Χρυσοβαλάντης: ένας ιδιόμορφος χαρακτήρας

2
91

Της Έλενας Χουζούρη.

Ο Μάκης Τσίτας [Γιαννιτσά, 1971] εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά γράμματα το 1996 με την συλλογή «Πάτυ εκ του Πετρούλα» [εκδ. Καστανιώτη] η οποία αποτελείτο από 17 «απλές ιστορίες» όπως σημείωνε ο ίδιος ο συγγραφέας τους. Η πρώτη εκείνη εμφάνιση του 25χρονου τότε  συγγραφέα -διαβιούντος έως το 1994 στη Θεσσαλονίκη- δεν πέρασε απαρατήρητη. Ο Αλεξης Ζήρας μάλιστα σημείωνε, ανάμεσα στάλλα, ότι « η γλώσσα των διηγημάτων του Τσίτα προσδιόριζε έναν καινούργιο τρόπο  αποτύπωσης της ζωής στις πόλεις». Ήταν η περίοδος  της εμφάνισης μιας πλειάδας νέων συγγραφέων, γεννημένων στο τέλος της δεκαετίας του 1960 και των αρχών εκείνης του 1970, οι οποίοι έμπαιναν στον λογοτεχνικό στίβο ορμητικά και με αιτήματα τα οποία προσδιορίζονταν από την συνεχώς αυξανόμενη και αρκούντως φωταγωγημένη και επιδεικνυόμενη γενικότερη ευμάρεια. Αντίθετα με άλλους ομηλίκους του και παρά την καλή υποδοχή που είχε το πρώτο του βιβλίο, ο Μ.Τσίτας δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να ακολουθήσει διαδρομές αντίστοιχες με εκείνους. Περισσότερο σιώπησε παρά ομίλησε. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε την πεζογραφία. Την προφανή  δημιουργικότητά του εγκολπώθηκε για περίπου δύο δεκαετίες η παιδική λογοτεχνία, με αποτέλεσμα δεκατρία βιβλία για παιδιά προσχολικής κυρίως ηλικίας. Όσο για την «σιωπηλή» μεν αλλά ενεργητικότατη δραστηριότητά του –τουτέστιν το κυνήγι της επιβίωσης- αυτή αναλώθηκε με επιτυχία στον εκδοτικό πάντα χώρο,  σε έντυπα περιοδικά για το βιβλίο μέχρι πρότινος, στο διαδικτυακό diastixo, επίσης για το βιβλίο και τον πολιτισμό τελευταία. Άρα μπορούμε να πούμε ότι το πρώτο του μυθιστόρημα, έπειτα από δεκαεφτά χρόνια πεζογραφικής «σιωπής», αποτελεί ένα γενναίο άλμα από την μικρή στη μεγάλη φόρμα και μια νέα είσοδο στην σύγχρονη πεζογραφία μας, με πιο σύνθετα και απαιτητικά αιτήματα. Άλλωστε από το 1996 έως σήμερα οι αλλαγές μοιάζουν τόσο καίριες  ώστε η εποχή εκείνη να φαντάζει έως και προιστορική! Γεγονός που μπορεί να κρύβει παγίδες για έναν συγγραφέα που εμφανίζεται με  το πρώτο του βιβλίο τότε και το δεύτερο τώρα. Τι ισχύει από όλα αυτά για το μυθιστόρημα του Μάκη Τσίτα και πώς ο συγγραφέας του τα εξοικονομεί;

Από τις πρώτες ήδη σελίδες του μυθιστορήματος του Μάκη Τσίτα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι ο ήρωας τον οποίο «ακούει» να  του «μιλάει»  δεν είναι  συνηθισμένος,  δεν τον έχει δηλαδή συναντήσει ξανά  τουλάχιστον τα τελευταία είκοσι χρόνια  στην ελληνική  μυθιστορηματική παραγωγή. Όσο προχωρεί η ανάγνωση τόσο περισσότερο πείθεται ότι  ο ήρωας του Τσίτα, με το μυθιστορηματικό όνομα Χρυσοβαλάντης συμπυκνώνει στο πρόσωπό του – το οποίο ουσιαστικά σκιαγραφεί ο ίδιος  μέσα από τον παραληρηματικό του λόγο- όλες τις αντιφάσεις , τις εμμονές, τις ψυχώσεις και τις βαθύτερες σκοτεινιές μιας μεγάλης μερίδας καθημερινών συμπατριωτών μας, οι οποίες έχουν φτάσει στα όριά τους τα τελευταία χρόνια. Μ’ έναν λόγο ο Χρυσοβαλάντης δεν είναι ακριβώς μια  αφηγηματική περσόνα αλλά ένας τύπος, ένα συγκεκριμένο κοινωνικό προσωπείο, πίσω από το οποίο κρύβεται η  «βαθιά» ελληνική μικροαστική κοινωνία και  το οποίο ο Τσίτας απογυμνώνει σταδιακά από όλες τις ψηφίδες που το αποτελούν και στο τέλος το οδηγεί στην πλήρη καταστροφή. Σε μια δεύτερη ανάγνωση, λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι  ο Τσίτας εισάγει στην ελληνική μυθιστοριογραφία ένα καινούργιο μυθιστορηματικό τύπο- αμείλικτο κοινωνικό καθρέφτη,   γεγονός που είχαμε να συναντήσουμε  από την «Φανταστική Περιπέτεια» του Αλέξανδρου Κοτζιά.

Τι ακριβώς «ακούμε»   να   σκέφτεται,  να σχολιάζει, να διηγείται ή να  πράττει,  ο Χρυσοβαλάντης ώστε να βγάλουμε τα παραπάνω συμπεράσματα;  Στις πρώτες σελίδες  μας συστήνεται ως ένας πενηντάρης, που μετά από έντεκα χρόνια δουλειάς έμεινε άνεργος.   ότι το αφεντικό του ανήκε στην κατηγορία των τρελλών αφεντικών- με αποφθεγματικό ύφος δηλώνει ότι υπάρχουν κι άλλα τρία είδη αφεντικών, οι επιτυχημένοι, οι χρεωμένοι και τα καθίκια-   ότι είναι ανύμφευτος, άνθρωπος του Θεού,  -εξάλλου μάρτυς του ο Θεός-, αθώος, αφελής που πάντα πέφτει σε παγίδες, μοιρολάτρης, και  το μόνο που κατά βάθος επιθυμεί είναι ησυχία, οικογενειακή θαλπωρή αλλά  συνήθως βρίσκει τα αντίθετα. Αμέσως μετά έρχονται τα οικογενειακά του δεδομένα. Πατέρας, ετών 86, απόστρατος αξιωματικός, άνθρωπος της μελέτης, της οικογένειας, της Εκκλησίας και των ηθικών προς τον γιο του παραινέσεων -με κάθε μέσον,  βίαιο η μη. . Μητέρα, άγιος άνθρωπος, ο φύλακας του σπιτιού, καθαρά οικογενειακή, υπηρεσιακή, αλλά και τρομαγμένη. Αδελφές: Η μεγάλη, καθηγήτρια θεολόγος, κοπέλα της μελέτης, αυστηρή και σεμνή. Προσωπική ζωή μηδέν. Η μικρή, φιλάσθενη, του σπιτιού. Γενικώς μια θεοσεβούμενη οικογένεια. Τουτέστιν η τέλεια εικόνα μια εξαιρετικά συντηρητικής  καταπιεστικής μικροαστικής ελληνικής  οικογένειας στην οποία ανθούν όλα τα συντηρητικά  πρότυπα ζωής. Αυτά τα οποία οδηγούν τον Χρυσοβαλάντη –καθόλου τυχαίο το βυζαντινίζον όνομα- στην ψυχωτική κατάσταση στην οποία σταδιακά βυθίζεται,  την διαδρομή της οποίας ο αναγνώστης παρακολουθεί.  Διότι ναι μεν ο Χρυσοβαλάντης είναι εμποτισμένος από αυτά τα στερεότυπα και δεν διανοείται, σε πρώτο επίπεδο,  να τα αμφισβητήσει, από την άλλη η ζωή εκτός των οικογενειακών ορίων και στερεοτύπων, η σκληρή και ανάλγητη κοινωνική και  επαγγελματική πραγματικότητα που βιώνει, οι κοινωνικές αλλαγές που συντελούνται γύρω του αλλά και  οι προσωπικές, συναισθηματικές και ερωτικές  ανάγκες του, του δημιουργούν από ενοχές έως μια τεράστια σύγχυση από την οποία δεν μπορούν να τον βγάλουν ούτε ο ψυχίατρος [εκπρόσωπος  της επιστήμης και της λογικής], ούτε ο πνευματικός του [εκπρόσωπος της θρησκοληψίας και του μεταφυσικού] ούτε βεβαίως και τα χάπια στα οποία ολοένα και περισσότερο εθίζεται. Η σύγχυση αυτή που σταδιακά παίρνει τη μορφή της ψύχωσης καταλαμβάνει όλα τα επίπεδα της ζωής του Χρυσοβαλάντη. Οι γυναίκες και οι αλλοδαποί διεκδικούν τον πρώτο ρόλο ακριβώς γιατί είναι φορείς απειλής και κινδύνου γι’ αυτόν σύμφωνα με τα πρότυπά του.  Όλες οι γυναίκες με τις  οποίες σχετίζεται ή προσπαθεί να σχετιστεί, η Ευμορφία, η Ρωρώ, το Μαρινάκι, η Πατσαβουρόπιτα, η Ελένη, η Λίτσα,  είναι  πανούργες, πονηρές, εκμεταλεύτριες, σχεδόν τέκνα του διαβόλου, σύμφωνα και με τα θρησκευτικά θέσφατα με τα οποία έχει γαλουχηθεί και τις συμβουλές του πνευματικού του «πρόσεχε τις γυναίκες, πρόσεχε!». Από την άλλη, τις θέλει και τις επιθυμεί σφόδρα σε σημείο ώστε είτε να καταφεύγει στην αυτοϊκανοποίηση – που και αυτό είναι απαγορευτικό και τον γεμίζει ενοχές- είτε στις πόρνες και μάλιστα τις αλλοδαπές με αποτέλεσμα η σύγχυσή του να αυξάνεται. Άλλωστε όπως δηλώνει « ο φτωχός θέλει δύο πράγματα: ψυχή και αιδοίο». Με τους αλλοδαπούς η σύγχυση δεν φτάνει στα όρια της ψύχωσης  όπως με τις γυναίκες αλλά και εδώ είναι ιδιαίτερα έντονη. Σε κάποια φάση μάλιστα αναρωτιέται «μήπως πρέπει να αλλάξω υπηκοότητα; Προβληματίζομαι». Για να τον «ακούσουμε» πιο κάτω να δηλώνει ότι πάντα υπήρξε «πατριώτης, φιλόπατρις, φιλογύνης, φιλοευρωπαίος και αγαθόπατρις».

Ο Χρυσοβαλάντης έχει  βεβαίως άποψη επί παντός επιστητού όπως το συνηθίζει ο  τύπος του νεοέλληνα που εκπροσωπεί. Όλα κολυμπούν  μέσα στο αντιφατικό και εμμονιακό παραλήρημά του. Όψεις και συμβάντα της ελληνικής κοινωνίας περνούν φύρδην μύγδην από το ταραγμένο του μυαλό, γεγονότα της παιδικής του ηλικίας ανασύρονται ειδωμένα μέσα από ένα θολό παραμορφωτικό φακό. Τίποτα δεν μπορεί να δημιουργήσει μια συνοχή, να παράξει μια λελογισμένη σκέψη που θα καθησυχάσει τις εσωτερικές ταραχές και τις φοβίες του, θα φωτίσει τις σκοτεινιές του  και θα τον οδηγήσει στην ποθούμενη γαλήνη και ηρεμία.

Όλα τα παραπάνω μπορεί να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι το μυθιστόρημα του Μάκη Τσίτα είναι ένα βαρύ ανάγνωσμα μ΄ έναν εμμονιακό έως ψυχωτικό αντιήρωα που παραληρεί. Κάθε άλλο! Κι  εδώ, πιστεύω, ότι βρίσκεται η επιτυχία του μυθιστορήματος. Διότι ο Τσίτας δεν έπλασε μόνον έναν καινούργιο λογοτεχνικό τύπο, τουλάχιστον για τα λογοτεχνικά μας δεδομένα των τελευταίων είκοσι χρόνων, δεν μπόρεσε μόνον να  αφουγκραστεί τους παλμούς της «βαθιάς» Ελλάδας, αυτής δηλαδή που άγεται και φέρεται από τα πιο συντηρητικά, παλαιότατης κοπής,   σκοτεινά στερεότυπα, αλλά κατάφερε να υιοθετήσει την απόλυτη λεκτική κοινοτοπία της. Σε τέτοιο βαθμό ώστε, την ίδια στιγμή να την ανατρέπει, να την γελοιοποιεί, να την μετατρέπει σε μαύρο χιούμορ. Η λεκτική κοινοτοπία συνήθως παρουσιάζει έναν αποφθεγματικό και μη επιδεχόμενο αμφισβήτησης χαρακτήρα. Ο Τσίτας, πολύ συχνά,  βάζει τον Χρυσοβαλάντη, μετά από μια απείρου κάλλους κοινοτοπία να προσθέτει εμφαντικά. «Ναι». Αυτό το «ναι» όμως τινάζει στον αέρα την κοινοτοπία και προκαλεί άφθονο γέλιο στον αναγνώστη. Οι εμβόλιμες  αναφορές σε εκκλησιαστικά  κείμενα, τα ηλίθια στιχάκια που σκαρώνει ο Χρυσοβαλάντης,  οι  καθαρευουσιάνικες  κορώνες  του  και άλλα συναφή, εντείνουν την κοινοτυπία και την γελοιοποιούν ταυτόχρονα.

Όσον αφορά την αφηγηματική δομή του μυθιστορήματος ο Τσίτας δεν επέλεξε την γραμμική αφήγηση άλλωστε κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει τον διαταραγμένο ψυχισμό του Χρυσοβαλάντη. Αντίθετα, ο διασπασμένος χρόνος, οι συνεχείς αναδρομές, τα εμβόλιμα συμβάντα δίκην  μικρών διηγημάτων που αναφέρονται σε ιστορίες καθημερινής τρέλας και αποτελούν καθρέφτες της σημερινής ελληνικής κοινωνίας, οι σκέψεις και οι απόψεις του πρωταγωνιστή που παρεμβάλλονται, δημιουργούν ένα ψυχογραφικό παλίμψηστο, το οποίο κορυφώνεται προς το τέλος με μικρές παραγράφους, με λέξεις ή φράσεις έως την τελική έξοδο. Η μοναδική ένσταση στην πρώτη αυτή, αναμφισβήτητα αξιόλογη, μυθιστοριογραφική εμφάνιση του Μάκη Τσίτα, είναι η έλλειψη αφηγηματικής οικονομίας, φαινόμενο που, δυστυχώς το συναντούμε πολύ συχνά στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Πιστεύω, δηλαδή,  ότι το μυθιστόρημα θα λειτουργούσε ακόμη πιο δραστικά με λιγότερες σελίδες.    Ωστόσο η παρατήρηση αυτή καθόλου δεν αναιρεί την πρωτοτυπία, γλωσσική και θεματική και γενικότερα την αξία του μυθιστορήματος και την θέση του στη σύγχρονη  λογοτεχνία μας.

INFO:

ΜΑΚΗΣ ΤΣΙΤΑΣ: «ΜΑΡΤΥΣ ΜΟΥ Ο ΘΕΟΣ» [εκδ. Κίχλη]

 

2 ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ