Ο Δημήτρης Καλοκύρης σε μια υβριδική αυτοβιογραφία (της Χρύσας Φάντη)

0
38
Spread the love

 

της Χρύσας Φάντη

Η έκδοση του Παρασάγγες. Τόμος Γ΄. Παραλειπομένων του Δημήτρη Καλοκύρη, έρχεται να συμπληρώσει τα Παρασάγγες. Τόμος Α΄. Ονομαστικόν (2014) και Παρασάγγες. Τόμος Β΄. Ευρετήριο προσωπικών χρόνων  (2016), που έχουν προηγηθεί. Όπως καταθέτει ο ίδιος ο συγγραφέας τους, σκοπός του ─μεταξύ άλλων─ είναι «να αποκαλύπτονται –ή μήπως να συγκαλύπτονται;– τα σκάνδαλα της προσέγγισης με κρυπτικές αναφορές σε μια στρατιά (νυν ή πρώην) φίλων». Ωστόσο, παρά τη δεδηλωμένη αδιαφορία του για τα κοινώς παραδεδομένα, τον απαράμιλλο εκλεκτικισμό και τον αδιαμφισβήτητο μοντερνισμό του, στην πέραν του μισού αιώνα καταξιωμένη πορεία του ─συγγραφική, εικαστική, μεταφραστική, εκδοτική─  ο Καλοκύρης δεν υπήρξε ποτέ κρυπτικός ή απόμακρος.

Στο περιθώριο του εαυτού

Στο Παρασάγγες. Παραλειπομένων επιλέγει για εισαγωγή μια συνέντευξή του στην Όλγα Σελλά (εφ. Η Καθημερινή, 17 Μαΐου 2015), όπου, στην κλασική πια ερώτηση «Ποια βιβλία έχεις αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σου», ευθύς εξ αρχής ανοίγει τα χαρτιά του με έναν υπαινιγμό ο οποίος, αν και μοιάζει παράδοξος, είναι αρκούντως κατατοπιστικός σε ό,τι αφορά τη γραφή του: «Το Χρηστικό λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών. Διαβάζεται (όπως όλα τα καλά λεξικά) σαν μυθιστόρημα εννοιών, με πολλή δράση και έντονο σασπένς[…]» (σελ. 9). Επιπλέον, οι αναφορές στη «σημερινή Συρία και τον “ένδοξο” φιλελληνισμό», στον «συνδυασμό γέλιου και κλάματος που ορίζει τις συντεταγμένες της ζωής» και στο «γέλιο που προκαλεί η πολιτική ολιγωρία» είναι ενδεικτικές ενός «συμπολεμιστή του ρέοντος συλλογικού»∙ ή, για να το θέσουμε απλούστερα: ενός συγγραφέα που,  όχι μόνο κατά δήλωση, αλλά και εμπράκτως δεν είναι από εκείνους που ζουν αποκομμένοι από την καθημερινότητα και τα προβλήματά της.

Στην ερώτηση «Ποιος ήρωας λογοτεχνίας θα ήθελες να είσαι και γιατί;» απαντά ότι θα ήθελε να ήταν ο κόμης Μοντεχρίστος, «γιατί το όνομά του θα δινόταν σε εξαίρετα πούρα τυλιγμένα από αβρά δάκτυλα λυσικόμων, φλογερών Λατινοαμερικανίδων». Κι ενώ στον αναγνώστη δημιουργείται η εντύπωση πως πρόκειται μόνο για κάποια λογοτεχνική μεταφορά, στο κάτω μέρος της ίδιας σελίδας, σε σχετική παραπομπή, σπεύδει να τον πληροφορήσει για τις απροσδόκητες, φανερές αλλά και μυστικές συνδέσεις της ίδιας της πραγματικότητας: «“Montecristo” λέγεται η γνωστή μάρκα κουβανέζικων πούρων. Πρωτοκυκλοφόρησε το 1935. Το όνομά της προέρχεται, βεβαίως, από το μυθιστόρημα του Δουμά, το οποίο διάβαζε κάποιος σε συνέχειες, φωναχτά, στους εργάτες (εργάτριες, κυρίως, για να ακριβολογούμε) του εργοστασίου, όσο δούλευαν τυλίγοντας πούρα (πρακτική «Λέσχης Ανάγνωσης» που και στην Ελλάδα του πρώτου μισού του 20ού αιώνα δεν ήταν άγνωστη)».

Λεξικό συνειρμών

Ο συγγραφέας των τριών Παρασάγγες, με τον κοινό τίτλο να παραπέμπει στο φαρσάγκ (λέξη περσική, 30 στάδια = 5.350 μέτρα), ως έξοχος εικονοτέχνης και λεξιπλόκος, ικανός να συνδυάζει δημιουργικά τα παράταιρα, μπορεί να θυμώνει με τα θρησκευτικά βιβλία, αλλά δεν διστάζει να τα οικειοποιηθεί ανατρεπτικά, παραλλάσσοντας, αναδιατάσσοντας ή άλλως πώς τροποποιώντας το υλικό τους, για να «ξεσκεπάσει» με τον πιο αιχμηρό και απροκάλυπτο τρόπο μερικές από τις πιο θλιβερές αλλά και γκροτέσκο όψεις της εποχής μας. Στο εναρκτήριο λήμμα «ΚΑΝΤΑΤΑ ΤΩΝ ΥΠΕΡΑΓΟΡΩΝ. Ισόγειο-Όροφος-Ταμείο-Χώρος Στάθμευσης», φτιάχνει μια παρωδιακή εικόνα των σύγχρονων «σούπερ μάρκετ», καταδεικνύοντας τη φτήνια τους (όχι μόνο την αισθητική αλλά και την ουσιαστική): «Ρίχνεις τον οβολό σου στη σχισμή και απελευθερώνεις το τροχήλατο καλάθι […] Ο νάρθηκας γεμάτος εξαγγελίες και εκπτώσεις».

Ακολουθούν μοναδικές στο είδος τους μιμήσεις λεξικών, με τίτλους εξίσου μοναδικούς (π.χ.: «80 ΑΠΟΧΡΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ»), θέσεις δικές του για τη μουσική και τη σχέση της με τη λογοτεχνία, σπαρταριστά μικροκείμενα και συναρπαστικά λογοπαίγνια ─όπως στο «ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ»: «Κατά μία παράδοξη συγκυρία, οι περισσότεροι συγγραφείς μας κατάγονται από τον Νομό Ημιμάθειας», και το ειρωνικό: «Αυτό που οπωσδήποτε χαρακτηρίζει τις σημαίες όλων των κρατών είναι μια έπαρση, θα έλεγε κανείς»─, φαινομενικά ανάλαφρες, σπιρτόζικες αφηγήσεις, κ.ά.

«Σημειώσεις Εικονογραφημένης Ανεμοπορίας με στοιχεία Ντοκιμαντέρ», χαρακτηρίζει ο ίδιος το πόνημά του, ενώ στην ερώτηση της Σελλά: «Παίζεις με τα είδη της γραφής. Ποιο σου πάει περισσότερο;» απαντά: «Η ποιητικής τεχνικής πρόζα με δοκιμιακά παράπλευρα έρματα και στιχουργικούς διασκελισμούς σαν μυστηριακές υποσημειώσεις». Και πράγματι. Στο ανά χείρας συγγραφικό του εγχείρημα, ο ακαταπόνητος αυτός σκαπανέας του λόγου ολοκληρώνει μια άτυπη τριλογία, αρχής γενομένης με τα Παρασάγγες Ι και ΙΙ∙ ένα είδος υβριδικής αυτοβιογραφίας με πολλαπλές προεκτάσεις ─κράμα «λοξής» εγκυκλοπαίδειας, ποιητικής πρόζας και συνειρμικού λεξικογραφικού βιβλίου─, εντός της οποίας, με ύφος λόγιο και ─εμφανώς ή υποδορίως─ χιουμοριστικό, παρεισφρέουν αναφορές σε φίλους, πλείστα σχόλια και αντιπαραθέσεις λογοτεχνικών έργων και συγγραφέων, αναπάντεχες συνδέσεις και αλληλουχίες ατομικών και ιστορικών γεγονότων, εύστοχες παραπομπές, μεταφράσεις ποιημάτων και κλασικών κειμένων∙ όλα γραμμένα αβίαστα, χωρίς χρονολογική σειρά, και παρά ταύτα με αξιοθαύμαστη πυκνότητα και συνέπεια.

 

Δημήτρης Καλοκύρης| ΠΑΡΑΣΑΓΓΕΣ. Τόμος Γ΄. Παραλειπομένων, ΑΓΡΑ, 2025

 

 

Προηγούμενο άρθροΤα νοητικά σχήματα και ένας τρελός για να οδηγεί (του Θανάση Χατζόπουλου)
Επόμενο άρθροΑργεί το αύριο; 61 πολίτες για το μέλλον της χώρας (του Φίλιππου Φιλίππου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ