Πέμπτη, 16 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 2026 Αξιοσημείωτες συναντήσεις στο μετρό (διήγημα του Θόδωρου Σούμα)

Αξιοσημείωτες συναντήσεις στο μετρό (διήγημα του Θόδωρου Σούμα)

0
10

διήγημα του Θόδωρου Σούμα

Ήταν μια από αυτές τις δροσερές μα φωτεινές νύχτες που η πόλη σε κρατάει ξάγρυπνο. Ο Αλέκος είχε πάει σινεμά, σε ένα αισθαντικό φιλμ του Λαρς φον Τρίερ, στο κέντρο της Αθήνας. Καθώς γύριζε με το μετρό από την Αθήνα προς το αεροδρόμιο, κάθισε και κοίταξε εξεταστικά, τριγύρω, τους επιβάτες. Άλλοι ήταν εξωστρεφείς, ομιλητικοί νέοι σε παρέες και άλλοι πιο ήσυχοι και διακριτικοί μεσήλικες, αρκετοί μοναχοί τους, άντρες και καλοντυμένες γυναίκες. Σε μια επόμενη στάση μπήκε στο βαγόνι και κάθισε απέναντί του ένα κορίτσι.

Ήταν γύρω στα είκοσι πέντε, φρικιό με πανκ κούρεμα, ξυρισμένους κροτάφους και μαύρο μαλλί από πάνω, δαντέλες παντού, διχτυωτές κάλτσες, λιγάκι σκισμένες, και μίνι που άφηνε τους μηρούς της ακάλυπτους. Το ντεκολτέ της ήταν μεγάλο και οι δαντέλες μισόκρυβαν και τόνιζαν τη γύμνια της. Ο Αλέκος δεν ντράπηκε να την κοιτάξει επίμονα, το αντίθετο, τον τράβηξε σαν μαγνήτης. Έβλεπε με αφοσίωση κάθε της κίνηση, κάθε γυμνό μέρος του κορμιού της στο κίτρινο φως του βαγονιού.  Το βλέμμα του καρφωμένο στο σώμα της, στην πρόκληση που εκπεμπόταν από κάθε κίνηση της. Η ίδια το ένοιωσε καλά από τον τρόπο που την κοίταζε. Δίπλα της και απέναντι της κάθονταν αντικριστά δυο συνομήλικοί της που χαζογέλαγαν για δικά τους θέματα και δεν έριξαν ούτε ματιά στην όμορφη κοπέλα, οι ανόητοι. Σαρανταεφτά χρόνων, ένιωθε πάντα αμηχανία απέναντι στη νεότητα και την τόλμη. Αλλά εκείνη τη νύχτα, κάτι στην ατμόσφαιρα ήταν διαφορετικό.

Καθώς το τρένο πλησίασε στη στάση Χολαργός, η κοπέλα σηκώθηκε. Έβγαινε βιαστική απ’ το βαγόνι, όταν ένα μήνυμα έφτασε στο κινητό του μέσω bluetooth. Άνοιξε την οθόνη και είδε κατάπληκτος την εικόνα της: γυμνόστηθη, χαμογελαστή, με τη φράση: “Γεια σου, ερωτιάρη!”

Αιφνιδιάστηκε. Το μήνυμα είχε φτάσει τη στιγμή που έβγαινε από το βαγόνι, για να μην προλάβει να το δει ενώ ήταν ακόμα μέσα. Κατέβηκε και χάθηκε από τα μάτια του. Ο Αλέκος ένιωσε μια έντονη ανάμειξη ευχαρίστησης και αμηχανίας. Τον είχε προσέξει και η αλήθεια αυτή ήταν γλυκιά κι απροσποίητη. Το ένιωσε σαν πρόσκληση που τον έκανε να νιώσει ζωντανός.

Η κοπέλα τον άφησε πίσω, ενώ εκείνος δεν την ακολούθησε. Αλλά η εικόνα της και το μήνυμα έμειναν χαραγμένα στο μυαλό του. Την επόμενη στιγμή, η σκέψη της χαμένης ευκαιρίας τον ώθησε να ξαναγυρίσει πίσω, βγήκε από το βαγόνι κι άλλαξε κατεύθυνση και συρμό. Κατέβηκε κι αυτός στη στάση Χολαργός και ανέβηκε τη λεωφόρο, ψάχνοντας και κοιτάζοντας γύρω γρήγορα, στα μπαρ, στα πεζοδρόμια, στις εισόδους των πολυκατοικιών, παντού. Δεν ήταν πουθενά. Ήταν άφαντη, γι’ αυτό πια η πόλη του φαινόταν ξένη.

Τις επόμενες δυο μέρες, την ίδια ώρα, έκανε ξανά την ίδια διαδρομή από την Αθήνα προς τον Χολαργό. Κάθε σταθμός ήταν μια μικρή ελπίδα, κάθε πρόσωπο ένα ενδεχόμενο που διαψευδόταν.

Δεν την είδε ποτέ ξανά.  Έμεινε  όμως ζωντανή κι ανεξίτηλη μέσα του, σαν μια ζωή που δεν τόλμησε να ζήσει, ένα μικρό μυστικό που κουβαλάει μόνος του μες στη νύχτα και στην ψυχρή πόλη που συνεχίζει να ζει γύρω του, αδιάφορη γι’αυτόν.

Ο Αλέκος επέστρεψε τελικά σπίτι του βαρύθυμος, με το βλέμμα χαμηλά, αδύναμος να ξεχάσει, αδύναμος να δράσει, χωρίς να μπορεί να ηρεμήσει. Θα μπορούσε να είναι η γυναίκα που έψαχνε για καιρό. Μα πάλι δεν κατόρθωσε να την βρει. Η νύχτα τον τύλιγε, το μετρό συνέχιζε να κυλάει μες στην πόλη και η περιπέτεια που δεν μπόρεσε να βιώσει ήταν πλέον δική του, μοναχική. Η εικόνα της έμεινε στο θύμησή του, έντονη. Όλα, το ημίγυμνο κορμί, το βλέμμα του κι η αδράνεια τον άφησαν μόνο με μια τρελή, αναπάντεχη ανάμνηση. Μήπως τελικά όλα έγιναν για να θυμάται και να φαντασιώνεται ανέφικτες στιγμές σαν κι αυτή;

Ο Αλέκος δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί στις ΗΠΑ καταδίωκαν και φυλάκιζαν τις καθηγήτριες που έκαναν σεξ με κάποιους ωραίους, αρρενωπούς μαθητές τους στο Γυμνάσιο. Κι ας ήταν ανήλικοι. Θεωρούσε αυτό το τολμηρό, παραβατικό παιχνίδι μια αναζωογονητική, ενδιαφέρουσα και καρποφόρα, απελευθερωτική για τα νεαρά αγόρια, ερωτική μύηση. Ήταν τυχεροί οι εύρωστοι μαθητές που τους συνέβαινε. Οι λαίμαργες καθηγήτριες τούς μυούν στο σεξ, μα αντί το κράτος να αποδεχτεί τις εκπαιδευτικές υπηρεσίες τους, που είναι δυσεύρετες για τους εφήβους, τους κάνει μηνύσεις και τις κλείνει στη φυλακή! Ο Αλέκος είχε πολύ πουριτανική εκπαίδευση από τον παπά πατέρα του, η οποία τον είχε μπλοκάρει για πολύ καιρό στις σχέσεις του με τα κορίτσια. Μακάρι να του είχε τύχει μια τέτοια έμπειρη, νόστιμη δασκάλα του σεξ!

Σάββατο βράδυ, ενδιαφέρουσα, ζεστή βραδιά σήμερα. Ο Αλέκος πήγε στο θέατρο στην Αθήνα. Είδε μια μεταμοντέρνα, διαμφισβητούμενη  παράσταση ενός έργου του Ιονέσκο. Και είχε αναπάντεχες συναντήσεις.

Στο μετρό, στον γυρισμό, κάθισαν απέναντί του δύο μικρές. Η μία  μελαχρινή Ελληνίδα, την έλεγαν Άννα, ήταν μινιόν, λεπτοκαμωμένη όπως του άρεσαν, με πολύ τολμηρό κι αποκαλυπτικό ντύσιμο. Φορούσε μέσα από το πέτσινο μπουφάν ένα κόκκινο σουτιέν με πορτοκαλιά μπορντούρα που άφηνε το μισό στήθος να φαίνεται.  Η άλλη ήταν Γαλλορωσίδα και επιθυμούσε να γίνει γιατρός, έστω στη Ρωσία (μπαμπάς Γάλλος, μαμά Ρωσίδα, το όνομά της Τατιάνα, όχι ωραία σαν την Ελληνίδα, αλλά ψωμωμένη).

Τους έπιασε μεγάλη κουβέντα σε ολόκληρη τη διαδρομή… Ξέρει να μιλάει στις γυναίκες (γίνεται φοβισμένος βλαξ μόνο όταν ερωτεύεται, αν και με τη συγγραφέα που αγάπησε ήταν μόνο φοβισμένος).

Αφού τις ρώτησε, του είπαν πως ήταν 17 ετών και πήγαιναν δευτέρα λυκείου (φαίνονταν για 18-19). Η Άννα σκοπεύει να δώσει οικονομικά, δεν φαινόταν παρθένα, είχε υπέροχο στόμα, πετροκέρασο, με κόκκινο κραγιόν, θα έκανε σίγουρα πίπες στους λυκειόπαιδες. (Μια φίλη του καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο, του είπε πως η κόρη της τής ανέφερε πως στο δημόσιο γυμνάσιο που πήγαινε, στους Αμπελόκηπους, σχεδόν όλες οι κοπέλες έκαναν πίπες στους συμμαθητές τους, ήθελαν να μάθουν να τις κάνουν καλά, ακόμη κι όσες ήταν παρθένες).

Παρακάλαγε να κατέβει η Τατιάνα για να ζητήσει το κινητό της Άννας… Σκέφτηκε πως μετά από μερικά ουδέτερα τηλεφωνήματα, θα της πρότεινε στο μέλλον ερωτικές πράξεις. Ήταν ωραία και ακριβά ντυμένη. Οι υπερκαταναλώτριες, ωφελιμίστριες Ελληνίδες είναι αρκετές, ακόμη και οι νεαρές.

Έκανε, όμως, βλακεία που δεν τόλμησε να της ζητήσει και να της πάρει το τηλέφωνο μπροστά στη φίλη της, γιατί ντράπηκε. Πίστευε πως πιθανά θα του το έδινε, έδειχνε πολύ ελεύθερη και χειραφετημένη.

Τα κορίτσια πήγαιναν στη Ραφήνα, θα κατέβαιναν από το μετρό μαζί και θα έπαιρναν λεωφορείο για τα σπίτια τους. Πήγαιναν στο ίδιο λύκειο. Τέλος πάντων, ο Αλέκος την πάτησε για άλλη μία φορά από τη συστολή του, όλο έτσι την παθαίνει, από δειλία. Πολλές ερωτικές επιθυμίες και πράξη μηδέν… Πολλά λόγια, σκέψεις, φαντασιώσεις, σχέδια, μα το χέρι του δεν το απλώνει.  Όλα γίνονται για να νοσταλγεί τελικά  ωραίες, απραγματοποίητες, γλυκόπικρες ιστορίες.

Κι όμως δεν ήταν αυτή η αλήθεια, ο Αλέκος τόλμησε και ζήτησε το τηλέφωνο της Άννας. Και αυτή του το έδωσε χωρίς επιφυλάξεις, άμεσα.

Την επόμενη μέρα της τηλεφώνησε. Τη μεθεπόμενη της ξανατηλεφώνησε και της μιλούσε περί ανέμων και υδάτων.

Στο τρίτο όμως τηλεφώνημα τη ρώτησε αν έχει ανάγκη από χρήματα για να βγαίνει και να διασκεδάζει, τώρα που είναι νέα και άφραγκη. Του απάντησε καταφατικά…

Στο επόμενο τηλεφώνημά του της ξεφούρνισε την πρότασή του εάν θέλει να της δίνει χρήματα για να του τον παίζει λιγάκι. Αυτή, χωρίς πολλούς δισταγμούς, συμφώνησε.

Συναντήθηκαν και μπήκαν στο αυτοκίνητό του. Της έδωσε 30e για να του τον παίξει.

Αυτό ξανάγινε. Την τρίτη φορά του ζήτησε 50 ευρώ, αυτός δεν είχε και συμφώνησαν ξανά στα 30, αλλά να τον παίξει μονάχος του μπροστά της, κάτι που τον ερέθισε πολύ. Αυτό έγινε άλλες δύο φορές.

Το τηλεφώνημα ήρθε αργά το βράδυ, ενώ ο Αλέκος καθόταν μόνος στην κουζίνα του, μπροστά σε ένα ποτήρι ουίσκι που έμενε σχεδόν άθικτο. Η φωνή της Άννας ακουγόταν ψυχρή, διαφορετική από πριν, χωρίς νάζι, χωρίς παιχνιδιάρικη διάθεση.

«Σε κατήγγειλα στον πατέρα μου, τα ξέρει όλα.»

Για λίγα δευτερόλεπτα ο Αλέκος δεν μίλησε. Κοίταζε τον λαχανή τοίχο της κουζίνας  απέναντι, σαν να είχε παγώσει ο χρόνος. Προσπάθησε να ελέγξει τη φωνή του.

«Και εσύ τι θέλεις τώρα;»

«Να συναντηθούμε. Φέρε μου 300 ευρώ, τα έχω μεγάλη ανάγκη, πρέπει να αγοράσω ένα λάπτοπ γιατί αυτό που είχα χάλασε.»

Η συνάντηση έγινε μέσα στο αυτοκίνητό του, σ’ έναν σκοτεινό δρόμο κοντά στη θάλασσα. Η Άννα μπήκε χωρίς να τον κοιτάξει. Δεν φορούσε πια εκείνα τα προκλητικά ρούχα που τον είχαν ζαλίσει στο μετρό εκείνο το πρώτο βράδυ. Έμοιαζε ξαφνικά πιο μεγάλη ή ίσως απλώς πιο σκληρή. Της έδωσε τα 300 ευρώ και τον ξανάπαιξε μπροστά της.

Μετά από τέσσερις μέρες του τηλεφώνησε να ξαναβρεθούν για να κουβεντιάσουν. Του ζήτησε 600 ευρώ για να μην τον καταγγείλει για σεξουαλική παρενόχληση και για ανήθικες προτάσεις με χρηματική αμοιβή. Στο αυτοκίνητό του, του μίλησε κοφτά. Του είπε πως τα πράγματα με τον πατέρα της είχαν ξεφύγει. Πως αν δεν της έδινε τα χρήματα, θα τον άφηνε να πάει στην αστυνομία. Ο Αλέκος ένιωσε το στομάχι του να δένεται κόμπος. Δεν ήταν μόνο ο φόβος της καταγγελίας, ήταν ότι έβλεπε τον εαυτό του από έξω, σαν ξένο: ένας μεσόκοπος άντρας, μόνος, ιδρωμένος, τρομαγμένος μέσα σ’ ένα αμάξι, να παζαρεύει τον έρωτα και την αξιοπρέπειά του.

«Δεν έχω τόσα. Να σου δώσω λιγότερα;» είπε χαμηλόφωνα.

Η Άννα ανασήκωσε αρνητικά τους ώμους.«Τότε θα μιλήσει ο πατέρας μου.»

Βγήκε από το αυτοκίνητο και έκλεισε την πόρτα χωρίς άλλη λέξη.

Ο Αλέκος έμεινε εκεί για ώρα, ακίνητος. Από μακριά ακουγόταν μόνο ο αέρας και κάτι μηχανάκια που περνούσαν στον παραλιακό δρόμο. Για πρώτη φορά κατάλαβε πως όλο αυτό δεν ήταν πια μια μυστική φαντασίωση ή ένα παιχνίδι φλερταρίσματος και κατάκτησης. Είχε γίνει πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είχε συνέπειες.

Δύο μέρες αργότερα, στις έξι το πρωί, το κουδούνι χτύπησε επίμονα.

Ο Αλέκος πετάχτηκε από το κρεβάτι ζαλισμένος. Φόρεσε βιαστικά ένα παντελόνι και πλησίασε την πόρτα. Από το ματάκι είδε δύο άντρες με πολιτικά και έναν ένστολο πίσω τους.

Το αίμα έφυγε από το πρόσωπό του.

Όταν άνοιξε, ο ένας του έδειξε ταυτότητα.

«Αστυνομία. Θα μας ακολουθήσετε!»

Δεν αντέδρασε. Μόνο έκανε στην άκρη μηχανικά.

Οι αστυνομικοί μπήκαν μέσα ήρεμα, σχεδόν αδιάφορα κι έριξαν δυο ματιές στο δυάρι διαμέρισμα, σαν να εκτελούσαν μια συνηθισμένη διαδικασία. Αυτό τον ταπείνωνε περισσότερο. Δεν ήταν καν αρκετά σημαντικός για να προκαλεί ένταση. Ήταν άλλη μία πεζή, ανήθικη και ανόητη υπόθεση.

Καθώς του περνούσαν χειροπέδες, άκουσε πόρτες να ανοίγουν στην πολυκατοικία. Ψίθυροι. Βήματα.

Η κυρία Ελένη από τον τρίτο στεκόταν στο κεφαλόσκαλο με τη ρόμπα της. Ένας φοιτητής από το ισόγειο κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια. Κάποιος ψιθύρισε:
«Αυτός δεν είναι που παλιά έγραφε τραγούδια;»

Ο Αλέκος κατέβασε το κεφάλι.

Στην είσοδο της πολυκατοικίας περίμενε ήδη ένα περιπολικό. Ένας γείτονας τραβούσε βίντεο με το κινητό. Ο Αλέκος προσπάθησε ενστικτωδώς να καλύψει το πρόσωπό του, όμως οι χειροπέδες τον εμπόδιζαν.

Το ίδιο απόγευμα οι φωτογραφίες του είχαν ανέβει σε ειδησεογραφικά sites και τηλεοπτικές εκπομπές. Η εικόνα του, αξύριστος, σκυφτός, με τσαλακωμένο πουκάμισο, επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά δίπλα σε λέξεις όπως «σκάνδαλο», «ανήθικη υπόθεση» και «παιδεραστικό σοκ».

Κανείς δεν ενδιαφερόταν για αποχρώσεις ή λεπτομέρειες. Η κοινωνία λατρεύει τις γρήγορες καταδίκες όταν μπορούν να καταναλωθούν σαν θέαμα.

Ο δικηγόρος του ήταν πρακτικός άνθρωπος.

«Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η υπόθεση, οι πράξεις σου», του είπε. «Είναι ότι βγαίνεις, ότι φαίνεσαι ένοχος πριν καν αρχίσει η δίκη.»

Ο Αλέκος δεν απάντησε. «Μα πώς», σκέφτηκε. Καθόταν απέναντί του εξαντλημένος, με μάτια άυπνα. Εδώ και μέρες δεν μπορούσε να φάει κανονικά. Ένιωθε πως όλη του η ζωή είχε συρρικνωθεί σε λίγες αηδιαστικές παραγράφους μιας δικογραφίας.

Η δίκη άρχισε μέσα σε αποπνικτική ατμόσφαιρα. Η αίθουσα ήταν γεμάτη κόσμο. Περίεργοι, δημοσιογράφοι, μάρτυρες και συγγενείς άλλων διαδίκων που είχαν βρει πιο ενδιαφέρουσα υπόθεση  να παρακολουθήσουν. Όταν μπήκε ο Αλέκος, αρκετά βλέμματα στράφηκαν πάνω του με εκείνη τη μίξη περιέργειας, κατηγόριας και περιφρόνησης που δείχνουν οι άνθρωποι όταν βλέπουν δημόσια κάποιον ένοχο και πεσμένο χάμω.

Κάθισε δίπλα στον δικηγόρο του χωρίς να σηκώνει το κεφάλι.

Ύστερα εμφανίστηκε η Άννα με τον πατέρα της.

Ο πατέρας στεκόταν άκαμπτος, με βλέμμα παγωμένο μα αγριεμένο. Η Άννα απέφευγε να κοιτάξει προς την πλευρά του Αλέκου. Εκεί που κάποτε υπήρχε έστω μια ψευδαίσθηση οικειότητας, τώρα υπήρχε μόνο απόσταση και κενό.

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαβάστηκαν μηνύματα, αποσπάσματα συνομιλιών, λεπτομέρειες, τρελαμάρες που ο Αλέκος είχε πει πιστεύοντας πως θα έμεναν κρυφές. Μέσα στην αίθουσα, όμως, ακούγονταν αποκρουστικές, γελοίες, άσεμνες κι αξιολύπητες.

Κάποια στιγμή άκουσε δύο νεαρούς στο πίσω μέρος να γελούν χαμηλόφωνα.

Ένιωσε το πρόσωπό του να καίει.

Ο δικαστής τον κοίταξε για λίγη ώρα πριν μιλήσει.

«Τι ακριβώς πιστεύατε ότι κάνατε;»

Ο Αλέκος ήθελε να πει «έρωτα». Άνοιξε το στόμα του, αλλά δεν βγήκε τίποτα. Όλες οι ιδέες του, οι εξυπνάδες, οι θεωρίες και τα ωραία λόγια του είχαν εξαφανιστεί. Μπροστά στους άλλους δεν ήταν πια ιδιαίτερος, ούτε σύνθετος, ούτε καν παρεξηγημένος, μόνο ένοχος.  Ήταν ένας κουρασμένος άνθρωπος που είχε αφήσει τη μοναξιά, τους πόθους, τον εγωκεντρισμό του και τις ανάγκες του να τον οδηγήσουν στην αυτοκαταστροφή. Αισθανόταν δαχτυλοδειχτούμενος και ρεζιλεμένος. Ένας ανώμαλος πορνόγερος… Η απόφαση ήταν καταδικαστική. Η ποινή του μεγάλη.

Υπήρχε όμως και η περίπτωση που δεν τόλμησε να ζητήσει το τηλέφωνο της Άννας παρουσία της Τατιάνας.  Ή που δεν τόλμησε να της ζητήσει να του τον παίξει επί χρήμασι. Η περίπτωση να είχε το κεφάλι του ήσυχο επειδή δεν πλησίασε την κοπέλα, επειδή γνώριζε πως οι γυναίκες, ανεξαρτήτως, ηλικίας, ήταν επικίνδυνες για έναν αδέξιο ατζαμή σαν κι αυτόν…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΗ Εξέλιξη στην πιο συναρπαστική και ξεκαρδιστική εκδοχή της (της Ελένης Σβορώνου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ