής «Νόρας» που εικονοποίησε εύστοχα τη γυναικεία παρουσία και θέση, κάνοντας ορατά κι αυτά που προσπερνάμε καθημερινά. Κινήθηκε με θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στη σύγχρονη θεατρική φόρμα, τον συμβολισμό, το συναίσθημα, την άποψη, κι όλα αυτά χωρίς να γίνεται να τα κραυγάζει επιθετικά. Αναμφίβολα η πιο καλή σκηνοθετική δουλειά της Μαρίας Πανουργιά.

Η ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας, Δραματουργική επεξεργασία – Σκηνοθεσία: Μαρία Πανουργιά, Σύμβουλος δραματουργίας: Αντώνης Αντωνόπουλος, Σκηνικά: Πουλχερία Τζόβα – Μαρία Πανουργιά, Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη, Μουσική: Γιώργος Μυζήθρας, Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου, Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης, Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια, Βοηθός σκηνοθέτριας: Γεωργία Κανελλοπούλου, Βοηθός σκηνογράφου: Μαρία Σταθοπούλου, Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος.

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Άρης Αρμαγανίδης, Στέλλα Βογιατζάκη, Μπάμπης Γαλιατσάτος, Ελεάνα Γεωργούλη, Δέσποινα Καραγιάννη, Μαρίνα Μάλλιου, Χριστιάνα Ματέλσκα Τόκα, Κατερίνα Παπαδάκη, Φιντέλ Ταλαμπούκας

Εθνικό Θέατρο, Νέα Σκηνή- «Νίκος Κούρκουλος» (Αγ. Κωνσταντίνου 22).

Ημέρες και ώρες παραστάσεων

Τετάρτη και Κυριακή στις 7μ.μ., Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 8.30μ.μ.

Στις 8 και 9 Μαΐου παραστάσεις καθολικής προσβασιμότητας.

 

Προηγούμενο άρθροΔύο κόσμοι σε διάσταση: Η αντιφατική αφήγηση στο The Zoo της Suzy Lee (του Δημήτρη Γουλή)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ