του Θανάση Χατζόπουλου (*)
Τι μπορεί να συμβεί όταν ένας νευρολόγος διαβάζει τα ποιήματα ενός ακτινολόγου, και αναρωτιέται για τα τεκταινόμενα στο νου του ποιητή με βάση τα τεκταινόμενα στον δικό του νου, όταν και οι δύο, αναγνώστης και ποιητής, εκτός από την ιατρική επιστήμη έχουν μια κοινή θητεία διαφορετικής τάξης και γενιάς ως προς την ιδεολογική και πολιτική τους τοποθέτηση; Σε ό,τι κοινό συνδέει τον Αναγνωστάκη με τον Ευδοκιμίδη εκείνο που κάνει τη διαφορά είναι η ποίηση. Και από τη δική της σκοπιά τίθεται το ερώτημα που ανοίγει και κλείνει το βιβλίο του Γιάννη Ευδοκιμίδη ήδη με τον τίτλο του: «Γιατί κρατάει τον ‘τρελό’;». Ο Ευδοκιμίδης στην κυριολεξία σκοντάφτει στην ανάγνωση του ποιήματος «Το σκάκι» και ειδικά στη φιγούρα του «τρελού», ο οποίος από τους 18 στίχους του ποιήματος μονοπωλεί τους 7 τελευταίους και δημιουργεί όλο το αντίπαλο δέος στο εσωτερικό του ποιήματος. Χωρίς αυτόν βεβαίως δεν θα νοούνταν το ίδιο το ποίημα. Σε αυτόν κρύβεται το ίδιο το νόημα του ποιήματος, ο «τρελός» φτιάχνει απλώς και μόνον με την παρουσία του ό,τι θα ονομάζαμε ποίηση, τη δραματική σύγκρουση αλλά και τη λύση της εντός του ποιήματος. Συγχρόνως η ίδια η ποίηση, ως είδος λόγου, διαφεύγει τελικά από κάθε ορθολογική προσέγγιση αν και με τη δική της λογική φωτίζει το νοητικό υπόβαθρο του ποιήματος. Πολύ περισσότερο όταν το ποίημα ολόκληρο βασίζεται στο σκάκι, ένα παιχνίδι στρατηγικής και νοητικής βασάνου, με τη βοήθεια του οποίου ο Μανόλης Αναγνωστάκης φτιάχνει ένα είδος παραβολής με βάση τα συμβολικά στοιχεία που υπάρχουν ήδη μέσα στο παιχνίδι και τις αναλογίες του με τη ζωή την ίδια.
«Αυτό που επιχειρώ εδώ είναι να μεταφράσω, να αντιστοιχίσω τα αφηγούμενα σε νοητικές διαδικασίες, οι οποίες κατά τη γνώμη μου, υποτείνουν τα αναφερόμενα και γενικεύουν τα προσωπικά βιώματα.» Ο Ευδοκιμίδης δηλώνει ευθύς εξαρχής το πώς χρησιμοποιεί το ποίημα και τι προσπαθεί να αντλήσει από αυτό, ως ειδικός που έχει καταναλώσει την επαγγελματική του ζωή στην αναζήτηση αυτών των σχημάτων. «Η επικράτηση των ‘νοητικών σχημάτων’, των προκατασκευασμένων ‘στέρεων’ επιχειρημάτων σε βάρος της ορθοφροσύνης και της κριτικής», γράφει. Γιατί ενώ δηλαδή τα «νοητικά σχήματα» φτιάχνονται με βάση την επιστημονική λογική εντούτοις χρειάζεται να αφήσουν χώρο και στην κριτική και σε ό,τι τα αντικρούει. «Αυτό το αέναο παιχνίδι της σιγουριάς που ξεχαρβαλώνεται από την κριτική αμφιβολία είναι και η ουσία της αυθεντικής ζωής. Μόνο του καθένα από τα δύο άκρα του δίπολου είναι λειψό. Η σιγουριά γίνεται στο τέλος βρόχος που σε πνίγει, και η ασταμάτητη αναζήτηση χωρίς να πιάνεις που και που στεριά είναι άγονη, ατελέσφορη.» Το ερώτημα του Ευδοκιμίδη είναι πώς αποφασίζει κανείς με βάση τα δεδομένα όχι τόσο της αντίληψης, εκεί τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα, αλλά πώς παίρνει τις μη αντιληπτικές αποφάσεις, αφού «Οι ιδεολογικό-πολιτικές επιλογές είναι προφανώς μη αντιληπτικές αποφάσεις».
Όλο το ερώτημα του Ευδοκιμίδη είναι το ανθρώπινο ερώτημα του πώς αποφασίζει κανείς να κινηθεί στη ζωή του, πού θα πει το μεγάλο ναι και το μεγάλο όχι, πώς θα πάρει τη ζωή του κανείς, σωστά η λάθος, για να παραπέμψω και στα άλλα ερωτήματα που θέτει με βάση τον Καβάφη και τον Σεφέρη. Πρόκειται για ηθικά ζητήματα, ιδεολογικά διλήμματα και την αξία που έχουν για τη ζωή. Η ποίηση γράφεται επάνω σε αυτά και δίνει τις δικές της λοξές απαντήσεις. Γι’ αυτό ο Αναγνωστάκης διόλου τυχαία απαντάει με αυτό το πολύσημο σημαίνον, που παραπέμπει όχι μόνον στον πιόνι του σκακιού που ονομάζουμε συνήθως «αξιωματικό» αλλά και σε μια άλλη φιγούρα διαφορετικής προέλευσης η οποία καταλήγει όμως στο ίδιο σημαίνον φωτίζοντάς το εντελώς διαφορετικά, στον τρελό του Ελισαβετιανού θεάτρου, σε εκείνον ο οποίος στο θέατρο του Σαίξπηρ θέτει τα ερωτήματα έξω από τον κοινό νου και συγχρόνως από τα βάθη του κοινού νου, κάνοντας απλώς ένα βήμα στο πλάι, έχοντας όμως μια τελικώς κεντρική πλάι στον βασιλιά και έκκεντρη συγχρόνως θέση. Ο Ευδοκιμίδης με μια σειρά εμβριθείς αναλύσεις, με τις έννοιες και τα κλειδιά που του δίνει μέχρι σήμερα η νευρολογία ως προς την εγκεφαλική λειτουργία, καταλήγει σε κάτι που βρίσκεται στο όριο της ενδελεχούς ανάλυσης, ή της άκρας λογικής που με ένα μικρό βήμα οδηγείται στο άλλο άκρο.
«Ο ποιητής αφηγείται, πολύ υπαινικτικά, τις τραυματικές του εμπειρίες οι οποίες οφείλονται σε λανθασμένες επαναλαμβανόμενες επιλογές/αποφάσεις των ‘υπευθύνων’. Με μια εξαιρετικά απλουστευτική αναγωγή θα υποστήριζε κανείς πως αν τα λάθη είναι ανθρώπινα, και εν μέρει αποδεκτά και αναπόφευκτα, η επανάληψή τους δείχνει κάτι περισσότερο, δείχνει την αποτυχία της ‘μάθησης’, της προσαρμογής, δείχνει τη λανθασμένη ανάγνωση των αποτελεσμάτων, ιδιαίτερα των αρνητικών.» Η ανάλυση του Ευδοκιμίδη μας φέρνει συνεχώς αντιμέτωπους με την επιστημονική λογική. Πως από μια ορισμένη θέση, ιδεολογική ή άλλη που αφορά τη σκέψη αλλά και τα πιστεύω καθενός, μπορεί κανείς να οδηγηθεί είτε στην ακαμψία των αποφάσεων είτε στην κριτική τους, είτε στην υπεράσπιση των λαθών είτε στην αναγνώρισή τους, ειδικά όταν πρόκειται για «συστηματικά λάθη». Μας μιλάει για την αναλυτική και για τη διαισθητική σκέψη, την αντιπαλότητά τους αλλά για να καταλήξει στην συμπληρωματικότητά τους, αφού αναγνωρίζει τελικά τα όρια της αναλυτικής σκέψης και τη βοήθεια που μπορεί να δώσει ακριβώς στην αναγνώριση αυτού του ορίου η διαισθητική σκέψη. Θα έλεγα πως η ποίηση βρίσκεται σε αυτή τη συνάντηση, κυρίως όταν κανείς δεν παίρνει εξαρχής την οδό της διαισθητικής σκέψης η οποία επίσης από μόνη της μπορεί να οδηγήσει σε ολισθηρά μονοπάτια, όταν δεν συνοδεύεται από την αναλυτική σκέψη. Το ζήτημα είναι να μπορεί να σκέφτεται κανείς χρησιμοποιώντας το διπλό αυτό μονοπάτι, που δεν είναι τίποτα άλλο από την συνδυαστική λειτουργία της συνείδησης με το ασυνείδητο, και την ανάλυση των δύο διαδρομών και των δεδομένων τους.
«Τόσο οι δεδομένες γνωσιακές μου δυνατότητες όσο και οι συνθήκες στις οποίες καλούμαι να λύσω ένα πρόβλημα, με κάνουν να ανατρέχω, ασυνείδητα, στη βοήθεια ενός διαισθητικού ‘οργάνου’, το οποίο θα συντρέξει μαζί με τον αναλυτικο-λογικό μου εξοπλισμό, για να λυθεί τελικά το δίλημμα…», γράφει ο Ευδοκιμίδης, και συνεχίζει: «Η ορθολογική μας σκέψη είναι περιορισμένη (περιορισμένη ορθολογικότητα), η αναλυτικο-λογική και συνειδητή, εκούσια προσέγγιση έχει περιορισμούς και το εναπομείναν κενό το καλύπτει το άλλο, κρυφό και ασαφές σύστημα της ασυνείδητης, ξαφνικής λύσης, η οποία μπορεί να πάρει ακόμη και τη μορφή της επιφοίτησης.» Ακόμη και αυτή η δεύτερη, σε έναν δεύτερο χρόνο, επιδέχεται κάποια αναλυτική προσέγγιση, εφόσον δεχθεί κανείς την ύπαρξη και την παρουσία της, κι αυτή είναι μια ικανή και αναγκαία συνθήκη. Αυτό θα συμβεί αφού ο Ευδοκιμίδης μας οδηγήσει μέσα από τον τρόπο που σύμφωνα με την επιστήμη της νευρολογίας αποφασίζουμε, οδηγούμαστε στο σωστό και στο λάθος, μαθαίνουμε και ξαναμαθαίνουμε τον κόσμο και τον εαυτό.
Και επανέρχεται στον Αναγνωστάκη και στα όσα θεωρεί πως μέσω του ποιήματος προσπαθεί να πει σχετικά με την προσωπική του ιστορία συνδεδεμένη με εκείνη των ιδεολογικών του συντρόφων: «Ο ποιητής θεωρεί πως τα όσα μεσολάβησαν από την Απελευθέρωση και μετά, οι αποφάσεις δηλαδή που έχουν ληφθεί σε αυτό το διάστημα, οδήγησαν σε πράξεις οι οποίες αποδείχθηκαν μάταιες θυσίες. Και αυτό γιατί οι ιθύνοντες, αυτοί που παίρνουν αποφάσεις, το κόμμα, δεν ‘διάβασαν’ σωστά τα πραγματικά αποτελέσματα των όποιων αποφάσεων / επιλογών του σε αυτό το κρίσιμο σημείο. […] Όταν το σύστημα δεν ‘μαθαίνει’ από τις αποφάσεις-πράξεις του, τότε είναι πολύ πιθανόν να κάνει συστηματικά τα ίδια λάθη.» Το ίδιο το σύστημα μπορεί να είναι ένα άκαμπτο ως προς τις συνιστώσες του σύστημα σκέψης χωρίς δυνατότητα επικοινωνίας με ό,τι συμβαίνει έξω από αυτό, με τις αλλαγές των εποχών και των κοινωνιών, εκεί και τότε που το ίδιο γίνεται η αρχή και το τέλος, αποκτώντας τότε ό,τι ονομάζουμε δογματικό χαρακτήρα: «Ένα κλειστό, δογματικό σύστημα δεν αφήνει κανένα περιθώριο συνύπαρξης πολλαπλών κανονιστικών συστημάτων τουλάχιστον όσον αφορά τους πυλώνες του συστήματος π.χ. μια θρησκεία δεν μπορεί παρά να θεωρεί απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη αλήθεια το τρισυπόστατον της θεότητας, ή μια κοινωνικο-ιδεολογική θεωρία την ταξική πάλη ως κινητήρια δύναμη της κοινωνίας.» Ωστόσο το ίδιο το σύστημα της ανθρώπινης σκέψης δεν γίνεται παρά να είναι μια μείξη, όχι μόνον επειδή «Η διαίσθηση έρχεται να καλύψει τις προφανείς αδυναμίες της ‘περιορισμένης ορθολογικότητας’, η οποία δεν επιτρέπει την πλήρη, εξονυχιστική αναλυτική διερεύνηση όλων των πιθανών εκδοχών.» Αλλά και γιατί η αναγεννησιακή ιδέα ότι όλα μπορούν να περάσουν από τον ορθό λόγο και την ανάλυση καταλήγει να γίνεται η παρανοϊκή ιδέα μιας πλήρους, εξονυχιστικής αναλυτικής διερεύνησης.
Εξίσου ωστόσο και η άλλη οδός, όταν χρησιμοποιείται με τρόπο αποκλειστικό, είναι εσφαλμένη: «Η νοητική ακαμψία και τα παρεπόμενά της, η επικράτηση της διαίσθησης εις βάρος της αναλυτικής σκέψης [μήπως η νοητική ακαμψία είναι το άκρον άωτον της αναλυτικής σκέψης;] και η ελλιπής ανατροφοδότηση από το αποτέλεσμα (αδυναμία μάθησης) αποτελούν κομβικά σημεία για την κατανόηση του φαινομένου [του δογματικού εγκέφαλου]).» Η αλήθεια είναι πως βρισκόμαστε σε έναν δρόμο διπλής τουλάχιστον ή πολλαπλής κυκλοφορίας αφού «Θα ήταν κοινοτοπία να σημειώσει κανείς πως η συνύπαρξη έλλογων και μη έλλογων [άλογων] συμπεριφορών αποτελεί το χαρακτηριστικό της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Διαπιστώνουμε δηλαδή ένα μείγμα, στο οποίο συνυπάρχουν μια αναλυτική, αργή εκούσια, προγραμματισμένη και ‘ορθολογικά’ δομημένη επιχειρηματολογία και συμπεριφορά δίπλα σε ένα άλλο σύνολο, προφανώς ακούσιο, πολλές φορές αυθαίρετο, άμεσο και γρήγορο, χωρίς αναλυτική προσέγγιση.» Θα συμπληρώσει αλλού ο Ευδοκιμίδης: «Εμπειρικά, όμως γνωρίζω πως υπάρχουν και διαισθητικές αποφάσεις που λαμβάνονται με κόπο, στο τέλος της άκαρπης αναλυτικής διαδικασίας, εκεί που έχω εξαντλήσει τις αναλυτικές δυνατότητες του μυαλού μου.» αφού «Εφ’ όσον η λογικο-αναλυτική προσέγγιση έχει τα όριά της, μια ‘εξ αποκαλύψεως’ ή διαισθητικής φύσεως σκέψη μπορεί να παρέμβει και να αλλάξει τον ‘ρου της ιστορίας’.» Και καταλήγει: «Η συμπληρωματικότητα του αναλυτικού με το διαισθητικό στοιχείο είναι βαθιά χωμένη στη διαδικασία οποιασδήποτε απόφασης.»
Το ερώτημα εξακολουθεί να παραμένει στο τέλος αυτής της διαδρομής σχετικά με τις νοητικές λειτουργίες, που εδώ ο Ευδοκιμίδης τις ξεχωρίζει και από το επιθυμητό, δηλαδή τις επιθυμίες, και από το συναισθηματικό, δηλαδή το θυμικό. Όμως καμιά από αυτές τις τρεις παραμέτρους νοητική, συναισθηματική, επιθυμητική δεν πάει ξέχωρα από τις άλλες. Εδώ ξεχωρίζονται μόνον και μόνο για να φανούν περισσότερο τα νοητικά σχήματα. Έτσι «Η κριτική διάθεση και πρακτική του Μ. Α. συμπυκνώνεται στο πρόσωπο του ‘τρελού’.» για τον λόγο ότι είναι απρόσμενη και έχει, για όσους δέχονται την κριτική, στοιχεία για τα οποία, όπως γράφει ο Ευδοκιμίδης: «Οι διαβολικές ιδιότητες αυτού του ‘τρελού’ είναι γνωστές. Εξάλλου οι τόσο χαρακτηριστικές ιδιότητές του πραγματώνονται στο αποτέλεσμα της μονοδιάστατης και παραδόξως λοξής δράσης του. Ο ‘τρελός’ εκφράζει μια ασυμβατότητα, κάτι το μη αναμενόμενο, ενδεχομένως ανατρεπτικό, ελευθεριάζον, ιερόσυλο.» Θα έλεγα πως η κριτική εμφανίζεται πιο ιερόσυλη, τρελή, ανατρεπτική και ασύμβατη όσο πιο δογματικό και άκαμπτο είναι το σύστημα στο οποίο απευθύνεται, που συχνά απέναντί της γίνεται ακόμη πιο σκληρό και αποκλεισμένο από οποιαδήποτε λογική πέραν της δικής του, γεγονός που το κάνει να γλιστράει στην παράνοια. Έτσι ο τρελός του Αναγνωστάκη έρχεται για να σώσει την παρτίδα, όχι δηλαδή να την κερδίσει, αλλά να επιτρέψει τη συνέχισή της δίνοντας στο ίδιο το παιχνίδι μια ακόμη στροφή. Αυτό άλλωστε είναι και όλο το στοίχημα. Για να το κερδίσει ο Αναγνωστάκης συνεχίζει, εκείνα τα χρόνια, να γράφει. Αργότερα θα χάσει κάθε ελπίδα και θα γλιστρήσει στη σιωπή. Η παρτίδα έχει τελειώσει, ο τρελός έχει παραιτηθεί από το έσχατο καταφύγιο που είναι γι’ αυτόν η ποίηση. Η άλλη πλευρά έχει κερδίσει. Αυτό επιβεβαιώνει και ο Ευδοκιμίδης: «Η ατέλειωτη παρτίδα οφείλεται όχι στις απώλειες αλλά στην επιβίωση του τρελού. Η ατέλειωτη παρτίδα είναι η συνύπαρξη δεδομένων απωλειών και του τρελού που αφήνει την παρτίδα ανοιχτή.» Η επιβίωση του τρελού δηλώνει την επιβίωση του ποιητή, του σκεπτόμενου υποκειμένου που εξακολουθεί να αισθάνεται και να επιθυμεί, ακόμη κι όταν έχει πάψει να γράφει. «Ο Μ. Α. έζησε ηρωικές στιγμές και ματαιώσεις. Επιβιώνει μέσα από τις λοξές διαδρομές του τρελού. Ανακαλύπτει τις ρωγμές και προσπαθεί να τις επουλώσει για να διατηρήσει ανέπαφο το μυστικό όνειρο.»
Ο Ευδοκιμίδης καταλήγει: «Ένιωσα μια αρχιτεκτονική που ανάγλυφα ερχόταν να συναντήσει τα επαγγελματικά μου ενδιαφέροντα. […] επιδίωξα να επικεντρωθώ στις υποκείμενες νοητικές διεργασίες που με τρόπο ποιητικό ο Μ. Α. αφηγείται στο ‘Σκάκι’.» Ο τρελός είναι η επιβίωση του ποιητή, η λοξή ματιά του, το κριτικό πνεύμα του. Ας μην ξεχνάμε πως στο τέλος της διαδρομής του ο ποιητής Αναγνωστάκης ταυτίζεται πλήρως με τη λογική του τρελού: γίνεται ο σατιρικός, ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, ένα άλλο όνομα για τον τρελό, που δεν έχει άλλη διέξοδο από τη ανηλεή σάτιρα, τον καγχασμό, το τρελό γέλιο. Κρύβει περισσότερη απελπισία από όση θα ήθελε να δείξει. Αλλά εκεί στο τέλος της ιλαροτραγωδίας καταλήγει ο ποιητής. Ο Ευδοκιμίδης τοποθετεί τη φιγούρα αυτή του τρελού, εξαιτίας των δικών του ερωτημάτων, στη σημαία της ποίησης του Αναγνωστάκη. Ο τζουτζές είναι μια άλλη ελληνική λέξη για τον τρελό, τον γελωτοποιό, αυτή όμως είναι και η θέση του απελπισμένου ποιητή απέναντι στην κρατούσα σκέψη, την κυρίαρχη λογική κάθε εποχής.
(*) O Θανάσης Χατζόπουλος είναι ποιητής
Ευδοκιμίδης Θ.Ιωάννης, Γιατί κρατάει τον «τρελό»;
Ένας νευρολόγος διαβάζει Αναγνωστάκη, εκδ. Τόπος
![]()

























