Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΒΙΒΛΙΑ ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΙΑ Γροιλανδία: Συγγραφείς που σπάνε τον πάγο (γράφει η Αλεξάνδρα Χαΐνη)

Γροιλανδία: Συγγραφείς που σπάνε τον πάγο (γράφει η Αλεξάνδρα Χαΐνη)

0
816
Niviaq Korneliussen. Η πιο γνωστή και πολυμεταφρασμένη Γροιλανδή συγγραφέας.
Spread the love

γράφει η Αλεξάνδρα Χαΐνη

Η Γροιλανδία, εκτός από τελευταία ονείρωξη του Ντόναλντ Τραμπ, έχει αποτελέσει συχνά ένα ιδιαίτερο σκηνικό για μυθιστορήματα, ταινίες και τηλεοπτικές σειρές. Παγωμένη και απρόσιτη, δημιουργεί αυτόματα τις καλύτερες συνθήκες για θρίλερ και σασπένς: ιστορίες για μυστηριώδεις δυνάμεις κρυμμένες στους πάγους· θρύλοι και δεισιδαιμονίες για εκδικητικές θεότητες της μάνας Γης και φυσικά η αιώνια διαμάχη για τους ανεκμετάλλευτους φυσικούς πόρους. Από τα πρώτα που μου έρχονται στο νου, είναι το μυθιστόρημα του Δανού συγγραφέα Peter Høeg «Η Δεσποινίς Σμίλλα διαβάζει το χιόνι» (Ψυχογιός), το οποίο συνδυάζει όλα τα παραπάνω, ενώ ο τέταρτος και τελευταίος κύκλος της εξαιρετικής δανέζικης σειράς «Borgen: Συνωμοσίες εξουσίας» (Netflix) επικεντρώνεται στην ενδεχόμενη ανακάλυψη πετρελαίου στο νησί, εξέλιξη που απειλεί την πράσινη ατζέντα αλλά και την επιβίωση, της κυβέρνησης της Δανίας. Προς επίρρωση των παραπάνω, αυτή την περίοδο προβάλλεται στους κινηματογράφους και η, «post-apocalyptic» όπως χαρακτηρίζεται, ταινία «Greenland 2: Migration», όπου παρακολουθούμε τις νέες προσπάθειες της οικογένειας Γκάριτι να βρει ένα ασφαλές καταφύγιο.

Προφορική παράδοση

Πόσα όμως γνωρίζουμε για αυτή καθαυτή τη λογοτεχνία της Γροιλανδίας και τους/τις συγγραφείς της; Μάλλον όχι πολλά.

Ωστόσο, ο τόπος έχει καλλιεργήσει μια ξεχωριστή λογοτεχνική παράδοση που αντανακλά την ιστορία του λαού του: τη σύνδεσή του με τη φύση, τη μυθολογία των Ινουίτ και τις επιπτώσεις της νεωτερικότητας. Όπως εξηγεί ο Γροιλανδός συγγραφέας, ιστορικός, δάσκαλος και μεταφραστής Christian Berthelsen (1916-2015), η μυθολογία των Ινουίτ, υφασμένη στον ιστό της γροιλανδικής λογοτεχνίας, εισάγει τους αναγνώστες σε ισχυρές μορφές όπως της Σέντνας, θεά της θάλασσας, αλλά και σε ιστορίες σαμανιστικών ταξιδιών (βλ. «Greenlandic Literature: Its Traditions, Changes, and Trends»). Ο ίδιος αναφέρει ότι η άφιξη των ιεραπόστολων τον 18ο αιώνα έφερε μια σημαντική μεταμόρφωση στη γροιλανδική λογοτεχνία. Με την εισαγωγή του λατινικού αλφαβήτου, η γραφή έγινε εργαλείο για την καταγραφή και τη μετάδοση των γλωσσών των Ινουίτ. Η πρώιμη γροιλανδική λογοτεχνία, επηρεασμένη από χριστιανικά θέματα, περιελάμβανε ύμνους, βιβλικές μεταφράσεις και γραπτές αναφορές τοπικών παραδόσεων, ενώ τον 20ο αιώνα οι συγγραφείς άρχισαν να εξερευνούν πιο σύγχρονες θεματικές, όπως της ταυτότητας, της κοινωνικής αλλαγής καθώς και του αντίκτυπου του αποικισμού.

Συγγραφείς όπως ο Mathias Storch και ο Bjarne Møller άνοιξαν το δρόμο, αντιμετωπίζοντας τις πολυπλοκότητες της σχέσης της Γροιλανδίας με τη Δανία και τις προκλήσεις του εκσυγχρονισμού. Ο κοινωνικός ρεαλισμός έγινε το εξέχον λογοτεχνικό στυλ: αντανακλώντας τη σκληρή πραγματικότητα της ζωής στη Γροιλανδία, παρείχε ταυτόχρονα μια πλατφόρμα για να εκφράσουν οι Γροιλανδοί τις εμπειρίες τους και να πλοηγηθούν στο ταχέως μεταβαλλόμενο αρκτικό τοπίο, συνεχίζει ο Berthelsen.

Ο Storch, θα γράψει και το πρώτο γροιλανδικό μυθιστόρημα, το «Singnagtugaq», «Το Όνειρο του Γροιλανδού» (1914)· μια κριτική για την καθεστηκυία τάξη στη Γροιλανδία στις αρχές του αιώνα αλλά και ένα σχόλιο για την άγνοια των συμπατριωτών του εκείνη την εποχή, οι οποίοι έθεταν, κατ’ εκείνον, τους εαυτούς τους σε κατώτερη θέση σε σχέση με τους Δανούς.

Έκτοτε, η μέτρια λογοτεχνική παραγωγή του νησιού τείνει να προσεγγίζει πιο παραδοσιακά θέματα – αυτό που ένας Γροιλανδός θα περιγράψει ως «έχουμε υπέροχη φύση, όλοι ζούμε σε καλύβες και το μόνο που κάνουμε είναι να πηγαίνουμε για κυνήγι».

Το 1979, η Γροιλανδία αποκτά την αυτονομία της και οι συγγραφείς περιγράφουν με θλίψη την αλλαγή των καιρών, αλλά τώρα επικεντρώνονται και σε μεμονωμένα ζητήματα. Μία από τις πρώτες γυναίκες συγγραφείς, η Mâliâraq Vebæk, εστιάζει στην καταπίεση των γυναικών και στα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν από τη σύγκρουση πολιτισμού Γροιλανδίας-Δανίας στο «Bussimi naapinneq» του 1981 και στο «Historien om Katrine» το 1982, ενώ με το «Kalaaq arnaq» (1984) της Grethe Guldager Thygesen και το μυθιστόρημα «Aani» (1986) της Dorthe Nathanielsen, η απεικόνιση της γυναικείας ζωής παίρνει τη δική της θέση στη λογοτεχνία του τόπου.

Είναι η περίοδος που τα ταμπού σπάνε σταδιακά, οι φωνές ξεχωρίζουν και αποκτούν μεγαλύτερη ποικιλία και τόλμη. Η Jessie Kleemann προκαλεί οργή με την avant-garde ποιητική συλλογή της «Taallat» το 1997, ενώ το 2010, ο Kristian Olsen Aaju γράφει το «Kakiorneqatigiit», το πρώτο γροιλανδικό αστυνομικό μυθιστόρημα.

Η νέα γενιά

Το 2012 και το 2014, το NAPA (Nordic Institute in Greenland), η Nunatta Atuagaateqarfia (Κεντρική Βιβλιοθήκη της Γροιλανδίας), η NUIF (Nuuk Youth in Progress) και οι εκδόσεις Milik, διοργανώνουν τον διαγωνισμό διηγήματος Allatta! («ας γράψουμε!») για ντόπιους ηλικίας 15 έως 25 ετών. Ο διαγωνισμός αναδεικνύει σημαντικές νέες φωνές, όπως τη Niviaq Korneliussen, τη Sørine Steenholdt και τον Pivinnguaq Mørch, συγγραφείς που παρότι γράφουν σε μια μικρή γλώσσα (μόνο η Korneliussen γράφει και στα δανικά) από μία απομονωμένη περιοχή του πλανήτη, μιλούν για ζητήματα σύγχρονα, όπως την σεξουαλικότητα, την ευαλωτότητα, την κακοποίηση, την κατάθλιψη, τα ναρκωτικά, χωρίς ταυτόχρονα να χάνουν τη σύνδεσή τους με τις πολιτισμικές τους ρίζες.

Η Niviaq Korneliussen γεννήθηκε το 1990 στο Νουούκ και μεγάλωσε στο Νανορταλίκ στη Νότια Γροιλανδία. Το 2012 συμμετείχε στον διαγωνισμό  Allatta! και έλαβε ένα από τα 10 βραβεία για το διήγημά της «San Francisco», το οποίο συμπεριλήφθηκε στη συλλογή «Νέοι στη Γροιλανδία – Νέοι στον Κόσμο» (Inuusuttut – nunatsinni nunarsuarmilu/Ung i Grønland). Το 2014 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα «HOMO sapienne» το οποίο έγραψε αρχικά στα γροιλανδικά και στη συνέχεια στα δανικά. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης όπου παρακολουθούμε τις ζωές πέντε queer νέων που προσπαθούν να χωρέσουν στη «μικρή-μεγάλη πόλη του Νουούκ», της πρωτεύουσας της Γροιλανδίας.

Η Niviaq Korneliussen, θεωρείται ως η πιο πολυδιαβασμένη εν ζωή συγγραφέας της Γροιλανδίας με το «HΟΜΟ sapienne», να έχει πουλήσει σχεδόν δύο χιλιάδες αντίτυπα στα γροιλανδικά και πολλές χιλιάδες ακόμη στη δανική γλώσσα, στη Δανία. (Σημειώνεται ότι για να θεωρηθεί «best seller» σήμερα, ένα βιβλίο στη γροιλανδική γλώσσα, πρέπει να έχει πουλήσει περίπου χίλια αντίτυπα.)

Το βιβλίο προτάθηκε για τα βραβεία Politiken Literature Award και Nordic Council Literature Award 2015 και στη συνέχεια μεταφράστηκε στα αγγλικά (ως «Last Night in Nuuk» ή «Crimson») στα γαλλικά, στα γερμανικά, στα σουηδικά, στα νορβηγικά, στα ρουμάνικα και στα πολωνικά. Το 2020, η Korneliussen εξέδωσε το «Naasuliardarpi» στα γροιλανδικά και στα δανικά («Blomsterdalen»), το οποίο κέρδισε το βραβείο Nordic Council Literature Prize το 2021. Το 2022, ο Γροιλανδός υπουργός Πολιτισμού Peter P. Olsen, της απένειμε το βραβείο πολιτισμού για το έργο της.

Η Sørine Steenholdt γεννήθηκε το 1986 στο Πααμιούτ και σπούδασε γλώσσα, λογοτεχνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο του Νουούκ. Διακρίθηκε στον διαγωνισμό Allatta! για το διήγημά της «Πρέπει να υπακούς τη μητέρα σου». Το 2015 κυκλοφόρησε στα γροιλανδικά τη συλλογή διηγημάτων «Zombiet nunaat» (Milik Publishing, 2015). Πρόκειται για ιστορίες από τη σκοτεινή πλευρά της κοινωνίας: ένα αυτιστικό παιδί που δεν το καταλαβαίνουν, ένας νεαρός άνδρας που υποφέρει από ψυχώσεις λόγω της χρήσης κάνναβης, ένα «κακομαθημένο» κορίτσι και ένας ηλικιωμένος παγιδευμένοι σε ένα κτίριο που καίγεται. Τι έχουν κοινό όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Το ότι βρίσκονται στο περιθώριο – είναι σχεδόν αόρατοι, κανείς δεν τους θυμάται, δεν τους αναζητά. Το βιβλίο συνδυάζει διηγήματα με αποσπάσματα ποιημάτων. Όλα τα κείμενα μπορούν να θεωρηθούν ως αλληγορίες που ασκούν κριτική στη Γροιλανδική κοινωνία: κάποια καταδικάζουν την παλαιότερη γενιά που έκανε κατάχρηση αλκοόλ και παραμέλησε τα παιδιά της· άλλα εκφράζουν την άρνηση της νεότερης να παρουσιαστεί ως υποτελής στη Δανία. Οι ιστορίες της Steenholdt προβάλλουν τα ελαττώματα της σύγχρονης Γροιλανδίας, την κακή δημοσιογραφία, την αναξιόπιστη ηγεσία, τους αναποτελεσματικούς κοινωνικούς θεσμούς, το δυσλειτουργικό νομικό σύστημα.  Η Γροιλανδία της Steenholdt είναι μια «χώρα ζόμπι» – ένας τόπος όπου κανείς δεν έχει τον έλεγχο. Το βιβλίο προτάθηκε για το Nordic Council Literature Award, 2016 και το 2025 μεταφράστηκε στα αγγλικά από το Norvik Press.

Ο Pivinnguaq Mørch γεννήθηκε στο Ουπερναβίκ το 1993 και ζει στο Νουούκ από το 2006. Έχει συμμετάσχει σε πρόγραμμα ανταλλαγής μαθητών στο Μίσιγκαν, έχει εκπαιδευτεί ως τουριστικός οδηγός στην Αρκτική και έχει σπουδάσει πολιτισμό και κοινωνική ιστορία στο Ιλισιματουσαρφίκ. Το 2013 βραβεύτηκε στον πρώτο διαγωνισμό ποίησης του Νουούκ. Η συλλογή διηγημάτων και ποιημάτων «Arpaatit Qaqortut» (Milik Publishing, 2015), είναι το πρώτο του βιβλίο. Περιλαμβάνει 9 διηγήματα και 14 ποιήματα με υπαρξιακά ερωτήματα σχετικά με τη ζωή, την καθημερινότητα, τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε. Σε μια από τις ιστορίες του, ένας ηλικιωμένος άνδρας που έχει πάθος με το τρέξιμο αδυνατεί να αποδεχτεί τη μοίρα του και τη φθαρτότητα του σώματός του. Σε κάποια άλλη, η πραγματικότητα επισκιάζεται από τις ψευδείς ταυτότητες του facebook. Ο Pivinnguaq Mørch έχει ξεχωρίσει ανάμεσα στους νέους Γροιλανδούς συγγραφείς για τα καλογραμμένα, προκλητικά και κριτικά βιβλία του. «Ξεναγεί» κατά κάποιον τρόπο τους αναγνώστες σε έναν κόσμο για τον οποίο μέχρι σήμερα γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα. Το βιβλίο ήταν υποψήφιο για το Nordic Council Literature Prize 2019.

INFO: Literature in Greenland: navigating Arctic narratives

Authors | Inuit Literatures

Προηγούμενο άρθροΤο ήθος και το κύρος της κριτικής γραφής του ποιητή Παλαμά (του Ευριπίδη Γαραντούδη)
Επόμενο άρθροΗ Συναίνεση που δεν δόθηκε ποτέ (της Ιωάννας Καραμαλή)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ